Βιβλιοκριτική: "Αποστάτες άγγελοι" της Πωλλέτας Β. Ψυχογυιοπούλου | Γράφει η Αργυρούλα Αλεξανδροπούλου

 


Αποστάτες άγγελοι
Συγγραφέας: Πωλλέτα Β. Ψυχογυιοπούλου
Ημερομηνία έκδοσης: 06/2024
ISBN: 978-618-208-093-1
Σελίδες: 88
Εκδόσεις: Κουκκίδα

Η αρχιτεκτονική του διασαλευμένου νου και η λύτρωση μέσω της ποίησης



Στην ποιητική συλλογή Αποστάτες Άγγελοι (Κουκκίδα, 2024, ISBN 978-618-208-093-1), η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου προσεγγίζει με τόλμη, διεισδυτικότητα και βαθιά ενσυναίσθηση τη σύνθετη και συχνά αποσιωπημένη θεματική των ψυχικών νοσημάτων, αποτυπώνοντάς την με ιδιαίτερη πρωτοτυπία και ευαισθησία. Εύστοχη και αποκαλυπτική είναι η επιλογή της προμετωπίδας από τον Όσκαρ Ουάιλντ: «Μα όσα συμβαίνουν, δεν συμβαίνουν πράγματι στον εγκέφαλο; […] δεν βλέπουμε με τα μάτια, δεν ακούμε με τα αυτιά. Αυτά είναι απλώς οι αγωγοί –επαρκείς ή ανεπαρκείς– των αισθητηριακών εντυπώσεων. Μόνο στον εγκέφαλο η παπαρούνα είναι κόκκινη, το μήλο ευωδιάζει και ο κορυδαλλός κελαηδάει». Το απόσπασμα αυτό θέτει το φιλοσοφικό θεμέλιο του έργου, αναδεικνύοντας την υποκειμενικότητα της ανθρώπινης εμπειρίας. Η πραγματικότητα δεν αποτελεί απλώς αντανάκλαση των εξωτερικών ερεθισμάτων, αλλά μια εσωτερική, σύνθετη και εύθραυστη κατασκευή του νου. Τι συμβαίνει, όμως, όταν ο εγκέφαλος «αποστατεί»; Όταν ο νους μοιάζει να αυτονομείται, να απομακρύνεται από τους κοινούς κώδικες εκλογίκευσης και να ανασυνθέτει τον κόσμο μέσα από μια προσωπική, συχνά δυσπρόσιτη γλώσσα;

Την απάντηση επιχειρεί να δώσει η ποιητική συλλογή, στην οποία κυριαρχούν οι «Ανοίκειες φωνές» (σ. 30). Η δημιουργός μάς εισάγει στον πυρήνα του ψυχικού κλονισμού, εκεί όπου επίμονες, μεταλλικές και διαπεραστικές κραυγές καταλαμβάνουν τον χώρο της συνείδησης, καλλιεργώντας ακόμη και την «ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας». Η οδυνηρή διάσταση της κληρονομικότητας αναδεικνύεται στο ποίημα «Κρατούσα κληρονομικότητα» (σ. 31): «Η κληρονομιά μου γενιά ερεβώδης· / τη γέννηση σφραγίζει με άφατη εμμονή. / Στις φωνές χαμένη / αντιπαλεύοντας / ψυχής θραύσματα· θόλους σκοτεινούς…». Το σκοτάδι του νου μετατρέπεται σε μια επώδυνη κληρονομική διαδοχή, η οποία προσωποποιείται στη μορφή της μητέρας, στο ποίημα «Ακρωτηριασμός» (σ. 32): «Η μάνα ήταν αόρατη. / Τα σκευάσματα την είχαν καταπιεί. Λευκό το πένθος». Η μητρική μορφή, αλλοιωμένη από την ασθένεια και τη φαρμακευτική αγωγή, συμβολίζει μια απώλεια που συντελείται ενώ η ζωή εξακολουθεί να υπάρχει. Το ποιητικό υποκείμενο βιώνει το «λευκό πένθος» μιας ζωντανής αλλά ταυτόχρονα απούσας παρουσίας, κάτω από τη βαριά σκιά ενός «γονιδίου παράφορου».

Ωστόσο, μέσα στην αγωνία του ψυχικού κλονισμού, ο νους ανακαλύπτει και την ικανότητα να διακρίνει μορφές και νοήματα εκεί όπου οι άλλοι αντικρίζουν μόνο άψυχη ύλη. Στο ποίημα «Ξυλόγλυπτο» (σ. 13), πάνω στο ξύλο που έχει διαβρώσει το κύμα, η ποιήτρια αναγνωρίζει αλλόκοτα πλάσματα: έναν «ελέφαντα φυλακισμένο σε γοργόνας λέπια», μια «φώκια με κεφάλι χήνας», μια «φάλαινα που ίπταται σε φτερά νυχτερίδας», «φίδια στο δέντρο πετρωμένα» και μια «γάτα που ξεπροβάλλει με ουρά ψαριού». Η ποιητική φαντασία ανασυνθέτει το πραγματικό με σουρεαλιστική ελευθερία, μεταμορφώνοντας την εσωτερική τρικυμία σε «εύρημα αναπάντεχο». Τα παράδοξα αυτά πλάσματα δεν προκαλούν φόβο, αλλά «στήνουν χορό», καθώς η τρυφερή ματιά της Ψυχογυιοπούλου προσδίδει αισθητική τάξη στο ανοίκειο. Με αυτόν τον τρόπο, η ποιήτρια υπερβαίνει τα στερεότυπα που συνοδεύουν την ψυχική νόσο και διεκδικεί την αποδοχή και τη συμπερίληψη του διαφορετικού ανθρώπου. Η τέχνη δεν περιορίζεται στην αναπαραγωγή του ορατού, αλλά αποκαλύπτει δυνατότητες θέασης που διαφεύγουν από τη συμβατική λογική.

