Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΛΙΒΑΝΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ Ο ΞΗΡΑΝΘΟΣ" της Ευφροσύνης Μαντά - Λαζάρου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Ποιήτρια: Ευφροσύνη Μαντά - Λαζάρου
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 40
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Ακόμα κι όταν όλα μοιάζουν νεκρά, η ζωή πάντα βρίσκει τον τρόπο κι ανασταίνεται. Τραυματισμένη μεν, αδύναμη, φοβισμένη, όμως, ακόμα κι εκεί, στην άκρη του γκρεμού, παλεύει με νύχια και με δόντια για να ορθοποδήσει, να σταθεί δυνατή και να σωθεί. Το ποια θα ’ναι η πορεία της στο μέλλον, άγνωστο. Η μοίρα δεν ορίζεται πάντα από κείνη. Θα λέγαμε πως τις περισσότερες φορές καθοδηγείται από μαύρα σκοτάδια, φθονερούς κυκλώνες, προαποφασισμένες καταιγίδες. 
Η Ευφροσύνη Μαντά - Λαζάρου έχει επίγνωση της συνθήκης. Αναγνωρίζει το δέντρο που τολμά ν’ ανθίσει στη μέση του πουθενά. Απογοητεύεται από την ξεραΐλα του τοπίου που το εχθρεύεται. Και γράφει. Γράφει για το τώρα, το πριν, το μετά. Άραγε, θα ’ρθει; Θα υπάρξει μετά; Και πώς θα ’ναι; 
Στην τελευταία της ποιητική συλλογή, την έβδομη κατά σειρά, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, με τίτλο «ΕΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΛΙΒΑΝΙ ΚΑΙ ΠΑΛΙ Ο ΞΗΡΑΝΘΟΣ», από τις εκδόσεις «Βακχικόν», μιλάει για όλα όσα την στενοχωρούν και που έχουν άμεση σχέση με την ιδιαίτερη πατρίδα της, την Κύπρο. 
Η συλλογή χωρίζεται σε δύο άνισα μέρη. 
Το πρώτο μέρος φέρει τον τίτλο «ΜΕΡΟΣ Α’: ΈΝΑ ΔΕΝΤΡΟ ΛΙΒΑΝΙ». Σ’ αυτό η ποιήτρια αφιερώνει τέσσερα μόλις πεζοποιήματα. Εντελώς απότομα ο αναγνώστης μεταφέρεται σε ένα φρικιαστικό τοπίο, εκεί που δεσπόζει ο θάνατος, εκεί που η σιωπή επιβάλλεται, ακόμα κι όταν η ζωή επιμένει να του αντιστέκεται. Ο νόμος της επιβίωσης είναι νόμος σκληρός, που δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις. Στην παρέκκλιση έρχεται ο θάνατος, που, ποιος, αλήθεια, δεν τον φοβάται, δεν τον απεχθάνεται; Μα όταν η ζωή βρεθεί στα χνάρια του, τότε γίνεται κι εκείνη εφιαλτική. Οι εικόνες της μαυρίζουν την ψυχή κι η σιωπή γίνεται κραυγή που ουρλιάζει τις νύχτες. 

«Και οι νύχτες μένουν ανοικτές στη σιωπή ενός θρυμματισμένου στόματος» (Σελ. 9) 

Ο στίχος αυτός, προκειμένου να αποτυπωθεί μοιραία στη μνήμη του αναγνώστη, επαναλαμβάνεται και στο επόμενο ποίημα της συλλογής, στη σελίδα 10. 
Η αναφορά στον πατέρα επιβλητική. Οι μνήμες του παρελθόντος έρχονται και πάλι να ξυπνήσουν την ιστορία, ώστε να τιμηθούν οι ήρωες που χάθηκαν για ένα καλύτερο αύριο της πατρίδας. Υπάρχει στ’ αλήθεια; Ήρθε; 

«Οι λέξεις δίχως το παλιό τους δέρμα σιωπούν.» (Σελ. 10) 

Η ζωή πεισματικά συνεχίζεται, ακόμα κι αν περιβάλλεται από τον ίδιο, τον άγριο θάνατο, που έντυσε τις μέρες της με κάρβουνο. 

