Με ραπτομηχανή SINGER: Ένα διήγημα της Ελευθερίας Παναγιωτοπούλου



Πώς ξεπηδά ένα διήγημα;

Γιατί πραγματικά ξεπηδά μέσα από μια λέξη, που ακούω, κάποιο συμβάν, απ΄ ένα άλλο βιβλίο, από μία είδηση, ένα άκουσμα στο ραδιόφωνο. Αν αυτό που θέλω να γράψω έχει προσωπικές αναμνήσεις  και στοιχεία ιστορίας, τότε η κινητοποίηση για γράψιμο απογειώνεται. Έχει συμβεί και σε άλλους, αν όχι η ίδια ιστορία, κάτι παραπλήσιο.

 

*

Δύσκολη η επίσκεψη στο άδειο από ανθρώπους σπίτι, με τα πράγματα σκεπασμένα με σεντόνια, με σκόνη, αράχνες. Όταν πρόκειται να κατεδαφιστεί επιβάλλεται ο διαχωρισμός των πραγμάτων, το ξεκαθάρισμα και η φύλαξη ή το πέταμα κάποιων άλλων,η τακτοποίηση φωτογραφιών. Σε δυο μέρες μπαίνει ο εργολάβος για την κατεδάφιση. "Θα πέσει το σπίτι" και γω πέφτω πάνω σε μια φωτογραφία της Λίζας που φορά τα γυαλιά της, σκυμμένη πάνω από την ραπτομηχανή. "Αχ, βρε θεία”, μου ξεφεύγει. Το σπίτι προς το παρόν και για λίγο ακόμη εκεί, η φωτογραφία γίνεται βιβλίο αναμνήσεων και εγώ αρχίζω να το ξεφυλλίζω.

Η θεία η Λίζα έμενε στις Τζιτζιφιές*, σε συνοικία που παραχωρήθη κει στους Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία, καθώς και σε Ελληνοπόντιους πρόσφυγες, που το 1939 ήρθαν από την πρώην Σοβιετική Ένωση. Τα παραχωρημένα σπίτια στους πρόσφυγες ήταν αρκετά κοντά στον ιππόδρομο στις Τζιτζιφιές. Συνήθως ήταν διώροφα 50 τμ, με μία πολύ μικρή αυλή.

Το  ισόγειο και ο πρώτος όροφος, που έμενε η Λίζα συνδεόταν με εξωτερική σκάλα, που βρισκόταν αριστερά της αυλής. Ο δρόμος απέξω ήταν χωμάτινος. Νερό αρχικά έπαιρναν είτε από κάποια κοντινά πηγάδια, που έκλεισαν σχετικά σύντομα λόγω της σταδιακής πυκνής κατοίκησης ή από βυτία μεταφοράς νερού. Αργότερα, όλα τα σπίτια συνδέθηκαν με το δίκτυο της Ούλεν.

Στο ταξίδι το 1939, η Λίζα ήρθε με τη μητέρα της τη  Μαρίκα, τον πατέρα της Βάνια,  τον αδερφό της γιαγιάς μου, της Φωτεινής. Μαζί τους ήρθε και η μητέρα του Βάνια, η Μέλλη, καθώς και η μητρική γιαγιά της, η Λίζα.

Ήταν αναπόφευκτο αυτό το ταξίδι. Η Μέλλη γνώριζε ότι στην Ελλάδα είχε έρθει η μεγαλύτερη κόρη της η Φωτεινή, ο γυιος της ο Λευτέρης και το μωρό της, περίπου δεκαοχτώ χρόνια πριν. Το ήξερε, γιατί και η ίδια με τον άλλο της το γιο τον Βάνια ήταν έτοιμη να μπει στο καράβι, που έφτασε για να παραλάβει τους Έλληνες. Στο λιμάνι του Νοβοροσίσκ επικρατούσε συνωστισμός, χάθηκαν και τελικά η Μέλλη και ο Βάνιας δεν επιβιβάστηκαν. Στην προκυμαία γινόταν μεγάλος συνωστισμός και η μητέρα της, η γιαγιά της και ο Βάνιας δεν μπήκαν τελικά στο καράβι. Ήλπιζαν όλοι, ότι  με την πρώτη ευκαιρία, που θα τους δοθεί θα έρθουν το συντομότερο δυνατόν στην Ελλάδα για να επανενωθεί η οικογένειά της, στην πατρίδα. Το ταξίδι αυτό έγινε δεκαοχτώ χρόνια μετά.

