Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "ΨΙΘΥΡΟΙ ΚΑΙ ΥΑΚΙΝΘΟΙ" του Γρηγόρη Παπαϊωάννου (Έσπερος) | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Ποιητής: Γρηγόρης Παπαϊωάννου (Έσπερος)
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 84
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Δύσκολες εποχές για ηρωισμούς. Σε μια κοινωνία που τα πάντα έχουν πλέον καταρρεύσει και η ατμόσφαιρα μοιάζει άκρως ηλεκτρισμένη, αποκρουστική και σχεδόν εχθρική, η μόνη φωλιά που μπορεί να αναζητήσει η ψυχή για να αποδιώξει την αρνητική της αύρα είναι η ποίηση. Μα ποιο χέρι τολμά ακόμα ν’ αντιστέκεται στο μαύρο φόντο της σιωπής; Ποιο χέρι, με το βλέμμα του κόντρα στον άστατο καιρό, απλώνει στους ουρανούς του πόθου το μελάνι της πένας του για να διαλευκάνει το θολό τοπίο του ορίζοντά του; Μα, φυσικά, αυτό που ολοκληρωτικά είναι βυθισμένο στα συντρίμμια της θλίψης του και που, παρόλ’ αυτά, επιμένει να χρωματίζει με θράσος το σκοτάδι του και να ονειρεύεται ουτοπίες. 

«Ψίθυροι και Υάκινθοι» τιτλοφορείται η νέα ποιητική συλλογή του Γρηγόρη Παπαϊωάννου (Έσπερος) που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Δε μας προκαλεί εντύπωση που ο «αντισυμβατικός», όπως αυτοαποκαλείτται, ποιητής καταπιάνεται με ένα θέμα που απασχολεί κατά κύριο λόγο όλους τους ποιητές στη θεματική τους. Πώς θα μπορούσε, άλλωστε, διαφορετικά; Ο ποιητής δε ζει έξω από την κοινωνία. Είναι κοινωνικό και πολιτικό ον. Επόμενο είναι να συμπάσχει με τους συνανθρώπους του και να προβληματίζεται για το μέλλον της όλης κατάστασης που τον περιβάλει. 

Ξεκινώντας τον προβληματισμό του ο Γρηγόρης Παπαϊωάννου αιτιολογεί το πρώτο μέρος που έδωσε στον τίτλο του βιβλίου του, δηλαδή τους ψιθύρους. Όλη η πραγματικότητα αποτελεί για τον ίδιο έναν ψίθυρο. Ο άνθρωπος, έρμαιο της κατάντιας του, μεταλλάσσεται σε ένα άβουλο ον, που το μόνο που του απομένει είναι να αποτυπώσει στο χαρτί τα αίτια που προκάλεσαν τα δεινά του. Δύσκολο να ορθώσει ξανά το ανάστημά του. Ακόμα και η σκέψη της ήττας είναι ικανή να ταράξει την ψυχική του ισορροπία. Δυστυχώς, η αλλοτρίωση του προκαλεί αποξένωση. Η έλλειψη εμπιστοσύνης είναι το φυσικό επακόλουθο, που με τη σειρά της επιφέρει το φόβο και την υποκρισία. 

«Άλλωστε γνωρίζεις ότι ο κόσμος 
φτιάχτηκε από ανθρώπους 
που προσμένουν επισκέπτες 
σαν και σένα που θα τους προσφέρουν 
τα σενάρια της ζωής τους.» (Σελ. 12) 

Ο ποιητής δε διστάζει να τοποθετηθεί πολιτικά και να κατακρίνει τον άνθρωπο και τις λανθασμένες επιλογές του. Υποστηρίζει πως για τη σημερινή του κατάντια την αποκλειστική ευθύνη φέρει ο ίδιος. 

«Εσείς πουλούσατε φούμαρα 
κι εμείς αγοράζαμε χωρίς μυαλό! 
Πότε δεξιά!
Πότε αριστερά! 
Τώρα όμως που τελείωσαν τα ψέματα 
η απόγνωση 
μας σαπίζει.» (Σελ. 14) 

Κόντρα σε κάθε συμβιβασμό, δε διστάζει να εκθέσει ξεκάθαρα την άποψή του. Γνωρίζει ότι δε γίνεται αρεστός χρησιμοποιώντας τον καυστικό του λόγο, όμως προτιμά να αποτυπώσει την ωμή πραγματικότητα, όπως ακριβώς είναι, προκειμένου να αφυπνίσει τον αναγνώστη, να τον προβληματίσει και, γιατί όχι, να τον ωθήσει στο να αντιδράσει αποτελεσματικά, ανατρέποντας, έστω και την τελευταία στιγμή, την καταστροφική του πορεία. 

«Λοιπόν ξυπνήστε επιτέλους 
αλλιώς δηλώστε νεκροί’ 
τουλάχιστον έτσι δεν θα σας βρίσκουν.» (Σελ. 15) 

Η γλώσσα που χρησιμοποιεί στα ποιήματά του είναι σκληρή και κοφτή. Αποτυπώνει την αλήθεια του χωρίς δισταγμό, επιχειρώντας να απεγκλωβιστεί από το φόβο που προκαλεί η αποκάλυψή της. 

«Μάθατε να προσκυνάτε 
είδωλα 
και δεν σας αντέχω.» (Σελ. 16) 

«Ανορθόδοξα κρατάς τ’ ακόρντα σου 
μακριά από την ανδρεία και τη γνώση 
ξεδιάντροπα τεμαχίζεις την ψυχή σου 
και κατασπαράζεις αδιάφορα 
τόσες Αντιγόνες.» (Σελ. 20) 

Η αλήθεια του ποιητή αναδύεται κατευθείαν μέσα από την ψυχή του. Η ποίηση έχει πετύχει ήδη το σκοπό της. Αποκαλύπτεται και απλώνεται σε κάθε συνείδηση. 

«Ισότητα, ελευθερία, δημοκρατία, δικαιοσύνη 
αγαπημένες μου πολυτάραχες αξίες 
αιώνια δίψα των ηλιαχτίδων πάνω στη γη 
ηχείτε ως καμπάνες επιστράτευσης 
και την ψυχή μου άγρυπνη κρατάτε!» (Σελ. 22) 

«Όμως δύσκολη πια η σιωπή μου, 
στο χαρτί σπαρταράει η ταραχή μου.» (Σελ. 23) 

Είναι αναμφισβήτητο πως ο ποιητής πονάει για ό,τι γύρω του ανεύθυνα διαλύεται. 

«Ό,τι ανθίζει πονεί 
και συνάμα η ζωή 
τον άνθρωπο μισεί.
Η πόλη νοσεί! 
Η πόλη νοσεί!» (Σελ. 24) 

Μιλά με ευθύτητα στον αναγνώστη, προκειμένου να συνειδητοποιήσει και ο ίδιος την κρισιμότητα της διαφθοράς. Απαλλαγμένος από το φόβο του, τολμά να περιγράψει δίχως φραγμό το τοπίο. 

«Πάρ’ το χαμπάρι φίλε μου, 
ο βιολογικός μας καθαρισμός τα ’χει παίξει 
και στο λέει κάποιος 
που δηλώνει 
εξόριστος των φόβων του 
και ακτιβιστής 
των αδύτων της θλίψης του!» (Σελ. 27) 

Φυσικά, δεν αφήνει την κατάντια της εποχής να τον επηρεάσει ολοκληρωτικά. Επιστρατεύει την τόλμη του και ωθεί τον αναγνώστη να πράξει το ίδιο. Να αποβάλλει το άγχος που τον εγκλωβίζει σε μία διαρκή απραξία, να πάψει να ματαιοδοξεί για τη μοίρα του και να συνεχίσει φορώντας το πιο όμορφο χαμόγελό του να ονειρεύεται, όπως έκανε ανέμελος στα παιδικά του χρόνια. 

«Εμείς δεν θ’ αρνηθούμε ποτέ την παιδικότητά μας! 
Δε θ’ αρνηθούμε ποτέ το χαμόγελό μας! 
Θα πάμε κόντρα στους Καλιγούλες των εποχών μας!» (Σελ. 28) 

Σε καμία περίπτωση δεν εθελοτυφλεί. Γνωρίζει πως η πορεία που επέλεξε να διανύσει είναι γεμάτη εμπόδια και τρομερή μοναξιά. Τα πάντα έχει καλύψει η φθορά και η θλίψη της ψυχής προκαλεί αρκετές φορές ανασφάλεια. 

«Η ζωή μας πουλιέται καθημερινά 
στα στημένα αμαρτωλά παζάρια 
για πενταροδεκάρες!» (Σελ. 31) 

Η ανασφάλεια έπειτα προκαλεί την οργή και συνεπώς τη βαρβαρότητα. Ο άνθρωπος έχει χάσει την ταυτότητά του. Εγκαταλείπει, εγκαταλείπεται και συνειδητοποιεί πως η ζωή που πόθησε έχει πια φύγει. Μόνη συντροφιά οι λίγες όμορφες στιγμές, ξεθωριασμένες μνήμες του παρελθόντος. 

«Σκέψου… 
-Κανείς δε θα κλάψει για σένα. 
Ένας αριθμός είσαι. Στη βάση της επιτυχίας τους!» (Σελ. 35) 

Ναυαγός ο άνθρωπος, «στο νησί που λέγεται γη». Στέκεται στο φαίνεσθαι αγνοώντας τη σημασία του «είναι». Κι έτσι χάνεται μέσα στο χρόνο. Όμως η ελπίδα ακόμη στέκεται όρθια κοιτάζοντας εμπρός. 