«Καμένα σωθικά δεν κλαίνε, δεν γελάνε.» (Σελ. 11) 

Κι όμως, γύρω από τη στάχτη, η φύση επιμένει να ντύνεται στο πράσινο, να λούζεται με φως, να βρέχεται με θάλασσα. 

«Τα σπίτια ήταν εκεί: κτιστή της νύχτας σιγαλιά και ερημιά της μέρας. Σε ξενιτιά τα έπαιρνε το κρύσταλλο υγρής απόμακρης γαλήνης.» (Σελ. 12) 

Τίποτα, πια, δε θυμίζει το ίδιο. Ο χρόνος επιβάλει τη σιωπή. Γιατί, όσο κι αν η φύση μας καλεί να γαληνέψουμε, η ψυχή παραμένει εγκλωβισμένη στην οδύνη της μνήμης. 

«Τα σπίτια είναι εκεί. Φωλιάζουν άνθρωποι 
εντός, όμως την ιστορία τους την έχει πια καταβροχθίσει καινούργια 
ουσία.» (Σελ.12) 

Το δεύτερο μέρος φέρει τον τίτλο: «ΜΕΡΟΣ Β’: Ο ΞΗΡΑΝΘΟΣ». Εδώ η ποιήτρια αλλάζει τη δομή των ποιημάτων της, παρότι το ποιητικό της ύφος παραμένει το ίδιο. Δε συναντάμε πια πεζοποιήματα, αλλά ποιήματα γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, που ακολουθούν τις τάσεις της μοντέρνας ποίησης. Τα ποιήματα του μέρους αυτού στον αριθμό είναι δεκαεννιά, ολογόστιχα τα περισσότερα και με θεματική που λίγο ή πολύ ακολουθεί εκείνη του πρώτου μέρους. 

«Ένα δέντρο λιβάνι` ανάβει. 
Μα η καρδιά νικιέται. 
Επιμένει ν’ απλώσει τη χλόη της, 
ένα επίπεδο, λείο, πεδινό σήμερα. 
Ένα δέντρο λιβάνι και πάλι ο ξηρανθός.» (Σελ. 15) 

Πρόκειται για τους στίχους του ομότιτλου ποιήματος της συλλογής. Ακόμα κι όταν όλα έχουν χαθεί, ακόμα κι όταν ο θάνατος λυγίζει την ψυχή, η ζωή επιμένει ν’ ανθίζει, γιατί η άνθιση συνιστά τη συνέχεια της ύπαρξης. 
Η ποιήτρια δεν εστιάζει μόνο στη δίνη που προξένησαν τα λάθη της ιστορίας του τόπου της. Μεταφέρεται εικονικά και στο παρόν, σ’ αυτό που καθόλου δεν έχει αλλάξει το τοπίο, καθώς πάλι ο θάνατος είναι εκείνος που δεσπόζει, ρουφώντας με μανία των αίμα των αδύναμων παιδιών. 

«Παιδιά πεθαμένα, 
όλες οι γλώσσες των ανθρώπων νεκρές.» (Σελ. 16) 

Η ποιήτρια αναφέρεται, πια, στο θέμα της προσφυγιάς, στο λόγο που κάνει τους ανθρώπους αρκετών λαών να ξεριζώνονται από τους τόπους τους, αναζητώντας το αυτονόητο για τον εαυτό τους και για τους οικείους τους, να ζήσουν. Όμως, τίποτα, εν τέλει, δεν είναι αυτονόητο κι ο δρόμος για το όνειρο τραχύς. Ο θάνατος ξανά παραμονεύει. 