Στην επανένωση της οικογένειας βοήθησαν οι ανακοινώσεις που γινόντουσαν στο ράδιο μέσω του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού. Όταν κατέφθαναν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα, ο Ελληνικός Ερυθρός Σταυρός τους κατέγραφε. Σε ένα τέτοιο κατάλογο γράφτηκε και η Φωτεινή, ερχόμενη στην Ελλάδα έξι μόλις χρονών, δίνοντας το επώνυμό της. Σε ένα αντίστοιχο γράφτηκε και η Μέλλη με το που κατέφθασε.

Η Φωτεινή μόλις μεγάλωσε και της δινόταν η ευκαιρία,  έκανε τακτικές επισκέψεις στον ΕΕΣ για να δει αν υπήρχαν νέα από την οικογένεια της. Η ίδια είχε δημιουργήσει οικογένεια, άντρα και παιδί, αν και δεν μπορούσε, λόγω ελλιπών στοιχείων να παντρευτεί. Μόνη μαρτυρία για το ποια ήταν η δική της, που όμως δεν ήταν επαρκής.

Ένα απόγευμα η Φωτεινή  κατέφθασε, με τον άντρα της στο σπίτι στις Τζιτζιφιές με τον άντρα της. Με την επανένωση της οικογένειας η Μέλλη έμαθε από τη Φωτεινή, ότι το μωρό πέθανε στο ταξίδι με το καράβι και ότι χάθηκε και ο Λευτέρης, κατά την άφιξή τους στον Πειραιά.

Η ευρύτερη οικογένεια είχε επιπλέον μέλη: το σύντροφο της Φωτεινής Τάκη, το γιο της Παύλο, τη γυναίκα του Βάνια τη Μαρίκα, με το μεγάλο τους παιδί τη Λίζα. Το δεύτερο παιδί του Βάνια και της Μαρίκας, ο Γιάννης, γεννήθηκε πέντε χρόνια μετά  την άφιξη τους στην Ελλάδα.

Αναπληρώνονται άραγε τα χρόνια, που χάθηκαν; Ποιος ξέρει πραγματικά. Στις συναντήσεις είχαν πάντα κάτι να πουν. Οι αναμνήσεις των μεν γέμιζαν το κενό των δε. Οι περιγραφές είχαν πολλές εικόνες. Ποτέ δεν υπήρχε μόνο ένα συναίσθημα. Στις αρχές υπήρχε ξάφνιασμα για τους απόντες, θρήνος. Σαν βεντάλια εμφανίζονταν και όλα τα άλλα συναισθήματα. Γύρω από ένα τραπέζι με φαγητά- που αν και δεν ήταν πολλά σε ποσότητα- βοηθούσαν να δημιουργούνται μνήμες.

 

*

Στο ισόγειο σπίτι στις Τζιτζιφιές έμενε η μητέρα της Λίζας, η Μαρίκα, που τη βοηθούσε, όταν δεν δούλευε. Με το που έφτασαν στην Ελλάδα η Μαρίκα έψαξε αμέσως για δουλειά ως καθαρίστρια. Στην αρχή είχε πολύ λίγα σπίτια, σταδιακά άρχισε να έχει μόνιμες πελάτισσες που πήγαινε στα σπίτια τους, μία φορά την εβδομάδα. Το καθάρισμα συνοδευόταν συχνά και από το σιδέρωμα ή το  μαγείρεμα.

Ο Βάνιας έγινε λούστρος. Είχε ένα κασελάκι με όλα τα απαραίτητα, βούρτσα, βερνίκια, βελούδινα πανιά, για να γυαλίζει και να βερνικώνει τα παπούτσια. Οι ενδιαφερόμενοι περαστικοί έβαζαν το πόδι, πάνω στην ειδική βάση, εναλλάξ. Γύριζαν το ρεβέρ του παντελονιού, έβαζαν προστατευτικά χαρτόνια για να μην λερωθούν οι κάλτσες. Οι λούστροι έβρισκαν στρατηγικής σημασίας περάσματα για να προσελκύουν τους πελάτες. Δεν ήταν λίγοι οι λούστροι και ήταν όλων των ηλικιών, καθώς το επάγγελμα του λούστρου θεωρείτο πως απέδιδε λίγα, αλλά σταθερά χρήματα ημερησίως.

Υπήρχε μεγάλη ανάγκη γι αυτή τη δουλειά, αφού οι περισσότεροι δρόμοι της Αθήνας ήταν χωμάτινοι και όταν έβρεχε οι άνθρωποι πλατσούριζαν στα νερά και τις λάσπες. Το στέκι του Βάνια ήταν έξω από τον βασιλικό κήπο, - τον μετονομαζόμενο αργότερα εθνικό κήπο- στη Βασιλίσσης Σοφίας. 

 

*

Η Λίζα ήταν ψηλή, όμορφη γυναίκα, που δεν μπορούσες να πάρεις τα μάτια σου από πάνω της κι αυτό γιατί τα γαλάζια μάτια- κληρονομιά από τον Βάνια,- δεν σε άφηναν.

Την τέχνη  της μοδιστρικής την έμαθε από τη μητέρα της, που ήταν αυτοδίδακτη μοδίστρα. Για περίπου δύο χρόνια μαθήτευσε σε μία μακρινή συγγενή τους, την κυρα-Καλλιόπη στα Πατήσια. Το καθημερινό της δρομολόγιο, στην ηλικία των δεκαεπτά χρόνων, χωρίς μία φορά να αγκομαχήσει ήταν Τζιτζιφιές- Πατήσια. Ξεκινούσε κάθε πρωί στις 6 και επέστρεφε στις 7 το απόγευμα και το Σάββατο.

Η κυρά-Καλλιόπη της έδειξε τα βασικά. Η Λίζα ρωτούσε για τα μυστικά και τις λεπτομέρειες του επαγγέλματος, με την κυρα-Καλλιόπη να τις μεταδίδει βαρύθυμα. Όταν παρήλθαν τα δύο χρόνια και η Λίζα είχε γνωριστεί με τις πελάτισσες και άρχισαν να της ζητούν συμβουλές σχετικά με τα σχέδια, τότε η κυρα-Καλλιόπη την ευχαρίστησε και την αποχαιρέτησε με συνοπτικές διαδικασίες, προβάλλοντας τη δικαιολογία της μείωσης των πελατών.

 

*

Η προκοπή της Λίζας και μία μικρή διαφήμιση από τους γείτονες την οδήγησαν να γίνει γνωστή μοδίστρα της περιοχής. Έραβε σε όποια σπίτια την προσκαλούσαν. Η διάρκεια παραμονής στα σπίτια ήταν δωδεκάωρο ημερησίως και το μέγιστο ήταν συνολικά μία εβδομάδα.

Η αύξηση της δουλειάς και ο ερχομός της πρωτότοκης κόρης της ανάγκασε τη Λίζα να φτιάξει χώρο στο σπίτι της και να δέχεται τις πελάτισσες. Όχι κάτι το ιδιαίτερο. Μία γωνία στην κουζίνα έγινε το εργαστήριο ραπτικής της.

Το πάτωμα συχνά είχε κλωστές, καρφίτσες, βελόνες ή μικρά κομμάτια υφάσματος. Οι καρφίτσες και οι βελόνες μαζεύονταν με μαγνήτη. Οι κλωστές, παρά τις προσπάθειες που έκανε η Λίζα να μείνουν στην κουζίνα, μετακόμιζαν θρασύτατα σε όλο το σπίτι.

Στα απαραίτητα για το ράψιμο, εκτός από τα αναλώσιμα υλικά, μασούρια, καρφίτσες, κλωστές, ήταν και η ραπτομηχανή της Singer*. Την αγόρασε με τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει από την πρώτη της δουλειά και από τη δουλειά στα σπίτια που πήγαινε και έραβε. Ήταν το πρώτο πράγμα  που σκέφτηκε να αγοράσει. Οι γονείς της συμμετείχαν επίσης στην αγορά με ένα μικρό ποσό. Τη μηχανή κατάφερε να την πάρει χωρίς δόσεις -αν και της δινόταν κι αυτή η επιλογή.