Η ρευστότητα των ορίων ανάμεσα στη λογική και το παράλογο αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στο ποίημα «Στοίβα Λέξεων» (σ. 77). Η γραφή δεν παρουσιάζεται ως μια γαλήνια δημιουργική διαδικασία, αλλά ως πράξη σχεδόν σωματικής εκτόνωσης. Οι λέξεις «στοιβάζονται» μέσα στη συναισθηματική ασφυξία, χαράζουν το χαρτί σαν θυμωμένα αιλουροειδή και διεκδικούν επίμονα την έξοδό τους στο φως. Η διαδικασία της σύνθεσης («γράμμα το γράμμα, συλλαβή τη συλλαβή») γίνεται μια αγωνιώδης προσπάθεια επιβολής τάξης στο πνευματικό χάος. Η γραφή λειτουργεί ως απόπειρα ανασυγκρότησης της κατακερματισμένης συνείδησης, συγκρατώντας τα θραύσματα της ψυχικής εμπειρίας και οδηγώντας σε μια λυτρωτική «επιλύχνιο ευχαριστία».

Η αντίληψη αυτή για την ποιητική δημιουργία φέρνει αναπόφευκτα στη μνήμη τον Ρώμο Φιλύρα, ο οποίος μετέτρεψε το κελί του ψυχιατρείου σε ένα ιδιότυπο εργαστήρι λέξεων, αποδεικνύοντας ότι η ποίηση μπορεί να αποτελέσει ύστατη προσπάθεια του ανθρώπου να δώσει σχήμα και φωνή στο ανείπωτο. Όπως παρατηρούσε ο Κώστας Βάρναλης, ο λυρισμός του Φιλύρα έτεινε προς έναν «πυθικό ενθουσιασμό και μέθη» και κατόρθωνε «με ξαφνικά τινάγματα να φτάσει από την άμεση πραγματικότητα στις πιο απίθανες κορφές του ιδεαλισμού και της αποθέωσης» (Πελεκάνου, 2026). Αντίστοιχα, η Ψυχογυιοπούλου αξιοποιεί τις αντιφάσεις του νου ως δημιουργική δύναμη, διαγράφοντας διαδρομές ανάμεσα στην αντικειμενική πραγματικότητα και την υποκειμενική πρόσληψή της. Όπως υποδηλώνεται στο ποίημα «Ποίησις Εστία» (σσ. 11-12), ένα «Σπίτι γεμάτο αντιφάσεις / την ποίηση συντρέχει». Οι εσωτερικές συγκρούσεις και οι ψυχικοί κραδασμοί μετατρέπονται σε υλικό καλλιτεχνικής δημιουργίας. Η απώλεια της εσωτερικής σταθερότητας δεν εξιδανικεύεται, αλλά αναδεικνύεται ως βίωμα που μπορεί να μετασχηματιστεί σε δημιουργική έκφραση.

Παράλληλα, η μνήμη λειτουργεί ως μηχανισμός άμυνας απέναντι στη φθορά και την απώλεια. Στο ποίημα «Φωτογραφικό κλικ» (σ. 20), η ποιήτρια μάς μεταφέρει σε ένα ειδυλλιακό παρελθόν, όπου οι «παπαρούνες με άλικο χρώμα» παραπέμπουν στην εισαγωγική ρήση του Ουάιλντ και ανακαλούν τη φωτεινότητα της οικογενειακής ευτυχίας. Η φωτογραφική αποτύπωση διασώζει μια στιγμή πληρότητας, η οποία στέκει «καταντικρύ στα θρύψαλα μελλοντικής καταιγίδας». Όταν, όμως, η ψυχική οδύνη ξεσπά, η φωτεινή εικόνα ανατρέπεται: «Μαύρο αίμα κυλά, γνέθοντας στοχασμούς σε βαμβακένιο μαξιλάρι ονείρου κι όλα συντρίμμια γίνονται μαύρα φτερά και πούπουλα. Μαύρο σκότος λεκιάζει το πάλλευκο όνειρο». Το σπίτι παύει να αποτελεί καταφύγιο και «τιτιβίζει θάνατο», ενώ η σιωπή μετατρέπεται σε «κλουβί» στο ποίημα «Κίτρινο νεκρό» (σ.23). Απέναντι στην καθήλωση, η ποιήτρια αντιτάσσει το «λάφυρο μνήμης» ενός κίτρινου φτερού, καταλήγοντας στην υπαρξιακή διακήρυξη: «Ζώσα ψυχή / ποτέ σε κλουβί». Η φράση αυτή συμπυκνώνει την αντίσταση της ανθρώπινης ύπαρξης στον εγκλεισμό και την απώλεια της ελευθερίας.

