Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "ΧΩΜΑ ΣΤΟΝ ΑΕΡΑ" της Κατερίνας Σκουφή | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Ποιητής: Κατερίνα Σκουφή
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 106
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Ποίηση χαρακτηρίζεται κατά βάση η αποτύπωση του συναισθηματικού κόσμου του γράφοντα. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Μπορεί επίσης να χαρακτηριστεί ποίηση και μια απλή καταγραφή πράξης ή συμπεριφοράς, τοπίου ή εικόνας, στιγμής ή ανάμνησης που σε δεδομένη χρονική στιγμή θεωρήθηκε σημαντική, ώστε να αποτυπωθεί στο χαρτί. Το αν θα αποδοθεί σε ελεύθερο ή έμμετρο στίχο ή αν θα ενταχθεί σε μια συγκεκριμένη ποιητική φόρμα, είναι κάτι που δεν επηρεάζει στο ελάχιστο τη δυναμική της. 

Με οδηγό τα ανωτέρω η Κωνσταντίνα Σκουφή κυκλοφόρησε πρόσφατα τη νέα της ποιητική συλλογή με τίτλο «Χώμα στον αέρα» από τις εκδόσεις «Βακχικόν». 

«Λιγάκι μεθυσμένος 
από της γήινης προσγείωσής σου το jet lag 
σαν παπάκι ακόμα περπατάς.» (Σελ. 12) 

Η ποιήτρια στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου της με τίτλο «Χώμα στον αέρα» παρατηρεί κάθε τι που την περιβάλει. Περιγράφει κινήσεις, σκέψεις, συμπεριφορές, συναισθήματα, πράξεις, χρησιμοποιώντας για άνεση το τρίτο πρόσωπο. Αυτό της επιτρέπει να θέσει τον εαυτό της σε απόσταση, ώστε να μην τοποθετηθεί συναισθηματικά. 
Θα μπορούσαν τα ποιήματά της να θεωρηθούν σύντομες καθημερινές ιστορίες με αρχή μέση και τέλος, μικροδιηγήματα, δηλαδή, σε μορφή ποιητικού λόγου. Παρεκκλίνει από τη διαδικασία της καθεαυτού παρατήρησης, όταν αποφασίζει να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο. Τότε, το συναίσθημα βρίσκει χώρο να κάνει αισθητή την παρουσία του απλώνοντας τα πλοκάμια του στους στίχους των πιο προσωπικών ποιημάτων της ποιήτριας. Ο αναγνώστης αναγνωρίζει εύκολα το συναίσθημα της νοσταλγίας και πολλές φορές της θλίψης που προκαλεί η στέρηση της αγάπης, η μοναξιά και η έλλειψη της εμπιστοσύνης. 

«Ας μην καταπιώ ξανά καπνό. 
Μόνον που τα θλιμμένα πρωινά 
στέρηση με πλακώνει, 
βραχύβια σπειρώματα της στάχτης 
να μην μπορώ ν’ αναστενάζω 
σε ανοιχτού παράθυρου τον γαλανό αιθέρα 
να βιδωθούνε να σωθούνε.» (Σελ. 17) 

Η ποιήτρια αναφέρεται στον χρόνο, σ’ αυτόν που φέρνει συμφορές και δάκρυα, ακόμα και τρόμο, που σχετίζεται με το ενδεχόμενο περισσότερων μελλοντικών δεινών είτε αυτά είναι φανταστικά είτε όχι, ποτέ όμως αόριστα. Βρίσκοντας ελεύθερο χώρο στις σελίδες της και με συντροφιά της τη μοναξιά γίνεται περισσότερο εξομολογητική. Το συναίσθημα βρίσκει επιπλέον χώρο για ν’ αναπνεύσει. Αποδίδεται χωρίς στολίσματα, σχεδόν ασυλλόγιστα, χαρακτηριστικό στοιχείο της αυτόματης γραφής. 

«Τις βραδιές που δυσκολεύομαι να κοιμηθώ, 
με ρίγος περιμένω να εκραγεί 
κάτω απ’ το κρεβάτι μου 
το απρόοπτο.» (Σελ. 19) 

Η ανησυχία της, φυσικά, δεν έχει σταματημό. Η εξομολόγηση ακολουθεί τα χνάρια της αλήθειας δίχως να κοπιάσει. 