Ήταν τόσο μεγάλο το γεγονός της απόκτησης ραπτομηχανής Singer, εκείνη την εποχή, που δεν άργησε να εμφανιστεί στα σπίτια και η στιχομυθία:

 

"η γιαγιά μας η καλή, έχει Singer μηχανή

Που μπαλώνει και γαζώνει του παππού το παντελόνι"

 

*

Επιτρέψτε να σας πω λίγα πράγματα για τις μηχανές ραπτικής. Η εμφάνιση τους ήταν πραγματικά ένα σημαντικό επίτευγμα. Το χαρακτηριστικό στις ραπτομηχανές, που εμφανίστηκαν στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν ότι χρησιμοποιούσαν δύο κλωστές στο ράψιμο η μία ερχόταν από το πάνω μασούρι και η άλλη από το μασούρι στο κάτω μέρος. Με την κίνηση του πεντάλ των ποδιών η βελόνα έμπαινε μέσα σε κάποιο σημείο και με αργές κινήσεις του πεντάλ ανέσυρε τη δεύτερη κλωστή. Αφού όλα ήταν εντάξει η ανυψωτική ράβδος κατέβαινε και ξεκινούσε το ράψιμο του υφάσματος. Το μέρος που έπρεπε να ραφτεί  έτρεχε πάνω στο οδοντωτό τμήμα με την υποβοήθηση της ράφτρας ή του ράφτη.

Την Singer εφηύρε και τελειοποίησε το 1851 ο εβραίος  Isaac Singer, που γεννήθηκε στην μικρή πόλη Τροία της Νέας Υόρκης. Νομίζω ότι ο ίδιος ο Singer δεν γνώριζε τότε το διαχρονικό μέγεθος της εφεύρεσης του, μιας που η μηχανή αποτελεί διαχρονικό  στοιχείο, λόγω της αξεπέραστης αρχιτεκτονικής της και αντοχής της. Αν μέχρι τότε για το ράψιμο ενός πουκαμίσου χρειαζόταν 14 ώρες, με τη μηχανή  ο απαιτούμενος χρόνος ήταν μόνο μία ώρα.

Για τέτοιο επίτευγμα μιλάμε. Ο δημιουργός της στόχευσε, επιπλέον στη διαφήμισή της, με σκοπό η ραπτομηχανή να μπει σε κάθε σπίτι. Αρχικά επέτρεψε να νοικιάζονται οι ραπτομηχανές και αφού οι γυναίκες εξοικειώνονταν με το γρήγορο ράψιμο, να αγόραζαν τη δική τους ακόμα και με δόσεις. Προέτρεπε τις γυναίκες να αγοράσουν τη μηχανή και να αρχίζουν να ράβουν όχι μόνο τα ρούχα του οικογενειακού κύκλου, αλλά και ξένα μετά από παραγγελία. Προέβλεψε ότι ένα τόσο γυναικείο επάγγελμα θα μπορούσε να βγει και έξω από το οικογενειακό πλαίσιο.

Η ραπτομηχανή Singer εξαρχής αποτέλεσε έκθεμα στα σπίτια, ήταν πολύτιμο αγαθό, δεν πέρναγες από σπίτι που είχε μοντέλο της Singer -τοποθετημένο σε περίοπτη θέση- και να μην σταματούσες να τη δεις, αλλά και να παρακαλέσεις να τη δοκιμάσεις.Οι ιδιοκτήτριες ένιωθαν, ότι η ραπτομηχανή τους αποτελούσε ένα πολύτιμο σύμβολο οικειότητας, θαλπωρής, δημιουργικότητας.

Όταν δεν τη χρησιμοποιούσες, είχε μία κρύπτη, που με δύο κινήσεις η ραπτομηχανή γύριζε ανάποδα και έμενε το πάνω μέρος με την ξύλινη επένδυση με το χειροποίητο  σεμεδάκι από πάνω. Τα μικρά συρταράκια της ραπτομηχανής φιλοξενούσαν το βουρτσάκι για το ξεσκόνισμα, ανταλλακτικά για βελόνες, κουβαρίστρες, κόπιτσες, το λάδι της μηχανής, το σαπουνάκι (κιμωλία ραπτικής) για την χάραξη πάνω στα υφάσματα, ανταλλακτικές βελόνες κ.α

Με την αγορά της ραπτομηχανής στην Ελλάδα γινόταν επίδειξη από τον κατάλληλα καταρτισμένο υπάλληλο. Όταν τελείωνε η επίδειξη, ζητούσε από την αγοράστρια  να περάσει την κλωστή, που  ερχόταν από το πάνω μασούρι, να βγάλει την κλωστή από το κάτω μασούρι, και να δοκιμάσει να ράψει με τη μηχανή, χρησιμοποιώντας ένα πρόχειρο πανί. Δεχόταν τις ερωτήσεις και έδειχνε πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί το συνοδευτικό εγχειρίδιο. Το εγχειρίδιο είχε  περισσότερες πληροφορίες,  που συνοδεύονταν με εικόνες. Έφευγε μόνο όταν σιγουρευόνταν ότι η μηχανή θα είχε τη σωστή χρήση.

Χαρακτηριστική ήταν η πληροφορία, με την οποία έκλεινε την επίδειξη ότι, “ ο ίδιος ο Mahatma Gandhi  εκθείαζε τη ραπτομηχανή Singer ως ένα από τα πιο χρήσιμα πράγματα που εφηύρε η ανθρωπότητα και αυτό, κατά τη διάρκεια που ήταν κρατούμενος στις βρετανικές φυλακές και είχε μάθει να ράβει”.

Αν το ΄χε πει ο Gandhi επρόκειτο πραγματικά για κάτι χρήσιμο. Αυτή η μυθική διάσταση ουδέποτε κατέπεσε, αντίθετα ενισχύθηκε με τις χιλιάδες πωλήσεις των ραπτομηχανών.

 

*

Η Λίζα είχε κάνει οικογένεια στα τέλη του ΄50. Είχε μία κόρη την Ελένη και ένα γιο τον Δημήτρη. Τα παιδιά ζούσαν στην κουζίνα, ανάμεσα σε κατσαρόλες, αλλά κυρίως ανάμεσα σε κλωστές, υφάσματα. Τα είχε το νου της όσο δούλευε. Παιδικοί σταθμοί δεν υπήρχαν. Τα παιδιά πήγαιναν, αν η οικογένεια το επιθυμούσε στο νηπιαγωγείο, όμως και η φοίτηση στο νηπιαγωγείο δεν ήταν υποχρεωτική.

Η κόρη της Λίζας, καθώς μεγάλωνε μέσα σε αυτές τις συνθήκες είχε μάθει από πολύ νωρίς και έλεγε, συνοδεία της μητέρας το τραγούδι για τη "μοδιστρούλα”:

 

Μια μοδιστρούλα

Επήγαινε για πρόβα

Ήταν ωραία και πολύ κομψή

  

Μα εγώ ο μάγκας για να την πειράξω

-"Το φιγουρίνι σας σας πέφτει δεσποινίς"

"Α, να χαθείς βρε παλιοαλανιάρη

Α, να χαθείς βρε παλιομασκαρά

Μήπως με πέρασες καμιά του δρόμου, είμαι μοδίστρα και χρυσή νοικοκυρά”

  

-" Της μοδιστρούλας τα χείλη να φιλήσω

Της καπελούς να μην τα ξαναδώ

Γιατί μου έχεις πάρει τη ψυχή μου

Αχ, μοδιστρούλα εγώ σε αγαπώ"

 

Αυτό ήταν ένα τραγούδι, που επέζησε μέχρι και τις αρχές του΄70, και τα κορίτσια στο διάλειμμα στα σχολεία το έκαναν μελόδραμα, το έπαιζαν με τις αντίστοιχες  κινήσεις και με πολύ γέλιο στο τέλος.

 

*

Η αύξηση του αριθμού των πελατών, ανάγκασε τη Λίζα να έχει ένα τετράδιο, για να καταγράφει, ότι έπρεπε να κάνει στην κάθε πελάτισσα χωριστά. Μέσα στην αταξία με τα υφάσματα, τα πατρόν, τις κλωστές, τις καρφίτσες επικρατούσε μία τάξη στις κινήσεις της. Τοποθετούσε τα ρούχα ανάλογα με την ημερομηνία παράδοσης ή ανάλογα με το νούμερο της πρόβας σε μία σχετικά μεγάλη πολυθρόνα.

Η Λίζα φορούσε μια λεπτή θαλασσιά καζάκα- ως συνέχεια των γαλάζιων ματιών της- πάνω από το φόρεμά της, με τσέπες και  δύο κορδόνια στην κάθε πλευρά, φυσικά φτιαγμένη από την ίδια. Ήταν η στολή εργασίας της. Βελόνες με κλωστές είχε πάνω στην καζάκα, καθώς και καρφίτσες  "καρφιτσωμένες". Έτσι για να μην ψάχνεται την ώρα της δουλειάς και να μην χρονοτριβεί. Οι κινήσεις της ήταν αυτοματοποιημένες, είχαν μελωδικότητα, μία μελωδία που άκουγε μόνο εκείνη  και την εκτελούσε.  Νομίζω ότι και στα όνειρά της, στον ύπνο της, θα πρέπει να έκοβε και να έραβε.

Η μοδιστρική για τη Λίζα ήταν τέχνη. Μια τέχνη που την έκανε γεωμέτρη, σχεδιάστρια, ζωγράφο. Ήταν ειδική στο να φτιάχνει πολλά πρωτοπόρα σχέδια.

Τα καινούργια ρούχα απαιτούσαν άλλη τακτική από τη Λίζα. Αρχικά έπαιρνε τα μέτρα της πελάτισσας, με τη μεζούρα, που ήταν πάντα κρεμασμένη γύρω από το λαιμό της, και μετά έφτιαχνε τα πατρόν. Δοκίμαζε τα πατρόν στην πελάτισσα, έκανε τις αναγκαίες αλλαγές, έβαζε το πατρόν πάνω στο ύφασμα και μετά το έκοβε πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Η τελική δοκιμή γινόταν με το ρούχο ραμμένο με μεγάλες βελονιές και τότε και μόνο τότε το έραβε στην ραπτομηχανή.

Τα ρούχα των περισσοτέρων εκείνη την εποχή ήταν μετρημένα στην παλάμη του ενός χεριού.  Τα καλά ρούχα τα φορούσαν στις γιορτές, στην εκκλησία τις Κυριακές, σε γάμους και βαπτίσεις. Ένα, καλό ρούχο είχε ο καθένας εκείνη την εποχή για τέτοιες περιπτώσεις.

Έραβε επίσης ρούχα καθημερινά, έκανε και μετατροπές ρούχων, κάτι που ήταν συνηθισμένο μέχρι και τα μέσα του 1970. Ένα ρούχο μπορούσε να μεταλλαχθεί σε κάτι άλλο. Ένα φόρεμα σε φούστα ή μία καζάκα, ή σε μία ποδιά.

Χαρακτηριστικό επίσης της εποχής ήταν ότι κανένα παιδικό ρούχο δεν ραβόταν στο ακριβές μέγεθος. Έπρεπε να είναι έως και δύο νούμερα  μεγαλύτερο κι αυτό γιατί υπολόγιζαν το ύψος που θα έπαιρνε το παιδί ή αντίστοιχα το βάρος, την επόμενη χρονιά. Η μεταποίηση του ρούχου, η προσαρμογή του για κάποιο μικρότερο αδερφάκι καθόριζε, αν θα κοβόταν ή θα γαζωνόταν κρατώντας το μελλοντικό μέγεθος.

 

*

Η Λίζα πρότεινε ή αγόραζε και η ίδια υφάσματα από τα γνωστά μαγαζιά υφασμάτων του Ελμάλογλου ή του Τσαντίλη στο Μοναστηράκι. Ήταν ιεροτελεστία να πηγαίνει κανείς σε αυτά τα μαγαζιά. Τα τόπια με τα υφάσματα  ήταν τοποθετημένα το ένα πάνω  στο άλλο, σε ξύλινα ράφια, ταξινομημένα ανάλογα με την ποιότητα  και την τιμή. 

Μαγική ήταν η στιγμή, όταν τα αφεντικά άρχιζαν να αφηγούνται την ιστορία του υφάσματος. Πού έχει φτιαχτεί, τι ύφανση έχει, σε τι μπορεί να χρησιμεύσει. Κατέβαζαν  αγόγγυστα εκείνα τα τόπια, που μόνο ελαφριά δεν ήταν. Και οι πελάτισσες όλο και ρωτούσαν και όλο και απλώνονταν στον πάγκο νέα υφάσματα. Δε το ΄καναν από καπρίτσιο, ή από κάποια ιδιαιτερότητα. Ήθελαν αυτό που αγόραζαν να τις ικανοποιούσε απόλυτα, να ταίριαζε με το σχέδιο που είχαν σκεφτεί. Θα προοριζόταν για ρούχο που θα το φορούσαν για πολλά πολλά χρόνια. Στο κατάστημα είχαν το ξύλινο μέτρο για να υπολογίζουν τα απαιτούμενα μέτρα. Κάποιες φορές στην άκρη του πάγκου υπήρχε δείκτης μέτρου και εκεί μετρούσαν κυρίως, τα πιο λεπτά πράγματα, όπως τις δαντέλες, τα λάστιχα κλπ

Το κατέβασμα υφασμάτων από τα ράφια, όταν ακόμα η σκέψη ήταν πρωτόλεια  για το τι θα ραφτεί  ή η αβεβαιότητα της πελάτισσας ήταν κάτι , που απέφευγαν κυρίως οι υπάλληλοι. Το αναβοκατέβασμα τους κούραζε και δεν ήθελαν να ακούσουν "Θα το σκεφτώ και θα ξαναπεράσω". Η δική τους κούραση ερχόταν σε αντίθεση με το σκεπτικό των αφεντικών, που  έβλεπαν τις αναποφάσιστες πελάτισσες, ως εν δυνάμει αγοράστριες και ευελπιστούσαν να φύγουν με θετική ανάμνηση και να επανέλθουν στους ίδιους και όχι σε ανταγωνιστές τους.

Τα αφεντικά των μαγαζιών, που αναφέραμε, εκείνη την εποχή δούλευαν με κάποιον υπάλληλο, γνώριζαν την Λίζα  και τη βοηθούσαν κατεβάζοντας τα τόπια από τα ράφια. Η επίδειξη γινόταν επί τόπου. ‘Πέσμου γιατί τα θέλεις, τι θα ράψεις”. Αυτό μόνο ήθελαν να μάθουν. Ήταν η στιγμή που η Λίζα συμβουλευόταν το τετράδιο της. Τόσα μέτρα από εδώ, τόσα από εκεί. Και αφού συμφωνούσαν στα μέτρα, κοβόταν το ύφασμα όσο χρειαζόταν και λίγο παραπάνω. Με την υπενθύμιση από το αφεντικό:

- "Αυτό το μοτίβο δεν θα το έχω για πολύ. Έκλεισε το εργοστάσιο και πήρα τα τελευταία τόπια". Όλοι αγωνίζονταν, ο  καθένας από τη θέση του για το καλύτερο.

 

*

Η Λίζα  με τα υπολείμματα από τα υφάσματα κατασκεύαζε πάνινες κούκλες.  Αποφάσιζε το μέγεθος της κούκλας, τη ζωγράφιζε πάνω σε χαρτί  και μετά το σχέδιο  το έβαζε πάνω στο ύφασμα και το έκοβε. Αφού έφτιαχνε το εξωτερικό μέρος της κούκλας, την γέμιζε με κομμάτια από μικρά ρετάλια, τόσο ώστε να φουσκώσει και έραβε τα πλαϊνά. Έβαζε για μάτια κουμπιά και έβρισκε κόκκινο πανάκι για τα χείλη. Φυσικά τα μαλλιά ήταν μακριά με μαλλί που το έπλεκε σε πλεξούδες, και έκανε αφέλειες στα μπροστινά. Ανάλογα σε ποιο παιδί θα έδινε την κούκλα, άκουγε και τις απαιτήσεις του, τα θέλω του. Αυτό αφορούσε κυρίως την επιλογή μαλλιών από τα  διαθέσιμα κουβάρια μαλλιών πλεξίματος.

Η χαρά των παιδιών γινόταν δική της χαρά. Ίσως αναπλήρωνε την έλλειψη παιχνιδιών όταν ήταν εκείνη μικρή. Ήξερε ότι οι κούκλες θα συντρόφευαν τα παιδιά στο παιχνίδι, στον ύπνο.

Τα επαρκή σε μέγεθος ρετάλια τα έφτιαχνε ρούχα για τα παιδιά. Για όλα τα παιδιά που ήξερε: της οικογένειας, της γειτονιάς. Κι αν δεν έφτανε το ρετάλι του υφάσματος, επιστράτευε τη φαντασία της, έβρισκε αντίστοιχα κομμάτια και τα συνταίριαζε. Ευτυχώς υπήρχαν και οι δαντέλες, που τις έπαιρνε με το μέτρο από την οδό Ερμού, και που συμπλήρωναν το παζλ του ρούχου  δίνοντας την αίσθηση ότι χρειαζόταν αυτήν ακριβώς την πινελιά για να ολοκληρωθεί.