«Χτυπάς την πόρτα στο άγνωστο 
για ν’ ανοίξεις παραθυρόφυλλα ελπίδας.» (Σελ. 43) 

Ο αναγνώστης οφείλει να χαμογελάσει και να δει με τα μάτια της ψυχής του το θαύμα της Άνοιξης. 

«Να χαμογελάς με όλη την ψυχή σου» (Σελ. 50) 

Το θάρρος απαιτεί τόλμη και υπευθυνότητα. Αισιοδοξία και γενναιοδωρία, το κλειδί για να αποκαλυφθεί η ομορφιά της ζωής. 
Ο ποιητής στο δεύτερο (άτυπο) μέρος του βιβλίου αφήνει στην άκρη τους κοινωνικούς του προβληματισμούς και αποκαλύπτει τη ρομαντική πλευρά του εαυτού του, τον υάκινθο. Ξεδιπλώνει ευθαρσώς τα συναισθήματά του και μιλά με λυρισμό για το πιο σημαντικό από αυτά, την αγάπη. Η σκληρός χαρακτήρας της πένας του μεταλλάσσεται σε πιο λυρικό, πιο ανθρώπινο. 

«Είδες πως χρώμα στη ζωή δεν δίνουν οι κατακλυσμοί 
μα η αγάπη που ανάβει μετά από απρόσμενη βροχή» (Σελ. 55) 

Τολμά να καταπιαστεί με τον έμμετρο στίχο και τη ρίμα (Σελ. 56), αν και πολύ γρήγορα εγκαταλείπει την προσπάθεια και επανέρχεται στον ελεύθερο, αυτόν που σχεδόν αυτόματα καθοδηγεί τη σκέψη του για να αποτυπωθεί στο χαρτί. Ο συναισθηματικός του κόσμος ξεδιπλώνεται αβίαστα και αποκαλύπτεται αυτούσιος στα μάτια του αναγνώστη. Πρόκειται για έναν κόσμο γεμάτο εικόνες, επιθυμίες και οράματα. 

«Στην ομορφιά σου άγγελέ μου 
όλες τις λέξεις μου θ’ ακουμπήσω. 
Μια νέα θάλασσα από την αρχή 
θα συλλαβίσω. 
Αχ αυτά τα χείλη σου. 
Καλοκαίρι… 
ήλιο νομίζω πως θ’ αγγίξω!» (Σελ. 52) 

«Στα όμορφα μάτια της, τα απέραντα 
η καρδιά μου αγγίζει τα σύνορα του σύμπαντος» (Σελ. 62) 
«Στα εισαγωγικά κάθε επιγράμματός μου 
Γλυκιά φωνή η αγάπη μου για σένα» (Σελ. 63) 

«Ό,τι αισθάνομαι τώρα 
είναι αυτό που χθες μου μίλησε, 
Είναι αυτό που με ζυγώνει σε κάθε στιγμή.» (Σελ. 67) 

«είμαστε εμείς 
που αγαπηθήκαμε 
πριν γεννηθούμε!» (Σελ. 68) 

«Ήρθες λίγο πριν την Άνοιξη 
ανύποπτα.» (Σελ. 72) 

Ο ποιητής κλείνει τη συλλογή του με ένα ποίημα που αφιερώνει στη μνήμη του δασκάλου του και ποιητή Νάνου Βαλαωρίτη. 
Μία άρτια δομημένη ποιητική συλλογή με πυκνές ανησυχίες, καταγγελτική και άκρως εξομολογητική, που αξίζει να διαβαστεί. 
Ας είναι καλοτάξιδη! 

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ας μείνουμε λιγάκι έτσι
απείθαρχοι και αυθαίρετοι
στρατευμένοι στο αεράκι της νυχτιάς
κι αργοπορημένοι στο χρέος των στιγμών
αλλά με ζεστή καρδιά
μπροστά στο χλωμό και πρόωρο
καλοκαίρι!
Ας μείνουμε λιγάκι ακόμα έτσι
με θεμελιωμένα βλέμματα στην αγάπη
μακριά από τους τυράννους των καιρών
μακριά από τα ασανσέρ που στήσαν’ στις πλατείες
για να διακωμωδούν τους ταχυδρόμους της ζωής
φραγμοί και καταμετρήσεις στα σλόγκαν τους
μην αμφιβάλλεις
πείθονται
κι ο θάνατος
κι η ζωή
μια και το πειθαρχείν
δεν δαμάζει
το πάντα!

Λίγα λόγια για τον ποιητή, Γρηγόρη Παπαϊωάννου (Έσπερος):

O Γρηγόρης Παπαϊωάννου (Έσπερος) γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Γρεβενά. Σπούδασε Γεωπονία. Ζει και εργάζεται στη Φλώρινα. Ποιήματά του έχουν δημοσιευτεί σε ηλεκτρονικά περιοδικά. Έχει εκδώσει την ποιητική συλλογή Αλκυόνες Πολιτείες.