«Σκύψε να σε φιλήσουν τα παιδιά. 
Η σιωπή ράβει τα μάτια τους. 
Δεν κοιμούνται! Δεν ξαγρυπνούν! 
Δεν θα ξυπνήσουν σε πρωινούς παραδείσους. 
Καμιά πνοή ποτέ 
δεν θα ανοίξει τριαντάφυλλα στα χείλη τους.» (Σελ. 18) 

«Παιδιά στον άνεμο. 
Η μέρα καταβροχθίζει την απόγνωση.» (Σελ. 20) 

«Τρυγάει πολύ στις μέρες μας ο θάνατος.» (Σελ. 28) 

Τα παιδιά δεν είναι, πια, το μέλλον της ζωής, αφού το μέλλον βυθίζεται στο θάνατο. Ο θάνατος, λοιπόν, κυριαρχεί στα ποιήματα της Ευφροσύνης Μαντά-Λαζάρου, γεγονός που μοιραία σκοτεινιάζει την ψυχή του αναγνώστη. Όσο για την ίδια τη γράφουσα, τολμά να μας αποκαλύψει πως κι η ίδια χτυπήθηκε από τον εχθρό της ζωής. Στο ποίημα «ΑΜΦΙΒΙΟΣ», της σελίδας 22, ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται μια πιο εξομολογητική διάθεση της ποιήτριας, μια κατάθεση ψυχής, αφιερωμένη στο πιο κοντινό της πρόσωπο, το ίδιο της το παιδί. 
Αίσθηση μας προκαλεί η αφιέρωση του ποιήματος «ΣΤΑ ΙΧΝΗ ΜΙΑΣ ΑΝΑΙΡΕΣΗΣ» (Σελ. 23) στην επίσης κύπρια ποιήτρια Αγγέλα Καϊμακλιώτη. Καθόλου τυχαία θα λέγαμε, μιας και η κα Καϊμακλιώτη, στην επίσης πρόσφατη ποιητική της συλλογή «ΟΙ ΠΙΚΡΟΔΑΦΝΕΣ ΘΕΛΟΥΝ ΚΟΥΡΕΜΑ», των εκδόσεων «Βακχικόν», κάνει κι εκείνη λόγο για όλα τα εγκλήματα που προκάλεσε στον τόπο της η κατάρα του πολέμου και αλλοτρίωσαν τον άνθρωπο, μετατρέποντάς τον σε ένα τέρας δίχως συνείδηση, δίχως ψυχή. 

«Αυτό δεν το ξεχώρισα ακόμη. 
Φέρνει το αίμα η γραφή 
ή αντίθετα ξεπλένει η γραφή τα ίχνη ενός φόνου.» (Σελ. 23) 

Κι ο χρόνος οδεύει για το αύριο. Αλλάζει αιώνα και ντύνεται χαρμόσυνα, αφήνοντας πίσω το σακατεμένο παρελθόν του. Προτιμά να ζήσει στο κενό παρέα με το τίποτα, παρά να γυροφέρνει πληγωμένος στα παλιά του λημέρια. Άραγε, μπορεί να ζήσει κάποιος στρέφοντας την πλάτη του στην ιστορία; Η ποιήτρια επιχειρεί με όπλο της τον στίχο να προβληματίσει τον αναγνώστη, να τον ξυπνήσει από το λήθαργο μέσα στον οποίο βυθίστηκε ασυναίσθητα, προκειμένου να καταφέρει να επιβιώσει. Επιβιώνει, όμως, κανείς δίχως τον πλούτο της ιστορίας; 

«Μέσα στο τίποτε για τίποτε δεν θα πεινάς, 
ήσυχος δεν θα ενοχλείς τα δείπνα και τους γάμους του Θυέστη. 
-άλλαξε δόντια ο αιώνας για άλλα φαγοπότια τρυφερά.» (Σελ. 26) 

«Ξέρεις` δεν θα είναι ποτέ αρκετή στο μέλλον. 
Αλλά να έχεις μια πατρίδα μες στον χειμώνα, είναι 
ένας πλούτος ανάπαυσης.» (Σελ. 27) 

Ποιος αλήθεια δε λυγίζει αντικρίζοντας τον πόνο του άλλου; Ποιος δε συγκινείται; Ποιος δεν αγανακτεί; Ο άνθρωπος έχει καταντήσει έρμαιο μιας ανυπόφορης δυστυχίας, στην οποία η ελπίδα δε βρίσκει χώρο ν’ απλωθεί. 

«Ερχόμαστε από ρημαγμένες χώρες 
σε πεθαμένους παραδείσους.» (Σελ. 31) 

Ένας ξηρανθός κατάντησε η ζωή. Βρέθηκε να κολυμπάει σε θάλασσες νεκρικές. Ο θάνατος πάντα παρόν σε κάθε της βλέμμα κι οι ψυχές, δυστυχισμένες στα σπλάχνα της, να αναζητούν μια ακτή για να γείρουν κι από εκεί να αγναντέψουν και πάλι το θάνατο. Ως πότε; Το ποίημα της σελίδας 32 είναι αφιερωμένο στην επίσης κύπρια ποιήτρια Φροσούλα Κολοσιάτου κι όχι τυχαία. Στην ποιητική της συλλογή «Φοράει τα μάτια του νερού», των εκδόσεων «Γαβριηλίδης» γίνεται εκτενής λόγος για το νερό της θάλασσας, εκείνο που συνειρμικά παραπέμπει στο θάνατο, την απώλεια, τον πόνο, το φόβο, τον τρόμο, το κακό που δε λέει να εγκαταλείψει, την παράκληση, την κραυγή, την υποταγή.

«Τόσοι πνιγμοί! 
Νερά δικά μας. Ανατολική Μεσόγειος.» (Σελ. 32) 

Η ποιήτρια αρνείται την ελπίδα. Όσο κι αν την επιζητεί, βλέπει μπροστά της τον τοίχο της επιβλητικά να ορθώνεται και πάλι. 

«Μια τελευταία λάμψη σκοτεινή. 
Ο ξηρανθός, το έγκαυμα θανάτου.» (Σελ. 34) 

Μια συλλογή με σκληρό περιεχόμενο, για γερά στομάχια, που, όμως, αξίζει οπωσδήποτε να διαβαστεί.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ποιος έχει μέσα στον χρόνο μια φωλιά;
Μέσα στο άπειρο του απείρου έναν κήπο;
Η απόκριση ζώο ερημικό·
όπως το σύννεφο μες στον χειμώνα,
όταν πηγαίνει αργοβάδιστο κατά την άνοιξη
ξεφορτώνοντας βροχή.
Αν δεν είσαι ο κήπος της,
πώς να βρεθεί μέσα στον χρόνο μια φωλιά
μέσα στο άπειρο του απείρου ένας κήπος;
Αν δεν είσαι ο κήπος της… Δεν είσαι ο κήπος της…
Είσαι το ερημικό ζώο που ερωτά και αποκρίνεται

Λίγα λόγια για την ποιήτρια, Ευφροσύνη Μαντά - Λαζάρου:

Η Ευφροσύνη Μαντά-Λαζάρου γεννήθηκε στην Κύπρο το 1955. Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εργάστηκε ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Από το 1995 μέχρι το 2003 εργάστηκε στην Υπηρεσία Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου ως Συντονίστρια Προγραμμάτων Λειτουργικού Αλφαβητισμού. Από το 2003 μέχρι το 2011 υπηρέτησε στα Σχολεία Ζώνης Εκπαιδευτικής Προτεραιότητας της εντός των τειχών Λευκωσίας για τον σχεδιασμό και υλοποίηση παιδευτικών και κοινωνικών προγραμμάτων για μετανάστες και πολιτικούς πρόσφυγες. Τιμήθηκε με το Κρατικό βραβείο ποίησης του Υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού της Κύπρου για το έργο της Ο Νώε στην πόλη (εκδόσεις Πλανόδιον 2012). Η παρούσα έκδοση αποτελεί την έβδομη ποιητική της συλλογή.