Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "Ουλονοτρυνία" του Κωνσταντίνου Ρέψη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 

Ποιητής: Κωνσταντίνος Ρέψης
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 52
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Πολλές φορές τυχαίνει να παρατηρούμε πράγματα, που συμβαίνουν γύρω μας, χωρίς να τους δίνουμε ιδιαίτερη σημασία. Όταν, όμως, η εστίαση γίνει με μεγαλύτερη προσοχή από μέρους μας, συνειδητοποιούμε έκπληκτοι το πόσο σημαντική είναι η παρουσία τους στην καθημερινότητά μας, μια παρουσία, η οποία, είτε μας επιβάλλεται θελημένα είτε προκύπτει αθέλητα, καθιστά την κάθε μας στιγμή ξεχωριστή. Το φεγγάρι για παράδειγμα, ο ήλιος, ακόμα κι ένα ευωδιαστό τριαντάφυλλο, μπορούν να κεντρίσουν ξαφνικά το ενδιαφέρον μας και να μας προξενήσουν ποικίλα συναισθήματα, άλλοτε χαράς κι ευτυχίας, άλλοτε λύπης και νοσταλγίας, επειδή και μόνο τα παρατηρήσαμε από άλλη οπτική γωνία και με άλλη ψυχολογική διάθεση. 

Ο Κωνσταντίνος Ρέψης μέσα από την πρώτη του ποιητική συλλογή, που φέρει τον τίτλο «Ουλονοτρυνία» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν», επιχειρεί να εστιάσει σ’ αυτά, τα εκ πρώτης όψεως μη σημαντικά πράγματα, τα οποία επηρεάζουν και καθορίζουν σημαντικά τις μη προγραμματισμένες στιγμές μας, χρησιμοποιώντας το μέσο της παρατήρησης. 


«Μια και μόνη φορά είδα την ομορφιά του. 
Μόνο και μόνο, επειδή μια και μοναδική φορά, το είδες και συ 
με το μυαλό μου. 
Μια και μόνη φορά στα τόσα χρόνια, 
είδαμε το φεγγάρι. 
Κι ας περνάει κάθε μέρα απ’ το δωμάτιο.» (Σελ. 9) 

Σχεδόν σε όλα τα ποιήματα της συλλογής η παρατήρηση φαίνεται πως έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Έπειτα σειρά έχει το συμπέρασμα, η κριτική και στο τέλος η συμβουλή. Ο αναγνώστης οικειοποιείται την άποψη του γράφοντος και ταξιδεύει στο δικό του λογικό μονοπάτι. 

«Η θυσία πρέπει πάντα να προηγείται της 
απολαύσεως. 
Το αντίστροφο είναι οδυνηρότατο. 
Αν όχι καταστροφικό.» (Σελ. 13) 

Ο ποιητής δε διστάζει να ξεγυμνώσει ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό. Άλλωστε, πώς θα μπορούσαμε να μιλάμε για ποίηση, αν ο γράφων δεν καταθέτει κομμάτια του εαυτού του στο χαρτί; Ως άνθρωπος συλλαμβάνεται να αναγνωρίζει τις αδυναμίες του και να τις υπερτονίζει μέσα από τους στίχους του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η παραδοχή του ότι είναι ως χαρακτήρας εγωιστής. 

«Αν μ’ αγαπάς έστω και λίγο, 
χαίρομαι με τη χαρά σου. 
Αν όχι, 
σου εύχομαι ό,τι χειρότερο.» (Σελ. 14) 

«Το αποφάσισα. 
Να ’σαι καλά. Ό,τι κι αν κάνεις. 
Για να λέμε την αλήθεια, το μέσα μου 
μου το υπαγόρευσε. Με όλο του το είναι. 
Από αδυναμία να ’ναι διαφορετικά. 
Αδυνατώ για το αντίθετο.» (Σελ. 15) 

Τα ποιήματα του Κωνσταντίνου Ρέψη θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν και ως σύντομα γνωμικά. Διαβάζοντάς τα ο αναγνώστης γίνεται στην ουσία ο αποδέκτης των μηνυμάτων που θέλει να περάσει ο ποιητής. 

«Οι συνέπειες των πράξεών μου 
είναι οι μόνες που επιδεικνύουν 
απαράμιλλη συνέπεια.» (Σελ. 23) 

Οι σύντομοι και συνοπτικοί στίχοι ωθούν τον αναγνώστη να σκεφτεί περισσότερο, να εστιάσει στην ουσία των λεγομένων, να λάβει το μήνυμα ευκολότερα, να προβληματιστεί και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, δείχνοντας μεγαλύτερη προσοχή στις λέξεις που επιλέγει να χρησιμοποιήσει ο ποιητής. 

«Για σκέψου. 
Αντέχεις την ελευθερία; 
Σκέψου.» (Σελ. 26) 

Ο ποιητής αφιερώνει. Παρότι η ποίησή του θα μπορούσε να χαρακτηριστεί στο σύνολό της δωρική, ωστόσο σε πολλά σημεία της ο ρομαντισμός και η ερωτική διάθεση χαρίζουν μια πιο λυρική νότα στο στίχο, πλημμυρίζοντάς τον με όμορφες και ταξιδιάρικες εικόνες, στις οποίες μεταφέρεται αυτομάτως και ο αναγνώστης του. 

«Στα πέρατα του κόσμου. 
Στην παγωμένη Γη του Πυρός. 
Ποιος να ’ξερε πως δυο μάτια θα ζεστάνουν 
την καρδιά σου.» (Σελ. 37) 

«Τώρα θυμήθηκα πως ξέχασα να σε ξεχάσω. 
Όλο το αμελούσα. 
Από αύριο σε αύριο. 
Κι όλο ερχόσουν δίπλα μου με περίεργους τρόπους.» (Σελ. 43) 

Ο ποιητής, τέλος, φαίνεται μέσα από τους στίχους του να κυριεύεται από το συναίσθημα του φόβου. Επιχειρώντας να τον αντιμετωπίσει και να τον ξεπεράσει, παλεύει με την ανασφάλειά του και στο τέλος νικά. Στο τελευταίο ποίημα της συλλογής επιχειρεί να γίνει αισιόδοξος και να τολμήσει διεκδικώντας ένα καλύτερο αύριο για τον εαυτό του. Είναι το μήνυμα που εμμέσως απευθύνεται και στον ίδιο τον αναγνώστη. Μόνο με την τόλμη μπορεί κανείς να νικήσει την ανασφάλειά του, να ξεπεράσει το φόβο του και να διεκδικήσει για τον εαυτό του, αλλά και για τους άλλους το πολυπόθητο, ομορφότερο αύριο. Ακόμα κι αν δεν έρθει ποτέ, η προσπάθειά του θα μείνει ζωντανή και ο φόβος θα έχει νικηθεί εξ ολοκλήρου. 

«Φοβάμαι. 
Το κλαρί της ανασφάλειάς μου ανθίζει. 
Το παρατηρώ. 
Πόσο όμορφο είναι ανθισμένο; 
Θέλω να κρατηθώ απάνω του. 
Κρατιέμαι. 
Φοβάμαι μήπως σπάσει. 
Ας σπάσει. 
Δεν φοβάμαι.» (Σελ. 45) 

Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε με μια ποίηση χωρίς βερμπαλισμούς, αφαιρετική, ολιγόστιχη, αυθόρμητη και με διδακτικό χαρακτήρα. Μια ποίηση που εκπροσωπεί τον σύγχρονο τρόπο γραφής, και που παρότι διαβάζεται απνευστί, προσφέρεται για να διαβαστεί πολλές φορές. 
Ας είναι καλοτάξιδη!

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Κι έτσι,
Αφού ο Χάρος μετάνιωσε λίγο πριν πάρει τη ζωή του,
απλά και μόνο για να μυρίσει το άρωμά του,
αυτό μεγάλωσε.
Πέρασε σε μπόι τα διπλανά τριαντάφυλλα που μέχρι
τότε ήταν ομορφότερα και πιο δυνατά, άνοιξε τα
πέταλά του, και χωρίς να ξέρει από τι τύχη γλίτωσε,
και χωρίς να ορίζει τον χρόνο του θανάτου του,
απλά ευωδίαζε.

Λίγα λόγια για τον ποιητή, Κωνσταντίνο Ρέψη:

Ο Κωνσταντίνος Ρέψης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1983. Έκτοτε ζει στη Λάρισα. Σπούδασε Μηχανικός Βιοσυστημάτων. Το βιβλίο Ουλονοτρυνία είναι η πρώτη ποιητική του συλλογή.