Ο συγγραφέας, ψυχολόγος και συστημικός ψυχοθεραπευτής Νίκος Βασάλος φιλοξενείται σήμερα στις Τέχνες, με αφορμή το νέο του βιβλίο. Η δεύτερη συγγραφική του προσπάθεια κυκλοφορεί εδώ και λίγους μήνες από τις εκδόσεις «Γλαρόλυκοι» και φέρει τον τίτλο «Μικροαστικές Νευρώσεις». Περισσότερες λεπτομέρειες για το περιεχόμενό της στη συνέντευξη που ακολουθεί.
Κύριε Βασάλο, πώς αντιλαμβάνεστε την παρουσία σας στον χώρο του βιβλίου; Έπειτα από την ολοκλήρωση και την επίσημη κυκλοφορία της δεύτερης συγγραφικής σας προσπάθειας, πείτε μας δυο λόγια για τον συγγραφέα Νίκο Βασάλο και για τη δημιουργική του δραστηριότητα.
Θα έλεγα ότι δεν αντιλαμβάνομαι τον εαυτό μου ως «κάποιον που ανήκει» ήδη στον χώρο του βιβλίου, αλλά περισσότερο ως κάποιον που μπαίνει σε έναν διάλογο μαζί του. Η γραφή για μένα δεν είναι ξεχωριστή από ό,τι κάνω ως ψυχολόγος· είναι μια άλλη μορφή παρατήρησης, μια άλλη γλώσσα για να μιλήσω για εμπειρίες που συχνά δεν βρίσκουν εύκολα λέξεις.
Στις Μικροαστικές Νευρώσεις με ενδιαφέρει αυτό το όριο ανάμεσα στο οικείο και στο παράξενο· καταστάσεις που μοιάζουν καθημερινές αλλά κουβαλάνε μια ένταση, μια ρωγμή. Οι χαρακτήρες δεν είναι «ήρωες» με την κλασική έννοια· είναι άνθρωποι μέσα σε σχέσεις, μέσα σε πλαίσια που τους διαμορφώνουν και ταυτόχρονα τους περιορίζουν.
Αν έπρεπε να πω δυο λόγια για μένα ως συγγραφέα, θα έλεγα ότι με απασχολεί περισσότερο η διαδικασία παρά η ταυτότητα. Η γραφή είναι για μένα ένας τρόπος να σταθώ απέναντι σε ό,τι θεωρούμε δεδομένο και να το ξανακοιτάξω. Και ίσως, μέσα από αυτό, να δημιουργηθεί ένας χώρος όπου κάποιος άλλος μπορεί να αναγνωρίσει κάτι δικό του.
Είστε ψυχολόγος και συστημικός ψυχοθεραπευτής σε δομές ψυχικής υγείας και σε κέντρα ημέρας για ενήλικες με αναπηρία. Το ενδιαφέρον σας μάλιστα εστιάζει στη συμπερίληψη και στην κοινωνική τους ένταξη. Πώς η επαγγελματική σας δραστηριότητα συνδέεται κατά κάποιον τρόπο με την πρόσθετη δραστηριότητά σας, την πιο καλλιτεχνική και δημιουργική, δηλαδή τη συγγραφική;
Για μένα αυτές οι δύο πλευρές δεν είναι ξεχωριστές, ούτε λειτουργούν παράλληλα· είναι βαθιά διαπλεκόμενες. Η δουλειά μου ως ψυχολόγος, ειδικά σε πλαίσια που σχετίζονται με την αναπηρία και τη συμπερίληψη, με φέρνει καθημερινά σε επαφή με ιστορίες που συχνά δεν χωράνε εύκολα στα κυρίαρχα αφηγήματα: εμπειρίες αποκλεισμού, αλλά και τρόποι ύπαρξης που αμφισβητούν το «φυσιολογικό».
Η γραφή έρχεται κάπως να συνεχίσει αυτή τη συνάντηση, αλλά με άλλους όρους. Δεν είναι μεταφορά «περιστατικών» ούτε προσπάθεια να εξηγηθούν οι άνθρωποι. Είναι περισσότερο ένας χώρος όπου μπορώ να δουλέψω με το βίωμα, με τη σχέση, με τις αντιφάσεις, χωρίς την ανάγκη να δοθεί λύση ή να υπάρξει μια καθαρή ερμηνεία.
Ταυτόχρονα, η συστημική ματιά με επηρεάζει πολύ στη συγγραφή. Με ενδιαφέρει να βλέπω τους χαρακτήρες όχι ως μεμονωμένα άτομα, αλλά ως κόμβους μέσα σε δίκτυα σχέσεων, εξουσίας, προσδοκιών. Και ίσως εκεί συναντιούνται οι δύο δραστηριότητες: στην προσπάθεια να ανοίξει χώρος για πιο σύνθετες, λιγότερο κανονικοποιημένες αφηγήσεις για το τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος.
Τι είναι αυτό που σας εμπνέει συνήθως και σας ωθεί στην έκφραση και τη δημιουργία; Ο εργασιακός σας χώρος μήπως, οι εμπειρίες της ζωής σας, η καθημερινότητά σας, κάποιο τυχαίο γεγονός, μήπως όλα αυτά μαζί ή και κάτι άλλο;
Δε θα έλεγα ότι υπάρχει μία συγκεκριμένη πηγή έμπνευσης. Περισσότερο πρόκειται για έναν τρόπο να στέκομαι μέσα στον κόσμο. Μπορεί να είναι μια φράση που ειπώθηκε σχεδόν τυχαία, μια μικρή αμηχανία σε μια καθημερινή στιγμή, μια ένταση που δεν εκφράστηκε ποτέ, πράγματα που περνάνε απαρατήρητα αλλά κάτι αφήνουν πίσω τους. Σίγουρα η δουλειά μου με φέρνει σε επαφή με πολλές ανθρώπινες εμπειρίες, αλλά δεν λειτουργεί ως «υλικό» με την απλή έννοια. Αυτό που με ενδιαφέρει είναι περισσότερο το πώς οι άνθρωποι προσπαθούν να δώσουν νόημα σε ό,τι τους συμβαίνει, πώς κινούνται μέσα σε σχέσεις, πώς διαχειρίζονται αυτά που δεν χωράνε εύκολα σε λόγια. Οπότε ναι, είναι όλα αυτά μαζί αλλά όχι ως άθροισμα. Είναι περισσότερο μια συνεχής ευαισθησία σε ό,τι δεν είναι προφανές. Και η γραφή έρχεται κάπως σαν μια προσπάθεια να σταθώ λίγο παραπάνω εκεί, πριν χαθεί.
Ποιον ρόλο διαδραματίζει η φαντασία ως παράγοντας δημιουργίας; Πρωταγωνιστικό ίσως ή απλά συμπληρωματικό;
Δυσκολεύομαι να δω τη φαντασία και την πραγματικότητα ως δύο ξεχωριστά πεδία. Συνήθως τις αντιλαμβανόμαστε έτσι, αλλά στην πράξη είναι πολύ πιο αλληλένδετες. Αν σκεφτούμε τι ονομάζουμε «φαντασία», μιλάμε για την ικανότητά μας να δημιουργούμε πιθανά σενάρια, να δίνουμε μορφή σε κάτι που δεν υπάρχει ακόμη, να αφήνουμε το μυαλό να εξερευνά. Αν όμως το δούμε λίγο πιο προσεκτικά, κάτι αντίστοιχο κάνουμε και σε αυτό που λέμε «πραγματικότητα». Ζούμε καταστάσεις, αλλά ταυτόχρονα τις ερμηνεύουμε, τις εντάσσουμε σε αφηγήσεις, τις «βλέπουμε» μέσα από έναν τρόπο κατανόησης που μας επιτρέπει να βγάζει νόημα για εμάς. Αυτές οι ερμηνείες είναι, σε έναν βαθμό, υποθετικά σενάρια που απλώς τα βιώνουμε ως δεδομένα. Οπότε δε θα έλεγα ότι η φαντασία είναι απλώς συμπληρωματική. Είναι μέρος του τρόπου με τον οποίο σχετιζόμαστε με τον κόσμο. Στη γραφή, αυτό που με ενδιαφέρει δεν είναι να «επινοήσω» κάτι εντελώς ξένο, αλλά να κινηθώ μέσα σε αυτό το όριο, όπου το οικείο αρχίζει να γίνεται λίγο αβέβαιο. Και εκεί, για μένα, βασικός παράγοντας είναι η περιέργεια. Μια διάθεση να μη μείνω στην πρώτη ερμηνεία, να δω τι άλλο μπορεί να υπάρχει, τι άλλο μπορεί να σημαίνει κάτι.
Υπάρχουν κάποιοι συγγραφείς που αποτελούν πρότυπα για εσάς, που επηρεάζουν κατά κάποιον τρόπο τη σκέψη και την αντίληψή σας, αλλά και τη γραφή σας πιο συγκεκριμένα, υφολογικά και θεματικά;
Δε θα έλεγα ότι έχω πρότυπα με την αυστηρή έννοια. Υπάρχουν όμως συγγραφείς στους οποίους επιστρέφω, γιατί με τραβάει ο τρόπος που χτίζουν κόσμους και σε αφήνουν να χαθείς μέσα τους. Διαβάζω αρκετά ετερόκλητα πράγματα και δεν είμαι σίγουρος ότι έχω το πιο «αυστηρό» κριτήριο σε αυτό (κάτι που έχει και μια δόση αλήθειας και μια δόση ελευθερίας). Με ενδιαφέρει περισσότερο η εμπειρία της ανάγνωσης παρά η κατηγορία.
Μου αρέσει πολύ ο κόσμος του sword and sorcery, όπως τον δουλεύει ο Michael Moorcock με τον Elric of Melniboné, αυτή η αίσθηση ενός ήρωα που δεν είναι ποτέ σταθερός ή «καθαρός». Παράλληλα, απολαμβάνω τα ιστορικά μυθιστορήματα του Bernard Cornwell, είτε πρόκειται για τον Αρθουριανό κύκλο είτε για ιστορίες γύρω από πολέμους και συγκρούσεις, όπου η ιστορία αποκτά μια πολύ ζωντανή, σχεδόν σωματική, διάσταση. Ταυτόχρονα, με ενδιαφέρουν πολύ και συγγραφείς όπου το πλαίσιο - ο χρόνος και ο τόπος - δεν είναι το βασικό, αλλά το τι συμβαίνει εσωτερικά στους χαρακτήρες: οι συγκρούσεις, οι εμμονές, οι μετατοπίσεις τους. Εκεί θα έβαζα τον Albert Camus και τον José Saramago, όπου η αφήγηση γίνεται περισσότερο ένας χώρος υπαρξιακής και συλλογικής διερεύνησης.
Σε ένα άλλο επίπεδο, με έχει επηρεάσει και το Voyage to Arcturus του David Lindsay, όχι μόνο ως φαντασιακό ταξίδι, αλλά κυρίως για τον τρόπο που χρησιμοποιεί έναν ξένο κόσμο για να μιλήσει για νόημα, αντίληψη και πραγματικότητα. Όσο για τον Boris Vian, αυτό που με ενδιαφέρει είναι κυρίως το πώς δουλεύει το παράλογο στον L'Écume des jours, όπου η πραγματικότητα σχεδόν λυγίζει. Σε άλλα έργα του κινείται διαφορετικά, κάτι που δείχνει και αυτή την ελευθερία του να αλλάζει τόνο και ύφος. Δεν ξέρω αν όλα αυτά μεταφράζονται άμεσα στη γραφή μου, αλλά σίγουρα επηρεάζουν τον τρόπο που βλέπω τους μικρόκοσμους των ανθρώπων. Ίσως περισσότερο από «πρότυπα», είναι συνομιλητές, τρόποι να σκεφτώ τι άλλο μπορεί να συμβεί μέσα σε μια ιστορία.
Τι επιδιώκετε να κατακτήσετε ως δημιουργός που εκπροσωπεί και υπηρετεί την σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία;
Δεν είμαι σίγουρος ότι βλέπω τον εαυτό μου ως κάποιον που «εκπροσωπεί» τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία, ούτε ότι έχω μια σαφή ιδέα για κάτι που πρέπει να «κατακτήσω». Αυτές οι έννοιες μου ακούγονται λίγο έξω από τον τρόπο που σχετίζομαι με τη γραφή. Αν υπάρχει κάτι που με αφορά ως δημιουργό, είναι περισσότερο η διαδικασία παρά ο στόχος. Το να μπορώ να σταθώ σε εμπειρίες που δεν είναι εύκολα διαχειρίσιμες, να δώσω χώρο σε αντιφάσεις, σε πράγματα που δεν κλείνουν εύκολα σε μια ερμηνεία. Δε με ενδιαφέρει τόσο να «εκπροσωπήσω» κάτι, όσο να συμμετέχω σε έναν ευρύτερο διάλογο με άλλους συγγραφείς, με τους αναγνώστες, με την ίδια την εποχή. Αν μέσα από αυτό προκύψει κάτι που έχει νόημα για κάποιον άλλον, αυτό είναι αρκετό.
Ποιο λογοτεχνικό είδος σας συναρπάζει περισσότερο είτε ως συγγραφέας είτε ως απλός αναγνώστης, πέρα από το διήγημα με το οποίο έχετε ήδη καταπιαστεί και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία; Θα θέλατε να δοκιμαστείτε και σε κάτι άλλο στο μέλλον αν δεν το έχετε ήδη κάνει μέχρι τώρα;
Δεν είμαι σίγουρος ότι με συναρπάζει ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος με την κλασική έννοια. Περισσότερο με ενδιαφέρει τι επιτρέπει κάθε είδος να συμβεί. Για παράδειγμα, η φανταστική λογοτεχνία και ειδικά το sword and sorcery δίνει έναν χώρο να μετακινηθείς από το «ρεαλιστικό» χωρίς να χάνεις απαραίτητα την ανθρώπινη εμπειρία. Από την άλλη, τα ιστορικά μυθιστορήματα ή πιο υπαρξιακές γραφές επιστρέφουν σε κάτι πιο γειωμένο, αλλά εξίσου σύνθετο. Οπότε θα έλεγα ότι κινούμαι κάπως ανάμεσα σε αυτά, χωρίς να νιώθω ότι ανήκω κάπου συγκεκριμένα. Με ενδιαφέρει τόσο ο κόσμος που χτίζεται όσο και οι χαρακτήρες που τον κατοικούν και κυρίως η ένταση που δημιουργείται μεταξύ τους. Κάπως εκεί, νομίζω, προσπαθούν να κινηθούν και οι ιστορίες στις Μικροαστικές Νευρώσεις. Όχι μέσα από ένα συγκεκριμένο είδος, αλλά μέσα από αυτή την προσπάθεια να αγγίξουν μικρές μετατοπίσεις, εσωτερικές συγκρούσεις, στιγμές όπου το οικείο αρχίζει να γίνεται λίγο αβέβαιο.
Ως προς το τι θα ήθελα να δοκιμάσω, με ενδιαφέρει αρκετά η ιδέα ενός graphic novel, μια μορφή όπου το κείμενο δεν στέκεται μόνο του, αλλά συνυπάρχει με την εικόνα. Ίσως γιατί εκεί ανοίγει ένας άλλος τρόπος αφήγησης, πιο άμεσος, πιο βιωματικός, όπου κάποια πράγματα δεν χρειάζεται να ειπωθούν με λέξεις. Δεν το βλέπω απαραίτητα ως «επόμενο βήμα», αλλά ως μια πιθανή κατεύθυνση που έχει ενδιαφέρον να εξερευνηθεί.
Ποια είναι η γνώμη σας για την κριτική του αναγνωστικού κοινού αλλά και των κριτικών λογοτεχνίας; Σας επηρεάζουν τα θετικά ή τα αρνητικά σχόλιά τους; Τι επιλέγετε να κρατήσετε ως άνθρωπος και ως δημιουργός και τι όχι;
Η αλήθεια είναι ότι δε νιώθω πως βρίσκομαι σε ένα σημείο όπου υπάρχει μια έντονη ή κάπως πιο ευρεία συζήτηση γύρω από το έργο μου. Οπότε δε θα μπορούσα να μιλήσω από τη θέση κάποιου που έχει βρεθεί στο επίκεντρο μιας τέτοιας διαδικασίας. Παρόλα αυτά, η σχέση με την κριτική είτε προέρχεται από αναγνώστες είτε από πιο «επίσημα» πλαίσια είναι κάτι που με απασχολεί. Νομίζω ότι τα σχόλια έχουν αξία στον βαθμό που ανοίγουν έναν διάλογο, που σου επιτρέπουν να δεις το έργο σου από μια οπτική που ίσως δεν είχες σκεφτεί. Ταυτόχρονα, υπάρχει και ένα όριο. Αν προσπαθήσεις να τα ενσωματώσεις όλα, κινδυνεύεις να χαθείς μέσα σε αυτά και να απομακρυνθείς από αυτό που σε ώθησε αρχικά να γράψεις. Οπότε αυτό που προσπαθώ να κρατήσω είναι ό,τι δημιουργεί σκέψη, ό,τι με μετακινεί δημιουργικά και να αφήνω στην άκρη ό,τι λειτουργεί περισσότερο ως θόρυβος. Σε κάθε περίπτωση, για μένα η γραφή παραμένει πρώτα μια σχέση με το ίδιο το υλικό και μετά με την ανταπόκριση που μπορεί να υπάρξει γύρω από αυτό.
Τον Μάρτιο του 2026 κυκλοφόρησε το δεύτερο βιβλίο σας από τις εκδόσεις «Γλαρόλυκοι». Πρόκειται για μία συλλογή μικροδιηγημάτων, δέκα στον αριθμό για την ακρίβεια, με τίτλο «Μικροαστικές Νευρώσεις». Τι υποδηλώνει ο τίτλος και πώς ακριβώς προϊδεάζει τον αναγνώστη γι’ αυτό που πρόκειται να διαβάσει;
Ο τίτλος Μικροαστικές Νευρώσεις κουβαλάει ήδη μια ένταση. Από τη μία, το «μικροαστικές» παραπέμπει σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο όχι μόνο κοινωνικό ή οικονομικό, αλλά κυρίως σε έναν τρόπο οργάνωσης της ζωής, με έμφαση στην κανονικότητα, στην ασφάλεια, σε αυτό που «πρέπει» να είναι τα πράγματα. Από την άλλη, οι «νευρώσεις» δεν τις βλέπω τόσο ως παθολογία, αλλά ως μια απάντηση του εαυτού σε κάτι που καλείται να αντιμετωπίσει, σε κάτι που ίσως δεν αντέχει. Είναι τρόποι διαχείρισης, που κάποιες φορές δημιουργούν μικρές ρωγμές μέσα σε αυτό το πλαίσιο και άλλες φορές μπορεί να γίνουν και οι ίδιες ένα είδος παγίδας, αν κανείς χαθεί μέσα σε αυτές. Οπότε ο τίτλος λειτουργεί σαν μια υπόσχεση για αυτή τη συνάντηση: ανάμεσα σε κάτι που μοιάζει σταθερό και σε κάτι που το διαταράσσει. Αν προϊδεάζει κάπως τον αναγνώστη, θα έλεγα ότι τον προετοιμάζει όχι τόσο για συγκεκριμένες ιστορίες, αλλά για μια ατμόσφαιρα. Για μικρόκοσμους που μοιάζουν οικείοι, αλλά μέσα τους κάτι δεν κάθεται ακριβώς στη θέση του. Και ίσως για στιγμές όπου αυτό που φαίνεται «κανονικό» αρχίζει να μετακινείται, έστω και λίγο.
Μιλήστε μας περιληπτικά για τη θεματική και το περιεχόμενο των ιστοριών αυτών; Κινούνται καθαρά στον κόσμο της φαντασίας ή δανείζονται και στοιχεία από την καθημερινή ζωή με ό,τι αυτό συνεπάγεται, καλό ή κακό;
Οι ιστορίες κινούνται κυρίως μέσα σε οικείες καταστάσεις, δανείζονται στοιχεία από την καθημερινή ζωή, από σχέσεις, από μικρές ή πιο έντονες εμπειρίες που έχουν κάτι αναγνωρίσιμο. Δεν θα έλεγα ότι ανήκουν καθαρά στη φαντασία, αλλά ούτε και σε έναν αυστηρό ρεαλισμό. Περισσότερο με ενδιαφέρει να ακολουθήσω τους χαρακτήρες στον τρόπο που βιώνουν αυτό που τους συμβαίνει. Να μείνω μέσα στην εμπειρία τους σε έναν χώρο, σε μια σχέση, σε μια στιγμή που επαναλαμβάνεται ή δεν κλείνει. Κάποιες φορές αυτό παίρνει πιο ρεαλιστική μορφή, άλλες φορές μετατοπίζεται προς κάτι πιο φαντασιακό ή παράδοξο, αλλά όχι ως στόχος από μόνος του. Περισσότερο ως τρόπος να φανεί πώς ο άνθρωπος προσπαθεί να καταλάβει, να αντέξει ή να κρατήσει κάτι.
Σε επίπεδο θεματικής, επανέρχονται ζητήματα μνήμης, απώλειας, επιθυμίας, σχέσεων και ο τρόπος που όλα αυτά συνεχίζουν να υπάρχουν, ακόμα και όταν φαινομενικά έχουν τελειώσει.
Τα διηγήματά σας συμπληρώνουν ασπρόμαυρα σκίτσα των καλλιτεχνών Σταύρου Κοντάκη και Γιώτας Ζουμπούλη. Πώς προέκυψε αυτό το πάντρεμα των τεχνών και πώς εντέλει λειτουργεί συνολικά μέσα στο βιβλίο;
Τα σκίτσα προέκυψαν αρκετά οργανικά. Με τον Σταύρο και τη Γιώτα είμαστε φίλοι εδώ και χρόνια και εκτιμώ πολύ τη δουλειά τους ως καλλιτέχνες. Είναι άνθρωποι με πολύ ξεχωριστή ματιά, και ο καθένας με τον δικό του τρόπο δουλεύει πάνω στην εικόνα με μια ευαισθησία που με ενδιαφέρει. Από εκεί και πέρα, το πάντρεμα των τεχνών ήρθε περισσότερο ως μια δική μου ανάγκη. Με ενδιέφερε να δω πώς μπορεί να πάρει οπτική μορφή αυτό που γράφω, όχι με την έννοια της «εικονογράφησης» που απλώς ακολουθεί το κείμενο, αλλά ως μια παράλληλη ανάγνωση.
Αυτό που είχε ενδιαφέρον για μένα ήταν να δω πώς δύο άνθρωποι, δουλεύοντας με άλλο μέσο, «βλέπουν» αυτό που εγώ προσπαθώ να περιγράψω. Χωρίς να τους κατευθύνω ιδιαίτερα, άφησα χώρο να προκύψει η δική τους ανάγνωση - και αυτό τελικά έδωσε κάτι που δεν θα μπορούσα να φανταστώ μόνος μου. Με έναν τρόπο, είναι κάτι αντίστοιχο με αυτό που συμβαίνει και με τον αναγνώστη ο καθένας φτιάχνει τις δικές του εικόνες, τα δικά του σκηνικά, ακόμα κι όταν το κείμενο είναι πολύ συγκεκριμένο ή, αντίθετα, πιο εσωτερικό. Οπότε τα σκίτσα δεν λειτουργούν απλώς συμπληρωματικά, αλλά ανοίγουν έναν δεύτερο χώρο μέσα στο βιβλίο, έναν διάλογο ανάμεσα σε κείμενο και εικόνα. Και ίσως, σε ένα πιο προσωπικό επίπεδο, αυτό συνδέεται και με μια επιθυμία που έχω να κινηθώ προς μορφές όπως το graphic novel, όπου η εικόνα και το κείμενο συνυπάρχουν από την αρχή.
Σε ποιες ηλικίες απευθύνεστε κυρίως; Δεδομένου ότι τα διηγήματά σας είναι αρκετά σκοτεινά, μήπως κινούνται αποκλειστικά στο ενήλικο κοινό;
Θα έλεγα ότι απευθύνεται κυρίως σε εφήβους και ενήλικες. Όχι επειδή είναι κάτι ιδιαίτερα «βαρύ», αλλά γιατί ο τρόπος που είναι γραμμένα τα διηγήματα ίσως να μην κρατάει το ενδιαφέρον ενός μικρότερου παιδιού. Κινούνται περισσότερο σε εσωτερικές σκέψεις και καταστάσεις, χωρίς πάντα μια ξεκάθαρη εξέλιξη ή δράση, οπότε μπορεί να φανούν πιο αργά ή και κάπως ακατανόητα σε μικρότερες ηλικίες. Οπότε ναι, μάλλον βρίσκουν πιο εύκολα χώρο σε ένα εφηβικό ή ενήλικο κοινό.
Δεν είναι εύκολο να το απαντήσω με έναν συγκεκριμένο χρόνο, γιατί κάθε κείμενο είχε τον δικό του ρυθμό. Κάποια γράφτηκαν πιο γρήγορα, άλλα έμειναν περισσότερο, άλλα επέστρεψαν σε δεύτερο χρόνο. Σε γενικές γραμμές, το υλικό μαζεύτηκε μέσα σε μια περίοδο, αλλά η συγγραφή δεν ήταν γραμμική διαδικασία. Τα περισσότερα κείμενα, όταν γράφτηκαν, έμειναν όπως ήταν και ξαναδουλεύτηκαν κυρίως στο στάδιο της επιμέλειας. Οπότε θα έλεγα ότι δεν πρόκειται για έναν συγκεκριμένο χρόνο συγγραφής, αλλά για μια διαδρομή όπου τα κείμενα προέκυπταν και έπαιρναν τη μορφή τους σταδιακά.
Πείτε μας δυο λόγια για τη μέχρι τώρα συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Γλαρόλυκοι». Είστε ικανοποιημένος από αυτήν; Θεωρείτε σημαντική τη συμβολή του εκδοτικού οίκου για την περαιτέρω προώθηση ενός βιβλίου;
Η συνεργασία με τις εκδόσεις Γλαρόλυκοι μέχρι τώρα είναι θετική. Ήταν μια επιλογή που προέκυψε μετά από μια περίοδο αναζήτησης εκδότη, και αυτό που με έκανε να στραφώ σε αυτούς ήταν κυρίως η αίσθηση ότι υπήρχε μια πιο άμεση και ειλικρινής επικοινωνία.
Όταν ήρθε η πρόταση συνεργασίας, ένιωσα ότι το έργο είχε όντως διαβαστεί και αυτό για μένα είχε σημασία. Δεν ήταν μια πρόταση που βασιζόταν απλώς σε μια οικονομική συμφωνία, αλλά περισσότερο μια αίσθηση ότι κάτι μέσα στο κείμενο τους είχε ενδιαφέρει και στάθηκαν σε αυτό. Το λέω αυτό γιατί, μέσα στη διαδικασία αναζήτησης εκδότη, συνάντησα και περιπτώσεις όπου η σχέση φαινόταν να είναι κυρίως οικονομική με μεγάλες απαιτήσεις, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει αντίστοιχη εμπλοκή με το ίδιο το έργο. Αυτό είναι κάτι που νομίζω ότι πολλοί νέοι συγγραφείς το συναντούν. Μου ταιριάζει επίσης η γενικότερη λογική τους, τόσο η διάθεση να κινηθούν πέρα από το στενά εκδοτικό κομμάτι, με επαφή και με άλλες μορφές τέχνης, όσο και επιλογές όπως το creative commons, που ανοίγουν λίγο διαφορετικά τον τρόπο που μπορεί να κυκλοφορήσει ένα έργο.
Σε σχέση με το αν είναι σημαντική η συμβολή ενός εκδοτικού οίκου, νομίζω πως ναι, ειδικά αν θέλεις το βιβλίο να φτάσει πέρα από έναν πολύ στενό κύκλο ανθρώπων. Υπάρχει πάντα η επιλογή της αυτοέκδοσης, αλλά τότε αναλαμβάνεις και όλο το κομμάτι της προώθησης, που δεν είναι κάτι εύκολο και σίγουρα όχι κάτι στο οποίο νιώθω ιδιαίτερα άνετα. Οπότε για μένα, ο εκδοτικός λειτουργεί και ως ένας τρόπος να μπορέσει το βιβλίο να βρει λίγο περισσότερο χώρο και να φτάσει σε ανθρώπους που διαφορετικά ίσως να μην το συναντούσαν.
Πείτε μας μια ευχή σας για το μέλλον που θα θέλατε να πραγματοποιηθεί.
Ιδανικά, θα ήθελα η ΑΕΚ να πάρει το Champions League, αλλά μέχρι να γίνει αυτό, να υπάρχει λίγο περισσότερος χώρος· για τους ανθρώπους, για τις σχέσεις, για όσα δεν χωράνε εύκολα στην καθημερινότητα.
Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.
Ξύπνησα το πρωί και μου έλειπε το κεφάλι.
Έψαξα αριστερά, έψαξα δεξιά, δεν το έβρισκα.
Σήκωσα το μαξιλάρι, μήπως έχει κρυφτεί από κάτω του. Συνήθως εκεί το παράχωνα όταν οι φωνές δεν λέγαν να σταματήσουν.
Το ακέφαλο σώμα μου περπάτησε μέχρι το μπάνιο, με την ελπίδα ότι το έχω ξεχάσει στο νιπτήρα.
Πού να πήγε το κεφάλι μου; Πώς θα βγω έξω χωρίς κεφάλι; Τι θα πει ο κόσμος;
Κύριε Βασάλο, σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτησή μας και εύχομαι σύντομα στο μέλλον να τα ξαναπούμε με αφορμή την έκδοση ενός νέου βιβλίου σας. Καλοτάξιδες οι «Μικροαστικές Νευρώσεις» και καλοδιάβαστες!
Σας ευχαριστώ πολύ για τη φιλοξενία και τον χρόνο σας. Εύχομαι κι εγώ να υπάρξουν αφορμές να τα ξαναπούμε στο μέλλον.
Διαβάστε την κριτική μας για το βιβλίο: εδώ




0 Σχόλια