Η αναμέτρηση με τη στέρηση κορυφώνεται στο εξομολογητικό σονέτο «Κούκλες» (σ. 71). Το ανθρώπινο μυαλό επιστρατεύει τη φαντασία και αποδίδει ζωή σε άψυχα αντικείμενα, μετατρέποντάς τα σε υποκατάστατα μιας δυσαναπλήρωτης παρουσίας. Η λειτουργία αυτή αναδεικνύει την ανάγκη ψυχικής αναπλήρωσης του υπαρξιακού κενού και τη βαθιά επιθυμία διατήρησης του δεσμού με ό,τι έχει χαθεί. Η ποιήτρια προσεγγίζει αυτή την εύθραυστη ισορροπία με ευαισθησία, χωρίς να απομακρύνεται από την οδυνηρή πραγματικότητα της απώλειας.

Ιδιαίτερα εύστοχη είναι η παρατήρηση του Γιάννη Στρατούλια στο επίμετρο της έκδοσης, σύμφωνα με την οποία η ποιήτρια επιχειρεί «να αναμετρηθεί με την ετερότητα-παραδοξότητα, να μιλήσει εντέλει για το άρρητο». Με ενσυναίσθηση και ευαισθησία προσεγγίζει «το γίγνεσθαι της τρέλας», εισχωρώντας στον δύσκολο τόπο της ψυχοπαθολογίας, εκεί όπου διασταυρώνονται το σύμπτωμα και η βαθύτερη ψυχική δομή. Η ποίηση, επομένως, δεν λειτουργεί ως απλή περιγραφή της ασθένειας, αλλά ως προσπάθεια κατανόησης της σύνθετης ανθρώπινης ψυχικής αιτιότητας.

Συμπερασματικά, οι Αποστάτες Άγγελοι διατρέχονται από μια βαθιά υπαρξιακή αγωνία απέναντι στην απώλεια, την ψυχική αποδιοργάνωση και τον εγκλεισμό. Μέσα στις σκιές της παράνοιας, ο νους μοιάζει με «έναν λαβύρινθο δίχως μίτο». Οι Αποστάτες Άγγελοι συμβολίζουν τις ανθρώπινες συνειδήσεις που απομακρύνονται από τους κοινούς κώδικες της λογικής και του φωτός, χωρίς ωστόσο να χάνουν την ευαισθησία και την αξιοπρέπειά τους. Η πυκνή σιωπή του εγκλεισμού μεταμορφώνεται σε ένα «ξόρκι λυρικό», ενώ η τέχνη αναδεικνύεται σε έσχατο οχυρό διάσωσης.

Όπως τα εκθέματα στις «Εικονο-στάσεις» (σ. 15) σιωπούν «αναμένοντας την Ανάσταση» και η «ζώσα ψυχή» αρνείται το κλουβί της, έτσι και το ποιητικό οδοιπορικό οδηγεί προς μια βαθύτερη εσωτερική συμφιλίωση. Υπάρχουν, τελικά, αποστάτες άγγελοι που κατορθώνουν να δραπετεύσουν από τον «Φαύλο Εγκλεισμό» (σ. 29) και να κατακτήσουν μια ιδιότυπη εσωτερική ειρήνη, αφήνοντας την τελευταία λέξη στη λύτρωση: «Εγώ εκστασιασμένη / με τον Θεό συμφιλιώνομαι».

Η Πωλλέτα Ψυχογυιοπούλου δεν επιχειρεί να εξωραΐσει την ψυχική οδύνη ούτε να εξηγήσει οριστικά το αίνιγμά της. Επιλέγει να αναδείξει την ανθρώπινη ευαλωτότητα και τη δυνατότητα της ποίησης να μετατρέψει το άρρητο σε λόγο, τη μνήμη σε αντίσταση και την αποστασία του νου σε μια διαφορετική θέαση της ανθρώπινης ύπαρξης. Οι Αποστάτες Άγγελοι αποτελούν, τελικά, μια ποιητική μαρτυρία για την εύθραυστη αρχιτεκτονική του ανθρώπινου νου, αλλά και για την ακατάλυτη ανάγκη του ανθρώπου να διασώσει την ψυχή του μέσα από τη γλώσσα, τη μνήμη και την τέχνη.

 

Βιβλιογραφία

Ψυχογυιοπούλου, Π. (2024). Αποστάτες Άγγελοι. Αθήνα: Εκδόσεις Κουκκίδα. ISBN 978-618-208-093-1.

Πελεκάνου, Σ. (2026). «Ρώμος Φιλύρας, ο ποιητής που“πέθανε” δύο φορές – Η κοσμική ζωή, η σύφιλη και τα 15 χρόνια στοΔρομοκαΐτειο». Πρώτο Θέμα. 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια