Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "ANDRO II" του Ανδρέα Αντωνίου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Ποιητής: Ανδρέας Αντωνίου
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 200
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Πολλά έχουν ειπωθεί για τη σημαντικότητα της ποίησης. Άλλωστε, δεν είναι τυχαίο πως ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι καταπιάνονται με την τέχνη της επιδιώκοντας να εξωτερικεύσουν τη σκέψη και τα συναισθήματά τους. Η ερώτηση που συχνά τίθεται είναι εύλογη. Μα καλά, δεν έχουν εξαντληθεί ακόμα τα θέματα που απασχολούν τους ποιητές στο πέρασμα των αιώνων με τα αναρίθμητα ποιήματα που έχουν γραφεί; Η απάντηση είναι αρνητική. Η διαρκής αναζήτηση της αλήθειας δε σταματάει ποτέ το ταξίδι της, όπως θα αποφανθούν πέρα από τους ποιητές και οι φιλόσοφοι. Όταν μάλιστα φτάνει ένας δημιουργός στο σημείο να συνδυάσει ποίηση και φιλοσοφία μαζί, τότε η διαδρομή για τον κόσμο των λέξεων είναι ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, ακόμη πιο άξια ιδιαίτερης προσοχής. 
Ο Διδάκτωρ Φιλοσοφίας Ανδρέας Αντωνίου πρόσφατα κυκλοφόρησε τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «ANDRO II» από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Πρόκειται στην ουσία για τη συνέχεια της προηγούμενης ποιητικής συλλογής του με τίτλο «ANDRO I», στην οποία ο ποιητής επιχειρεί να καταπιαστεί με θέματα που σε μεγάλο βαθμό αφορούν τις δυο μεγάλες του αγάπες, ποίηση και φιλοσοφία, τις οποίες συνδυάζει με μία ακόμη εξίσου μεγάλη αγάπη, τη μυθολογία. 
Στη συγκεκριμένη ποιητική συλλογή ο ποιητής κατηγοριοποιεί τα ποιήματά του σε τέσσερα μέρη. Τα μέρη αυτά φέρουν τους ακόλουθους τίτλους: 
Μέρος Πρώτο: Η Γέννηση των Θεών από το Πνεύμα της Ποίησης. 
Μέρος Δεύτερο: Το βιβλίο των Ηρώων. 
Μέρος Τρίτο: Η Θεία Τραγωδία. 
Μέρος Τέταρτο: Το Κάλεσμα του Ωκεανογέννητου. 

Στο σύνολό τους τα ποιήματα της συλλογής είναι εκατό. Στο προτελευταίο από αυτά ο ποιητής αναρωτιέται: 

«Συχνά προβληματίζομαι αν γράφω ή αν μιμούμαι 
Αν κάποια ιδέα πρωτότυπη στο Πάνθεον μου φέρνω 
Αν έχουνε υπόσταση όλες οι λέξεις που ’μαι 
Ή αν είμαι τρεμόσβησμα σ’ ύφος μεταμοντέρνο» (Σελ. 189) 

Ο ποιητής δεν προβληματίζεται άδικα. Άλλωστε, πόσοι δημιουργοί είχαν αυτή την αίσθηση εστιάζοντας με υπευθυνότητα στα δημιουργήματά τους; Ένα είναι το βέβαιο. Δεν υπάρχει παρθενογένεση στην τέχνη. Το γεγονός, όμως, αυτό καθαυτό δεν οδηγεί στο συμπέρασμα ότι τα πάντα είναι μίμηση και όχι εξέλιξη ενός πρωτότυπου μοντέλου από το οποίο έρχεται μετέπειτα η έμπνευση για κάτι άλλο. 
Το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής του ποιητή είναι γραμμένο σε έμμετρο και ομοιοκατάληκτο στίχο. Το μέτρο που κυριαρχεί είναι το ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο. Εστιάζοντας στη φράση του Oscar Wilde «Έκανα την τέχνη φιλοσοφία και τη φιλοσοφία τέχνη», ο ποιητής επιδιώκει να πράξει το ίδιο μέσα από ένα βλέμμα άκρως ποιητικό. 
Στο πρώτο μέρος της συλλογής υμνεί τα προτερήματα και τις ένδοξες πράξεις των Θεών. Εκθειάζει τις υπεράνθρωπες ικανότητές τους και τα ξεχωριστά τους χαρακτηριστικά, παραθέτοντάς μας μια σειρά από μύθους, φανταστικές δηλαδή ιστορίες, που βασίζονται σε επιγραφές, βιβλία ιστορίας, έπη, αποσπάσματα από φιλοσοφικές θεωρίες, τραγωδίες, ημερολόγια, παροιμίες κτλ. Έτσι, ο αναγνώστης μαθαίνει για τη γέννηση του κόσμου, για την πρώτη Θεά αυτού, για τον Ποιητή του, για τη Θεά του Φεγγαριού, για τον Άρχοντα της Γης, για τον γιο των Ουρανών, για τους Θεούς Ινάννα, Ρα, Θεύθ, Σηθ, Απόλλωνα, Διόνυσο, Αθηνά, Άρη, Ερμή, Αφροδίτη, Ήφαιστο, Δήμητρα, Εpona, Ιανό και για πολλούς άλλους. 
Στο δεύτερο μέρος της συλλογής ο ποιητής εστιάζει στους ήρωες που έγιναν ξακουστοί με τα κατορθώματά τους και ιδιαίτερα αγαπητοί και δημοφιλείς στο πέρασμα των αιώνων. Έτσι, αφιερώνει τα έμμετρα και ομοιοκατάληκτα ποιήματά του στον Αλέξανδρο το Μέγα, στον Βασιλιά Αρθούρο της Αγγλίας, στον ξακουστό Διγενή Ακρίτα, στον ποιητή Δάντη, στον σερ Λάνσελοτ, στον ερωτευμένο Ορλάντο, στον Ερωτόκριτο, στον έκπτωτο Βεελζεβούλ, στον Φάουστ, στον Frankenstein και σε πολλούς άλλους ακόμα. Ολοκληρώνει το αφιέρωμά του στους αγαπημένους του ήρωες με ένα ποίημα γραμμένο στην κυπριακή διάλεκτο με τίτλο «ANERADA» (Σελ. 134-135). 
Στο τρίτο μέρος της συλλογής ο ποιητής εστιάζει περισσότερο σε ιστορίες διαφορετικές, σε θρύλους, σε μύθους, σε φανταστικές ιστορίες ποιημάτων προγενεστέρων ποιητών, όπως του Κωνσταντίνου Π. Καβάφη, του Walt Whitman, του T.S. Eliot, του Fernando Pessoa, του Frederico Garcia Lorca, του Γεώργιου Σεφέρη, του Nazim Kihmat, του Bertolt Brecht, του Pablo Neruda, του Οδυσσέα Ελύτη και πολλών άλλων. 
Στο μέρος αυτό ο αναγνώστης, πέρα από έμμετρα και ομοιοκατάληκτα ποιήματα, θα εντοπίσει και ποιήματα γραμμένα σε ελεύθερο στίχο, όπως και πεζοποιήματα. Ο ποιητής δε διστάζει να καταπιαστεί μ’ αυτά και τα καταφέρνει, θα λέγαμε, εξίσου καλά. Ο λυρισμός και σε αυτά τα ποιήματα είναι ιδιαίτερα εμφανής, καθώς στο σύνολό τους έχουμε να κάνουμε με ποιήματα που πλημμυρίζουν από εικόνες, σκέψεις και συναισθήματα. 
Ο ποιητής επίσης δε διστάζει να μεταφράσει έμμετρα ποιήματα ξένων λογοτεχνών και μάλιστα με αρκετή ακρίβεια, τηρώντας προσεκτικά το μέτρο και τη ρίμα (βλ. το ποίημα «EZRA POUND», ΣΕΛ. 148). Το ίδιο επιχειρεί και στο δεύτερο μέρος της συλλογής μεταφράζοντας το ποίημα «ANNABEL LEE» του Edgar Allan Poe (Σελ. 120). 
Θα σταθώ σε ένα ποίημα που μου κέντρισε περισσότερο την προσοχή, παρόλο που δεν είναι έμμετρο: 

«Σου άφησα χαρτάκι στο ψυγείο 
Η λάμπα στο μπάνιο θέλει άλλαγμα 
Έσπασα ένα μπουκάλι – να προσέχεις πού πατάς 
Θα δεις τα κομματάκια να λαμπυρίζουν στο πάτωμα 
Να τα σκουπίσεις. 
Να μην ξεχάσεις να βγάλεις βόλτα το σκύλο 
Να μην ξεχάσεις να κουρέψεις το γκαζόν 
Και να μαζέψεις τα φύλλα απ’ την αυλή 
(Νιόβρης είναι, όχι Μάρτης) 

Τα παιδιά κοιμούνται 
Θα τα πούμε το βράδυ. 

Α, κι έφαγα τα δαμάσκηνα 
Που είχε στο ψυγείο.» (Σελ. 152) 

Στο τέταρτο μέρος της συλλογής ο ποιητής αφιερώνει ένα και μοναδικό ποίημα, το εκατοστό στον αριθμό, το οποίο αποδίδει κι αυτό έμμετρα και ομοιοκατάληκτα. Πρόκειται για ένα λυρικό ποίημα, που με τη σειρά του πλημμυρίζει από εικόνες και συναισθήματα. Το ποίημα γοητεύει τον αναγνώστη και του αφήνει μια όμορφη αίσθηση για το τέλος. Περιληπτικά θα διαβάσει αναφορές του ποιητή σε μύθους, σε θρύλους και σε ποιήματα που αποτέλεσαν έμπνευση για τον ίδιο και τον οδήγησαν στη δημιουργία. 
Και, φυσικά, το ταξίδι αυτό δεν τελειώνει ποτέ. 

«Η Τέχνη - όπως και η Ζωή - κυλά και συνεχίζει 
Κι όλοι οι δρόμοι απλώνονται μπροστά μας ανοιχτοί» (Σελ. 194) 

Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως έχουμε να κάνουμε με μια ιδιαίτερη και πολυθεματική συλλογή, που επιχειρεί να δανειστεί και να συνδυάσει ιστορίες από διάφορα μέρη του κόσμου, τις οποίες εντοπίζει κανείς στα βάθη των αιώνων. Οι ιστορίες αυτές αποδίδονται με απόλυτο σεβασμό και υπευθυνότητα, χωρίς να πλατειάζουν, ακολουθώντας το προσωπικό ύφος του ποιητή, στο οποίο είναι εμφανής η αναβίωση των παραδοσιακών μορφών ποίησης. Ο Ανδρέας Αντωνίου, ως ένας ακόμη θιασώτης του νεοφορμαλιστικού ρεύματος, δίνει μεγάλη σημασία στη μουσικότητα του στίχου, στην τεχνική του αρτιότητα, στην αφηγηματική του μορφή, στη λυρικότητα του, στη σοβαρότητα της δομής του, στο ευκρινές και κατανοητό του περιεχόμενο. 
Αποδεδειγμένα χαρακτηρίζεται από στιχουργική άνεση. Πληθωρικός όπως είναι λεξιλογικά, δε διστάζει να χρησιμοποιήσει ξένες λέξεις – ονόματα - στους στίχους του και μάλιστα γραμμένες με λατινικούς χαρακτήρες, προκειμένου να αποδώσει πλήρως τη σκέψη του σ’ αυτές. Οι παραπομπές στις πηγές δικαιολογούν το μόχθο του ποιητή, ο οποίος πάσχισε για να συλλέξει το υλικό του, ένα υλικό, το οποίο φυσικά και μελέτησε, επεξεργάστηκε και εμπνεύστηκε. 
Η ποιητική συλλογή του Ανδρέα Αντωνίου δε διαβάζεται απνευστί, αλλά αργά και μεθοδικά. Στόχος της όχι μόνο να ψυχαγωγήσει τον αναγνώστη, αλλά και να τον διδάξει. 
Ας είναι καλοτάξιδη!

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Το ίδιο ακούω κάλεσμα, τον ίδιο ακούω χτύπο
Η ίδια με καλεί καρδιά, ίδιος ηχεί ο ρυθμός
Ηλύσια και Παράδεισος τον ίδιο έχουν κήπο
Από τον Δάντη ως σήμερα, ένας είναι ο καημός
Όσες πληγές υπέφερα κι όσες φορές πονούσα
Πάντοτε ίδια ήτανε η έμπνευση κι η Μούσα
Κι ο δρόμος που ακολούθησα, που πάντοτε αλλάζει
Είτε δεξιά είτε αριστερά, στο ίδιο τέρμα βγάζει
Κι αν είμαι απλά μια αντιγραφή, χωρίς οστά και σάρκα
Κι αν κάποιον λογοτεχνικό θυμίζω χαρακτήρα
Η ίδια μας γέννησε ψυχή, η ίδια μας δένει μοίρα
Στο πέλαγος της ποίησης η ίδια μας φέρνει βάρκα
Κι είναι η ίδια η ομορφιά που μας καλεί θλιμμένα
Τον Faust. Τον Manfred. Τον Villon. Τον Melmoth. Kαι εμένα.

Λίγα λόγια για τον ποιητή, Ανδρέα Αντωνίου:

Ο Ανδρέας Αντωνίου γεννήθηκε το 1988 στη Θεσσαλονίκη και ζει στη Λευκωσία. Είναι απόφοιτος του Τμήματος Κλασικών Σπουδών και Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου Κύπρου, ενώ κατέχει μεταπτυχιακό και διδακτορικό δίπλωμα Φιλοσοφίας από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές και ένα μυθιστόρημα: Το Φως και το Σκοτάδι (ποίηση, Nova-Atlantis 2010), Ο Ποιητής και το Φεγγάρι (ποίηση, εκδόσεις iWrite 2012), Τα Μάτια της Aelun (ποίηση, εκδόσεις Οδός Πανός 2016 – Κρατικό Βραβείο Νέου Λογοτέχνη Kύπρου), Andro I – Μύθοι και Ιστορίες (ποίηση, εκδόσεις Βακχικόν 2019), και Το Παρελθόν Ενός Συγγραφέα (μυθιστόρημα, εκδόσεις Πηγή 2015). Επίσης, έχει συμμετάσχει στα συλλογικά έργα Δια-Κριτικές Ματιές στη Λογοτεχνική Έκφραση (κριτική, Το Βιβλίο 2015) και Του Χειμώνα Ψίθυροι (διηγήματα, εκδόσεις Πηγή 2019), ενώ περιλαμβάνεται στην Ανθολογία Νέων Κύπριων Ποιητών (ανθ. Λευτέρης Παπαλεοντίου, εκδόσεις Βακχικόν 2018). Έχει μεταφράσει την ποιητική συλλογή Υποψία Ποίησης (εκδόσεις Βακχικόν 2019) της Έλκε Ερμπ.