«Ο Μ.», ένα διήγημα της Γεωργίας Κοκκινογένη

 


Αγέρωχος,   ψηλόλιγνος   και  ρωμαλέος  ήταν  ο Μ., ο γιος  μιας  πολυμελούς  οικογένειας,  που καλά  έκανε   τα  κουμάντα  της  στα  μέσα  και  τα  έξω  του χωριού.

Μαθητής ακόμα, μετέβη  στην  Αθήνα για  ανέλιξη.  Λιμοκοντόρος  πήγαινε στο χωριό με αέρα  πρωτευουσιάνικο. Το Grand Bretania θα ήταν η πρώτη του δουλειά, αν δεν έμπλεκε σε περιπέτειες με τον κολλητό του που έκανε το μικροπωλητή στην καρδιά της μεγαλούπολης. Χάλασε το ποινικό του μητρώο  με το τίποτα και  έτσι έχασε την αξίωση να βρει κάτι καλό.

Χτένες, χτενάκια, τσιμπιδάκια… ήταν  το  καθημερινό  του στην Αθήνα  και  η καρδιά του φούντωνε για την όμορφη Εβραία που βρήκε στο διάβα του.  Παντρεμένη.

Πόθος και πάθος, αγωνία και φόβος για τη ζωή του που κινδύνευε από τον οργισμένο σύζυγο, τον έκαναν να φύγει στη βόρεια  Ελλάδα. Καπνά καλλιεργούσε η Μακεδονία  κι αυτό καταπιάστηκε να κάνει.

Δέκα χρόνια ξενιτεμένος έξω από το νησί, δεν ήταν  εύκολο να γυρίσει στον τόπο του όταν ξέσπασε ο πόλεμος και να μπει στο σπιτικό με τις τέσσερις κόρες και  τους  δυο γιους που είχανε μείνει πίσω. Μικρό και λίγο του έπεφτε το χωριό και τα μέτρα του. Στην πείνα έκανε τα αδύνατα δυνατά  να φέρνει  κάτι για μαγείρεμα.

Τη δύναμή του έβαζε σε πολλές δουλειές, μα ποτέ δεν ασχολήθηκε με την αγροτιά. Εκείνος δεν ήταν για αυτά. Μάλλον, για να έχει το πρόσταγμα  στις ασχολίες των γυναικών. Στόχος του τα θηλυκά του σπιτιού: βάρος για τον πατέρα, μπελάς για τη μάνα, ενόχληση για τον ίδιο. Έπρεπε να δουλεύουν ολημερίς  με σκυμμένο  το κεφάλι, γιατί έτσι μόνο  μπορούσαν να δικαιολογούν την ύπαρξή τους.  Χαμαλαρίνες τις αποκαλούσε ψάχνοντας να τους βρει κι άλλες, κι άλλες  εργασίες  για ν’ αποδεικνύουν ότι δεν είναι τεμπέλες.

Θ΄ αλείψω το σχοινί με σαπούνι και θα σε κρεμάσω,  ξεμονάχιασε και είπε στη  μικρή. Τη μεσαία την έπιασε, όταν αντιμίλησε και τη γρονθοκοπούσε μπρος πίσω στο στήθος  για να μην ξαναμιλήσει.  Τσιμουδιά.

«Εγώ» ήταν η λέξη που ξεκινούσε κάθε του λόγο.  Φωνή και επιβολή.  Εγωισμός η ανοησία;  Αυτές συνωστίζονταν κάτω από τη σκάλα όταν απομακρυνόταν  και τραγουδούσαν σκασμένες στα γέλια:   εγώ  είμαι εγώ , ευζωνάκι γοργό… Η  μάνα, σταθερή και υψωμένη φωνή αντιλόγου, προκαλούσε τη λύσσα του. Λίγο έλειψε από αγανάκτηση  να καταλήξει το δρόμο της ένα σούρουπο μέσα στο πηγάδι του κάτω χωραφιού. Πρόλαβε και την άρπαξε από  τα  μαλλιά  και  τη  γύρισε ο ίδιος πίσω. Γιατί δεν βάζει τις μικρές στο μεροκάματο  γιατί, γιατί, γιατί… Εκείνη  έβγαινε  στην αστροφεγγιά   με πονεμένη την ψυχή, φύσατε με το χνώτο της τα πέντε της δάχτυλα και καταριόταν: Ζητιάνος, ζητιάνος…

Έγινε οικογενειάρχης και επιχειρηματίας. Ανεπιτυχώς. Βήματα και ανοίγματα που τον οδηγούσαν σε χρέη και φιλονικίες. Φιλότιμος και ασυλλόγιστος μαζί, βρέθηκε αντιμέτωπος με ψυχρούς δανειστές. Ζητούσε βοήθεια πότε απ’ τα αδέρφια του, πότε απ’ τη μάνα του. Έβγαινε τότε στο φεγγάρι μ’ ένα βόλο αλάτι στο φλιτζάνι… να λιώσουν οι κατάρες της. Του άνοιγε την πόρτα τα απογεύματα στο γεροντικό της σπιτάκι και τον άφηνε δίπλα στη φωτιά να κρατάει το κεφάλι του λέγοντας «με κυνηγούνε».

Η ζωή δεν του προέβλεψε  και  πολλά χρόνια κι έτσι κατά τα εξήντα του βγήκε  από  το ψυχιατρείο  που νοσηλευόταν μόνο για να πεθάνει.

 Ήταν όμορφο παλληκάρι και παράτολμο ο Μ., μα δεν κατάφερε ν΄ αγαπηθεί ούτε από γυναίκα ούτε από οικογένεια, γιατί ήταν φοβερός ο Μ.


Η Γεωργία Κοκκινογένη είναι φιλόλογος στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση

Πίνακας εξωφύλλου: Τάσσος (Αναστάσιος Αλεβίζος)-Ο τρελός, Madman, 1939-43