Πτώση: Ένα ποίημα της Ελένης Βασιλείου-Αστερόσκονη


Συγκλονισμένη από το  δραματικό γεγονός, των νεαρών κοριτσιών στην Αθήνα... ως μητέρα... και καλλιτέχνης η ζωγράφος και ποιήτρια Ελένη Βασιλείου-Αστερόσκονη θεωρεί ότι οφείλει να καταθέσει το μήνυμά της. 

Μέσα από την ποίηση και την εικονογράφηση. 
Ας είναι αυτά τα τελευταία παιδιά... που δεν άντεξαν αυτόν... τον κόσμο...

Πτώση

Κοιμήσου, μικρό μου, στο ήσυχο φως
μην τρέμεις το βράδυ που ο φόβος βουβός.
Δεν αγάπησες πτώση, δεν ζήτησες γη
μα πίσω σου ο κόσμος βυθίστηκε στη σιωπή.
Ξανά και ξανά, την ίδια στιγμή
που ένα γράμμα φανερώνει
πως η ψυχή αιμορραγεί
με λύπη βλέπω την ανακύκλωση.
Τί είναι λάθος, τί είναι σωστό
δεν ακούγεται πια νανουρητό,
μόνο κλάμα σιωπηλό...
Πόσο κοντά, πόσο μακριά
η γνώση απέχει από τα συναισθήματα...
Ο ίδιος κόσμος, οι ίδιοι άνθρωποι
θα κεντήσουν για λίγο την πληγή
μέχρι να ξηλώσουν την κλωστή
που προσπαθεί, να κρατηθεί... ακόμα
ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ.

Τα μάτια σου σβήσαν αργά, σιγανά
σαν φλόγα που πνίγεται μέσα στη νυχτιά.
Φωνές που πληγώσαν, σκιές που πονούν,
και άνθρωποι που ξέχασαν πώς τα παιδιά μιλούν.
Κι η νύχτα που έρχεται μοιάζει ζεστή,
σαν χέρι που απλώνεται στη σιγή.
Δεν είναι απειλή, δεν θέλει κακό
είναι ένα πέπλο που κρύβει τον πόνο βαθύ, μυστικό.
Κι αν κάποτε σκέφτηκες να χαθείς,
δεν φταις εσύ που ένιωσες πως δεν μπορείς.
Μα άκου το ψίθυρο μέσα στη γη
υπάρχει μια πόρτα που ανοίγει στη ζωή.
Κοιμήσου, μικρό μου, κι εγώ θα είμαι εδώ,
να γίνω το φως σου σε όνειρο κακό.
Κι αν νιώσεις πως χάνεσαι μέσα στο κενό,
θα γίνω η ανάσα σου, να σε κρατώ.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια