Κύριε Χαριστέ, οι σπουδές σας στη φιλολογία και τη δημοσιογραφία, η επαγγελματική σας ενασχόληση ως επιμελητής ποίησης και πεζογραφίας των εκδόσεων «Γράφημα», αλλά και οι ιδιότητές σας ως Διευθυντής των εκδόσεων «Υψικάμινος», αρχισυντάκτης της τριμηνιαίας εφημερίδας «Λογοτεχνικό Δελτίο», των περιοδικών «Η σπορά», «Κριτική» και «Ζητήματα Μαρξισμού», του ετήσιου τόμου επιθεώρησης τέχνης «Παράθυρο στην Τέχνη» και του ετήσιου τόμου επιστημονικών μελετών «Κριτική της κριτικής κριτικής», δικαιολογεί απόλυτα το ενδιαφέρον σας για τη συγγραφή άρθρων, δοκιμίων και μελετών, αλλά και λογοτεχνικών βιβλίων διαφόρων κατηγοριών. Τί προκαλεί αυτό το πολυποίκιλο ενδιαφέρον σας για δημιουργία και συγγραφή;
Επί της ουσίας, το ενδιαφέρον εστιάζεται εκ μέρους μου στις κατασκευές της γλώσσας και στη δομή του λόγου. Και τα δύο αποκτούν μορφή τόσο στη λογοτεχνική έκφραση, όσο και στη μεθοδολογία της έρευνας σε επάλληλα επιστημονικά πεδία. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, δε συμμετέχω στη συγγραφική διαδικασία προκειμένου να εκφράσω τον ψυχικό κόσμο μου ή τη φαντασιακή δέσμη των συναισθημάτων μου, αλλά για να διαμορφωθεί ένα πεδίο κοινωνικής κριτικής ικανό να διατυπώσει τον αντίλογο με έμφαση στην εικονοποιία (όσον αφορά τη λογοτεχνία) και την επιστημονική τεκμηρίωση (όσον αφορά τις μελέτες).
Πείτε μας δυο λόγια για τη συγγραφική σας διαδρομή μέχρι σήμερα. Πόσα βιβλία έχετε γράψει συνολικά και ποια είδη του λόγου έχετε υπηρετήσει; Πού αισθάνεστε περισσότερο οικεία και με τι άλλο θα θέλατε να καταπιαστείτε και που δεν το έχετε κάνει ακόμα;
Ξεκίνησα το 2015 και το 2016 με δύο αποτυχημένες απόπειρες πεζογραφικής αποτύπωσης. Υπήρξαν ανώριμες, αλλά εξαιρετικά χρήσιμες προκειμένου να κατανοήσω την προβληματική του λόγου και να στρέψω το ενδιαφέρον μου, σήμερα, αποκλειστικά στην επιστημονική εργασία κι έρευνα. Μεσολάβησαν δημοσιεύσεις πεζογραφίας, ποίησης, θεατρικών έργων, καθώς και συμμετοχή με αρθρογραφία σε έντυπα και ηλεκτρονικά περιοδικά. Ομολογώ πως κάθε φορά βιώνω την ίδια απαιτητική διαδικασία της συγγραφικής κινητοποίησης. Σίγουρα, δεν είναι το αποτέλεσμα που επιδιώκω το ίδιο σε όλες τις περιπτώσεις. Δίνω εξ ολοκλήρου έμφαση στην επιστημονική εργασία, χωρίς να μειώνω τις προσπάθειες για ποιοτική ανταπόκριση και στα άλλα είδη του λόγου. Όμως, πιστεύω πως το κομμάτι της έρευνας, της τεκμηρίωσης και της απόδοσης της εκάστοτε θεματικής στη δομή της επιστημονικής εργασίας, αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της σκέψης και της πρακτικής μου. Είναι, εν τέλει, αυτό που ορίζει την παρουσία μου στα γράμματα. Δεν υποτιμώ καμία θεματική του λόγου, ίσα ίσα συμμετέχω ενεργά, πιστεύοντας ακράδαντα ότι από κάθε μορφή αυτού δύναται να υπηρετηθεί η κοινωνική σκοπιμότητα και κριτική. Ωστόσο, δίνω αποκλειστικά πια έμφαση στον επιστημονικό λόγο.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι για εσάς να προσαρμόσετε πολλές φορές το ύφος της γραφής σας σε άλλες, πιο ανάλαφρες δομές του λόγου, με σκοπό να παρουσιάσετε στο αναγνωστικό κοινό ένα βιβλίο ψυχαγωγίας και όχι ενημέρωσης και γνώσης;
Το ύφος του λόγου εξαρτάται κάθε φορά από τη σκοπιμότητα για την οποία παρεμβαίνω στον δημόσιο χώρο, έτσι ώστε επιλέγεται και η αντίστοιχη μορφή μέσω της οποίας αυτή η σκοπιμότητα θα αποκτήσει υπόσταση δομής και τεχνικών γνωρισμάτων. Εξάλλου, κάθε μορφή του λόγου ενέχει τα δικά της χαρακτηριστικά διάκρισης από τις υπόλοιπες, γεγονός το οποίο εκ των προτέρων επιβάλλει διαρκώς προσαρμογή στις απαιτήσεις. Ωστόσο, στη δική μου σκέψη και πράξη προηγείται η θεωρητική θεμελίωση του σκοπού της κοινωνικής παρουσίας, κι έπειτα ακολουθεί η μορφή του λόγου που η συγκεκριμένη θεμελίωση θα αποκτήσει.
Ποια η γνώμη σας για την πληθώρα ενημερωτικών βιβλίων και μελετών που κυκλοφορούν στην αγορά; Είναι ένας εναλλακτικός τρόπος για να γνωρίσει ο αναγνώστης καλύτερα ιστορικά, κοινωνικοοικονομικά και πολιτικά θέματα που τον ενδιαφέρουν, δίνοντας μεγαλύτερη προσοχή στις λεπτομέρειες;
Η συντριπτική πλειοψηφία των ερευνητών που παρουσιάζουν την εργασία τους στον δημόσιο χώρο, αναπαράγουν το κυρίαρχο αστικό αφήγημα στην ιστορική του εμβέλεια. Μολονότι αξιοποιείται η επιστημονική μεθοδολογία έρευνας, αξιολόγησης και τεκμηρίωσης, ωστόσο, η κατεύθυνση που δίνεται μέσω των εργασιών δεν είναι κατεύθυνση απομάγευσης των αιτιών της κοινωνικής παρακμής, δεν είναι κατεύθυνση ξεσκεπάσματος της αστικής εξουσίας σε όλες τις μορφές της, αλλά μία επιφανειακή επανάληψη δεδομένων του αστικού κυρίαρχου ιδεολογήματος. Ελάχιστες εργασίες υιοθετούν πραγματικά ριζοσπαστική θέση, τέτοια που να προκαλέσει τη μέση συνείδηση. Αυτές οι εργασίες είναι δεδομένο ότι δεν υποστηρίζονται στον δημόσιο λόγο, ίσα ίσα παρακάμπτονται.
Το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα δείχνει ενδιαφέρον στην ανάγνωση βιβλίων ειδικού ενδιαφέροντος; Ποια είναι η προσωπική σας γνώμη;
Το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα δε θα μπορούσε να υπερβεί τον μέσο όρο συνειδητοποίησης έναντι άλλων ευρωπαϊκών κοινωνιών. Ένα μικρό, ελάχιστο, ποσοστό ενδιαφέρεται ουσιαστικά για κριτικά ζητήματα, για νέες θέσεις και απόψεις. Βολεύεται στην επιφάνεια, καθώς η εναλλακτική θέση απαιτεί καταβύθιση στη στενωπό του προβληματισμού, αφιερώνοντας χώρο και χρόνο στην εσωτερική κριτική, προτού αυτή μετατραπεί σε κριτική προς τρίτους, και δη στις αιτίες που προκαλούν συγκεκριμένες καταστάσεις. Δε χρειαζόμαστε απλά μία αλλαγή πορείας έναντι του βιβλίου· χρειαζόμαστε μία νέα πολιτιστική επανάσταση, μία ριζοσπαστική εκ θεμελίων κινητοποίηση της συνείδησης.
Πώς μια αρχική ιδέα, κατά τη γνώμη σας, ένα αρχικό πλάνο δηλαδή, εξελίσσεται σε στόχο και έπειτα στην ολοκλήρωση της συγγραφής ενός ογκώδους βιβλίου; Μιλήστε μας για την προσωπική σας εμπειρία στο θέμα αυτό.
Δεδομένων των δύο επιστημονικών εργασιών που έχω παρουσιάσει στον δημόσιο λόγο της Βαρβαρότητας του Διαφωτισμού. Ιδιοκτησία και αναγκαιότητα. Από την κατασκευή του δημόσιου χώρου στην πολιτική προβληματική του σώματος και της Επαναστατική αντι-βίας στην ανατομία του δικαίου. Ε.Λ.Α. - 17Ν, η ταξική ανάλυση μιας προέκτασης, είμαι σε θέση να υποστηρίξω ότι η διαδικασία είναι πολύχρονη και εξαιρετικά απαιτητική. Η αρχική ιδέα μετασχηματίζεται σε συνθέσεις ενδιάμεσων στόχων, με τελικό αποτέλεσμα οι ενδιάμεσοι στόχοι να συγκλίνουν σε μία τελική αναδιάταξη του λόγου, νοηματοδοτώντας την αρχική θεματική. Η ολοκλήρωση αυτής της πορείας σηματοδοτεί το τέλος μίας πολύχρονης και βασανιστικής διεργασίας, ανάμεσα σε τεκμήρια, αξιολογήσεις, καταχωρήσεις και αναλύσεις, γεγονός το οποίο απαιτεί από τον ερευνητή πειθαρχία και στοχοπροσήλωση.
Η εν λόγω μελέτη εξετάζει τα αίτια που οδήγησαν την πρωτοπορία του εργατικού κινήματος στη χώρα μας την περίοδο 1974-2002 να αυτονομηθεί και να αναμετρηθεί ένοπλα με το αστικό καθεστώς σε όλες του τις εκφάνσεις. Εξετάζει δηλαδή τις συνθήκες κάτω από τις οποίες η ένοπλη εργατική πρωτοπορία έθεσε τους όρους της κοινωνικής ανατροπής, συμβάλλοντας στις πολύμορφες διαδικασίες της ταξικής πάλης. Δεν επρόκειτο για ιστοριογραφική ή δημοσιογραφική εργασία, αλλά για την πρώτη ταξικά και πολιτικά ξεκάθαρη ανάλυση των δεδομένων από τα κάτω, με στόχο να μάθουν οι εργάτες την ιστορία τους έξω από το κυρίαρχο αστικό αφήγημα. Αναλύονται διεξοδικά ο ρόλος των ΗΠΑ στην Ελλάδα, η αστική διαχείριση των κυρίαρχων οικονομικών παραγόντων της χώρας, οι θεσμικοί φορείς εξουσίας και ο εκμαυλισμός αυτών, η κατασκευή της μεσαίας τάξης, αλλά και ο αποπροσανατολιστικός έως και εξαιρετικά αντιδραστικός χαρακτήρας της πολιτικής των Κ.Κ. και των συνδικαλιστικών τους ηγεσιών.
Γιατί χρησιμοποιείτε τον όρο «επαναστατική αντι-βία» στο βιβλίο σας; Πώς ακριβώς διαφοροποιείται εννοιολογικά από τον γενικότερο όρο της βίας;
Η βία είναι συνθετικό συστατικό της αστικής εξουσίας, μορφοποιείται στους μηχανισμούς ελέγχου και καταστολής, ενώ κυριαρχείται στο ιδεολογικό αφήγημα, όπως αυτό διαχέεται στον δημόσιο χώρο. Οι αποσυνάγωγοι, οι εκμεταλλευόμενοι της αστικής κοινωνίας, δεν έχουν παρά να αντιπαραβάλλουν την οργανωμένη λαϊκή αυτοάμυνα, τόσο τη θεσμοθετημένη στους κώδικες του αστικού δικαίου, όσο κι εκείνη που υπερβαίνει τα όρια του τελευταίου. Τη δεύτερη, την ένοπλη, το κυρίαρχο αστικό καθεστώς την τρέμει, ακριβώς επειδή δεν μπορεί να αποδεχτεί ότι μία δράκα λαϊκών αγωνιστών είναι σε θέση να αμφισβητήσει την αστική ηθική και ιδεολογία. Την αποστρέφονται παράλληλα και οι κομματικές και συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες της Αριστεράς, καθώς τους υπενθυμίζουν τον προδοτικό ρόλο που υιοθετούν στο εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα, ούσες ενταγμένες και αφοπλισμένες στα όρια του αστικού θεσμικού πλαισίου διαχείρισης. Η επαναστατική αντι-βία λοιπόν λέει αυτό ακριβώς, ότι οι αποσυνάγωγοι της αστικής εξουσίας, υιοθετούν τα δικά τους μέσα αντίστασης, συμβολοποιώντας την κατεύθυνση της κοινωνικής ρήξης.
Για ποιον λόγο προβήκατε στη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου; Γιατί επιλέξατε την παρούσα χρονική περίοδο για να το παρουσιάσετε στο κοινό και τι ακριβώς επιδιώκετε μέσω αυτού να καταστήσετε σαφές;
Πιστεύαμε (μαζί με τον Στράτο Τζαμπαλάτη) ότι υπήρχε κενό στην ταξική ανάλυση της ιστορίας του εγχώριου εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, κενό το οποίο καλυπτόταν μέχρι πρότινος από τη διαστρέβλωση αυτού μέσω του αστικού αφηγήματος και της υποστήριξης του τελευταίου από το Κ.Κ. και τις συνδικαλιστικές ηγεσίες, σε πλήρη αντίθεση με τα συμφέροντα των εργατών. Εμείς, λοιπόν, μέσα από την εν λόγω εργασία κάναμε ξεκάθαρο ότι οι ένοπλες εργατικές πρωτοπορίες υπήρξαν κομμάτι του εργατικού κινήματος, παιδιά των εργατών. Τα συμφέροντά τους αφουγκράζονταν, τις δικές τους απαιτήσεις διεκδικούσαν, στα χτυπήματα που δεχόντουσαν από τους κατασταλτικούς μηχανισμούς απαντούσαν. Σε καμία περίπτωση οι ένοπλες εργατικές πρωτοπορίες δεν υποσκέλιζαν τα εργατικά αιτήματα, σε καμία περίπτωση δεν υποκαθιστούσαν τους εργάτες. Υπήρξαν ο ένοπλος βραχίωνας μίας πολύπλευρης ταξικής πάλης. Επιχειρούμε λοιπόν να δείξουμε στους εργάτες την αλήθεια ενός από τα πλέον παραμελημένα κομμάτια της ιστορίας τους.
Πόσο καιρό χρειαστήκατε για να ολοκληρώσετε τη συγγραφή του βιβλίου σας; Ποιες δυσκολίες αντιμετωπίσατε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του;
Έχω από το 2015 ξεκινήσει και συγκεντρώνω υλικό για 15 μελέτες. Οι δύο πρώτες, όπως ανέφερα νωρίτερα, έχουν ήδη κυκλοφορήσει. Οι έρευνες λαμβάνουν χώρα παράλληλα, καθόλη τη διάρκεια του έτους, εφτά μέρες την εβδομάδα. Μελέτη, αξιολόγηση υλικού, καταγραφή, ταξινόμηση, διακλάδωση ανάλογα με την έρευνα είναι η μεθοδολογία που ακολουθώ. Και την ίδια διαδικασία υιοθετεί και ο Στράτος Τζαμπαλάτης, οι εισαγωγές του οποίου αποτελούν την υπεραξία των έργων, εισαγωγές οι οποίες θα μπορούσαν να σταθούν και μόνες τους αυτοτελώς ως ερευνητικά εργαλεία και αποτελέσματα.
Σε ποιο κοινό απευθύνεστε κυρίως; Βρήκατε την ανταπόκριση που επιδιώξατε εξαρχής να έχει το βιβλίο σας;
Απευθυνόμαστε στους εργάτες και ειδικότερα στο άκληρο προλεταριάτο. Σε αυτούς που βιώνουν την εκμετάλλευση σε όλα τα επίπεδα και μορφές του δημόσιου και ιδιωτικού χώρου. Και ναι, το γεγονός ότι βρισκόμαστε στη 2η χιλιάδα, για ένα τόσο ογκώδες έργο, είναι μία σημαντική νίκη στις επιδιώξεις μας. Είμαστε ευγνώμονες σε όλους όσοι αγκάλιασαν την προσπάθεια εξ αρχής.
Θα αναγνώσει για πρώτη φορά την κοινωνική πραγματικότητα (οικονομική, πολιτική, πολιτιστική) από τα κάτω, με αυθεντική ταξική οπτική κριτικής ανάλυσης και επεξήγησης, προκειμένου να κατανοήσει ότι πέρα από το αστικό αφήγημα, υπάρχει και το αφήγημα των εκμεταλλευομένων, και είναι το πιο πολύτιμο όπλο στην αφετηρία της κοινωνικής ανατροπής.
Έχετε λάβει κριτικές για το βιβλίο σας; Τις λαμβάνετε υπόψη; Σας επηρεάζουν κατά κάποιον τρόπο;
Οι κριτικές που έχουν δημοσιευθεί είναι θετικές, σίγουρα επιφυλακτικές λόγω της θεματικής, αλλά επιχειρούν να κατανοήσουν και οι ίδιες το βάθος της κοινωνικής αλήθειας την οποία πραγματευόμαστε. Ορισμένες είναι εξαιρετικά διεισδυτικές, γεγονός το οποίο δείχνει το ποιοτικό επίπεδο στο οποίο είναι σε θέση οι αναλύσεις να καταλήξουν, ενώ μας χαροποιεί το γεγονός ότι αναδεικνύονται και συνθέσεις και αιτίες που ήταν άγνωστες έως σήμερα.
Μιλήστε μας για τον εκδοτικό οίκο «Υψικάμινος» τον οποίο και διευθύνετε. Πόσο πολύ ή λίγο υποστηρίζει και προωθεί τέτοιου είδους μελέτες όπως η δική σας;
Οι εκδόσεις «Υψικάμινος», πέραν της λογοτεχνίας, δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στις επιστημονικές μελέτες, τόσο φιλολογίας, όσο και πολιτικών και οικονομικών επιστημών. Ήδη ετοιμάζουμε μία σειρά από μεταφράσεις πολιτικής και κοινωνικής κριτικής και ιστορίας από προκηρύξεις της RAF και των Ερυθρών Ταξιαρχιών έως κείμενα και ομιλίες του μαρξιστή επαναστάτη Τομά Σανκαρά και του Φιντέλ Κάστρο, καθώς και μεταφράσεις Γκ. Χέγκελ και Γκ. Λούκατς. Παράλληλα, ετοιμάζονται μια σειρά από μεταφράσεις γερμανικής λογοτεχνίας από Γερμανίδες συγγραφείς για πρώτη φορά στην ελληνική γλώσσα, μετά τη μεταφορά στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό της Bertha von Suttner.
Ποιοι είναι οι επόμενοί σας στόχοι; Προγραμματίζετε κάτι για το άμεσο μέλλον;
Ετοιμάζουμε με τον Στράτο Τζαμπαλάτη την επόμενη επιστημονική μελέτη με τίτλο Γιατί οι εργάτες δεν είναι το επαναστατικό υποκείμενο. Η γραφειοκρατία των παραγωγικών δυνάμεων. Δομές, εξουσία και εξάρτηση στο Κεφάλαιο του Καρλ Μαρξ. Ένα έργο αφιερωμένο στη μνήμη του μαρξιστή διανοούμενου Γκ. Λούκατς.
Κύριε Χαριστέ, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη και ενδιαφέρουσα συζήτηση που είχαμε. Σας εύχομαι από καρδιάς καλή επιτυχία στο πολύ αξιόλογο έργο σας και πάντα όμορφες εμπνεύσεις.
Οι ευχαριστίες όλες δικές μου.
Βιογραφικό
O Αντώνης Ε.
Χαριστός γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1988. Είναι φιλόλογος και δημοσιογράφος,
απόφοιτος της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. Είναι ο ιδρυτής του Φιλολογικού
Ομίλου Ελλάδος, του οποίου διατελεί πρόεδρος, ενώ, παράλληλα, έχει εισηγηθεί,
επεξεργαστεί και διαμορφώσει τους όρους της τεχνοτροπίας του «δομημένου
ρεαλισμού» στη λογοτεχνία. Είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας των Ελλήνων
Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Ένωσης Φιλολόγων και της Εταιρείας Γραμμάτων και
Τεχνών Πειραιά. Ως κριτικός θεάτρου και λογοτεχνίας, δημοσιεύει τακτικά
αναφορές σε διαδικτυακούς χώρους πολιτισμού και έντυπες εκδόσεις. Είναι επίσημος
επιμελητής, ποίησης και πεζογραφίας, των εκδόσεων «Γράφημα», καθώς και
διευθυντής των εκδόσεων «Υψικάμινος», επίσημες εκδόσεις του Φιλολογικού Ομίλου
Ελλάδος. Είναι αρχισυντάκτης στο τριμηνιαίο «Λογοτεχνικό Δελτίο» όργανο του
Φιλολογικού Ομίλου Ελλάδος, συλλογική έκδοση πεζογραφικού, ποιητικού και
κριτικού λόγου αντίστοιχα. Αρχισυντάκτης των περιοδικών «Η σπορά», όργανο του
Μετώπου Αριστερών Συγγραφέων. Έχει εκδώσει πέντε έργα πεζογραφίας, δύο θεατρικά
έργα («Ο δακτυλογράφος» και «Έμπορος κατά συνείδηση»), καθώς και τις
λογοτεχνικές μελέτες «Ο πεσιμισμός είναι ανθρωπισμός. Η περίπτωση του ποιητού
Κώστα Καρυωτάκη» και «Η λογοτεχνία τής ευθύνης. Ιστορία και ταυτότητα στη
λογοτεχνική κίνηση του ’30. Ο ρόλος τού Άγγελου Τερζάκη», ενώ συμμετείχε ως
συγγραφέας και επιμελητής στην έκδοση του θεωρητικού έργου «Μανιφέστο. Δυο
σχολές τού ρεαλισμού» του Φιλολογικού Ομίλου. Ακόμη, είναι συγγραφέας του
θεωρητικού δοκιμίου «Τί είναι ο δομημένος ρεαλισμός. Εισαγωγή στην
τεχνοτροπία». Ακόμη, έχει κυκλοφορήσει την ποιητική συλλογή με τίτλο «Φίλωνος
& Νοταρά. Τα στιχάκια τής Τρούμπας, 1950-1970». Έχει επιμεληθεί το σενάριο
και τα κείμενα στις ταινίες μικρού μήκους «Επιθυμώ», «Πολφός αίματος», καθώς
και σενάριο-σκηνοθεσία στην ταινία μικρού μήκους «Ομ/φαλλός Κολπορραγίας».
Είναι ο αρχισυντάκτης του ετήσιου τόμου επιθεώρησης τέχνης «Παράθυρο στην
Τέχνη» του Φιλολογικού Ομίλου και του επίσης ετήσιου τόμου επιστημονικών
μελετών «Κριτική τής κριτικής κριτικής» του τμήματος Φιλοσοφίας και Ιστορίας του
Φιλολογικού Ομίλου. Επιπλέον, συμμετείχε ως συγγραφέας και επιμελητής στην
έκδοση του θεωρητικού έργου «Οπλίζοντας τις κάμερες. Μανιφέστο τής Φράξιας
Κινηματογραφιστών 2 Νοέμβρη», καθώς και των συλλογικών έργων «Πατησίων &
Βερανζέρου γωνία. Αθήνα, 1960-1970», «Σιδηρά βελόνη στην ουρήθρα. ΕΑΤ-ΕΣΑ,
1967-1973», «Άφησέ με νἂρθω μαζί σου. Σανατόριο Σωτηρία, 1902-1930».
Τέλος, συμμετείχε ως συγγραφέας και επιμελητής στο έργο «Το φουστάνι τής
Ευδοξίας», τεχνική και ιδεολογική ανάλυση της ομότιτλης ταινίας μικρού μήκους της
«Φράξιας Κινηματογραφιστών 2 Νοέμβρη» (της οποίας υπήρξε σκηνοθέτης).
Επιμελήθηκε ως ανθολόγος τους συλλογικούς τόμους «Στιγμές. Ο ποιητής Τόλης
Νικηφόρου» και «Η ποίηση στη ντιβάνι. Ανθολογία. Σωτήρης Παστάκας». Τέλος, έχει
εκδώσει τον τόμο επιστημονικής φιλοσοφικής μελέτης «Η βαρβαρότητα του
διαφωτισμού. Ιδιοκτησία και αναγκαιότητα».
0 Σχόλια