«Ανησυχώ τόσο πολύ για τη ζωή μου 
που ξεχνάω τον Θεό.» (Σελ. 21) 


Συγκλονιστική η γραφή της όταν δίνεται σε πρώτο πρόσωπο. Αρκεί κανείς να διαβάσει το ποίημα «ΝΗΣΤΕΙΑ» στη σελίδα 25 και θα καταλάβει. Η ποιήτρια δεν αποποιείται την ανθρώπινή της φύση. Ως άνθρωπος κι η ίδια έχει προτερήματα, μα και πολλά μειονεκτήματα που την κατατρώνε. Για το λόγο αυτό και φοβάται, αγωνιά, αναστατώνεται στη σκέψη της ήττας, απελπίζεται στο κακό. Παρόλ’ αυτά εξακολουθεί και ελπίζει. Άλλωστε, τι θα σήμαινε η ζωή δίχως ελπίδα; Η ευχή τη στηρίζει με πάθος. Όλα μπορούν ακόμα να διορθωθούν. 

Η συλλογή δανείστηκε τον τίτλο της από το ομώνυμο ποίημα που φιλοξενείται στη σελίδα 33. Διαβάζουμε απόσπασμά του: 

Μια τρίχα φεύγει από τα μαλλιά, 
στο μισό σώμα σχεδόν 
ανάερα κατρακυλά 
και στου αγκώνα τη γωνία μόλις φτάσει 
πισωκοιτά και με τραντάζει. 
Χώμα σηκώνω στον αέρα, σύννεφο, 
γιατί ξαφνιάζομαι αλήθεια, 
βαρύς που έπεσε στη γη μου 
ο χρόνια μετέωρος απ’ το πριόνισμα 
δεντροκορμός;» (Σελ. 33) 

Η ποίηση της Κωνσταντίνας Σκουφή είναι γεμάτη μεταφορές και συμβολισμούς. Άλλοτε αινιγματική και άλλοτε διδακτική, όμως οπωσδήποτε ειλικρινής και καθηλωτική. Λόγος ανεπιτήδευτος και σε αρκετά σημεία καυστικός. 

«Πρόκα ατσάλινη το δάχτυλο της μοναξιάς.» (Σελ. 39) 

«Τεχνητή αναπνοή σε πνεύμονες ανενεργούς. 
Ένας αγώνας τελευταίος 
-στοίχημα καταδικασμένης πρόγνωσης- 
για ν’ ανανήψει η ελπίδα.» (Σελ. 44) 

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής, που φέρει τον τίτλο «Ούτε άνθρωποι ούτε πουλιά», η ποιήτρια στρέφεται σε θέματα που αφορούν την κοινωνία και τη χώρα της γενικότερα. Θέτει καίρια ερωτήματα παρακινώντας τον αναγνώστη να προβληματιστεί και να τοποθετηθεί πολιτικά. 

«Για τη φτώχεια στη χώρα που πλανιέται 
ποιος να φταίει; 
Σαφώς 
τ’ αφεντικά κι οι πλούσιοι, 
πολιτικοί και ξένοι.» (Σελ. 53) 

Καταδικάζει με ευθύτητα το πολιτικό σύστημα, τη δομή του και τους υπηρέτες του. Περιγράφει την κατάντια του, τολμώντας παράλληλα να διατυπώσει την πολιτική της άποψη, κάνοντας μια γενικότερη πρόγνωση για το μέλλον. Δε διστάζει να καταγγείλει, να απαξιώσει και να τοποθετηθεί. Η ποιήτρια έχει το θάρρος της γνώμης. Έπειτα κάνει ιδιαίτερη αναφορά στους ανθρώπους της τρίτης ηλικίας, στο σήμερα και το αύριο των ανθρώπων αυτών και καταλήγει στο φλέγον θέμα της προσφυγιάς. 

«Και που τελικά 
προσφύγων ήτανε κεφάλια 
που επέπλεαν 
νεκρά ή ζωντανά.» (Σελ. 69) 

Με καυστικότητα προκαλεί. Στέκεται απέναντι σε όλους εκείνους τους δήθεν ευαίσθητους της γης που με υποκριτικό βλέμμα δείχνουν συγκίνηση απέναντι στο Γολγοθά των ανθρώπων της προσφυγιάς, μια προσφυγιά που ποτέ δεν ολοκληρώνει τη διαδρομή της όσα χρόνια κι αν περάσουν (βλ. ποίημα «ΒΕΒΑΙΩΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑΣ» στις σελίδες 70-71). Όπως και πολλά άλλα δεινά που ταλανίζουν τον άνθρωπο και φθείρουν την υπόστασή του, έτσι κι αυτή κεντά με πόνο την ψυχή τους καθημερινά ως ένα βαθιά χωμένο στην πληγή τους καρφί που διαρκώς τη ματώνει, μην αφήνοντάς την να επουλωθεί ποτέ. Κι αφού η πληγή παραμένει ανοικτή, η εικόνα τους μέρα με την μέρα, καιρό με τον καιρό, γίνεται πια συνηθισμένη, καθόλου παράταιρη με την κοινωνία στην οποία, είτε από επιλογή είτε όχι κατέληξαν, να «ζουν». 

«Χρόνια που θα πάρει 
να μάθεις και να δεις. 
Άλλα τόσα πιο μετά 
ό,τι έχεις μέχρι τώρα δει 
να κάνεις πως δεν βλέπεις.» (Σελ. 72) 

Στο τρίτο μέρος της συλλογής με τίτλο «Ένα ζευγάρι άλλα χέρια» η ποιήτρια εστιάζει στον συναισθηματικό της κόσμο. Αναφέρεται στη χαρά, στη λύπη, στην αγάπη, στον έρωτα. 

«Μέχρι τόσο να σε αγαπήσω 
που εχθρός του φόβου μου κι ας είσαι 
να σε κάνω φίλο.» (Σελ. 82) 

«Στο ερωτοστράτι εμείς θα ουρανογυρνάμε. 
Αδέξια μόνο να μην πατιόμαστε συχνά 
καθώς μαθαίνουμε 
να χοροπερπατάμε αγκαλιά.» (Σελ. 91) 

Ποίηση γεμάτη λυρισμό, με εικόνες που ταξιδεύουν όμορφα τον αναγνώστη, οδηγώντας τον στην ευτυχία μέσα από τα μαγικά μονοπάτια του έρωτα. Η αξία της αγκαλιάς είναι σημαντική, αφού έχει τη δύναμη να νικήσει το φόβο της μοναξιάς και να οδηγήσει το εγώ στο πολυπόθητο εμείς. 

«μια αγκαλιά σφιχτά να μας κρατά 
που από χέρια απαρτίζεται θνητά.» (Σελ. 94) 

Συμπερασματικά, θα λέγαμε πως η νέα ποιητική συλλογή της Κωνσταντίνας Σκουφή είναι πολυθεματική, άκρως ενδιαφέρουσα και καθηλωτική, και, οπωσδήποτε, αξίζει να διαβαστεί. 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Τρεις μέρες τώρα νηστεύω τους ανθρώπους μου.
Όπως μια γιαγιά το λάδι της Σαρακοστής.
Όπως ένα φυλλαράκι ασημίζον
κάτω από κοκκινόχωμα,
μία μικρή φτυαριά,
το ελαιόδεντρό του.
Προνίβομαι
για τόσες ξέχωρες ταφές
για μία και κοινή Ανάσταση.

Λίγα λόγια για την ποιήτρια, Κατερίνα Σκουφή:

Η Κωνσταντίνα Σκουφή γεννήθηκε στον Πειραιά το 1983. Σπούδασε στη σχολή Χημικών Μηχανικών του Ε.Μ.Π. και εργάζεται στον χώρο της φαρμακευτικής βιομηχανίας. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Η Αλληλεγγύη των Ονείρων (εκδόσεις Γαβριηλίδης 2013), Συγχορδία Συγγνώμης (εκδόσεις Εκάτη 2015) και Ομαιμοσύνη (εκδόσεις Εκάτη 2017).