Οι άνθρωποι της γειτονιάς ήξεραν πάντα ποιος είχε ανάγκη και γιατί. Δεν άργησε να εμφανιστεί μία απρόσμενη ανάγκη κάποια στιγμή, όταν ο δάσκαλος του σχολείου της Ε΄ Δημοτικού πρότεινε για τις τελικές γυμναστικές επιδείξεις, εκτός από το μακό μπλουζάκι και το μπλε σορτσάκι, τα κορίτσια να προμηθευτούν χιτώνες και να παρουσιάσουν θεατρικό με Καρυάτιδες. Τα κορίτσια θα ήταν ντυμένα με χιτώνα με ένα λεπτό λαστιχάκι ραμμένο εσωτερικά στη  μέση και μία ζώνη κίτρινη.

Τα κορίτσια βρήκαν την ιδέα υπέροχη και  οι γονείς χάρηκαν πολύ. Έλα όμως, που η κυρία Πολυξένη μόλις είχε βγει από τον Ευαγγελισμό, μετά από σοβαρή εγχείρηση, αφαίρεσης όγκου από τις ωοθήκες. Η δεύτερη κόρη η Μάγδα  ανέφερε την ανάγκη απόκτησης χιτώνα για τις γυμναστικές επιδείξεις, που ζήτησε ο δάσκαλος, στους γονείς της. Οι γονείς αναγκάστηκαν να δώσουν αρνητική απάντηση, μιας και το χειρουργείο είχε κοστίσει αρκετά -αν και σε δημόσιο νοσοκομείο, το φακελάκι καλά κρατούσε-  και  δυστυχώς  δεν περίσσευαν χρήματα έστω και για αυτό το μικρό έξοδο.

Η Μάγδα έδειξε κατανόηση και  την επόμενη μέρα ενημέρωσε τον δάσκαλο ότι δεν θα συμμετέχει σε αυτό το μέρος της παράστασης. Την εξήγηση την κατάλαβε και ο ίδιος. Ήξερε τι είχε συμβεί στην οικογένεια και ρωτούσε συχνά για την υγεία της μητέρα της Μάγδας.

Μετά από δυο μέρες η Ελένη η κόρη της Λίζας και συμμαθήτρια της Μάγδας, στο σχόλασμα επέμενε να φύγουν μαζί τα δύο κορίτσια και με το που έφτασαν στο σπίτι της, πρότεινε στη Μάγδα να ανέβει πάνω.

Ούτε που κατάλαβε η Μάγδα γιατί η Λίζα πήρε τη μεζούρα και το τετράδιο και σημείωνε, τόσο το μάκρος, τόσο η μέση, και με την προτροπή: “Πέρασε αύριο μετά το σχολείο για την πρόβα”

"Ξέρετε, εγώ δεν θα συμμετέχω στην παράσταση", απαντά, χαμηλόφωνα η Μάγδα.

-"Εγώ ξέρω ότι πρέπει να σου φτιάξω τον χιτώνα. Συνεννοήσου με τον… την… Με κανένα. Τέλος. Σε περιμένω αύριο", λέει η Λίζα.

Η Μάγδα φυσικά και μίλησε με τη μητέρα της. Είχε βρεθεί λύση για να φτιαχτεί ο χιτώνας και να συμμετέχει η Μάγδα στην παράσταση και δεν καταλάβαιναν πώς έγινε αυτό. Το κορίτσι αναθάρρησε. Το μυαλό της ήταν στην παράσταση. Λόγω ύψους, ευελιξίας και κυρίως μαθησιακών επιδόσεων βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή. Ήθελε τόσο πολύ να συμμετέχει! Παρακολουθούσε  όλες αυτές τις μέρες τις συμμαθήτριες της. Και τώρα ως εκ θαύματος θα συμμετείχε κι εκείνη.

Η μητέρα της στέλνει τη μεγάλη αδερφή , την Μαρία στο σπίτι της Λίζας, για να μάθει πώς και η Λίζα ράβει χιτώνα για την Μάγδα. Ποιος πήρε το ύφασμα, ποιος θα την πληρώσει;

Η Λίζα απάντησε κοφτά: "Εμένα μου έφεραν το ύφασμα, και θα το ράψω. Καμία άλλη πληροφορία δεν δίνω, δεν ξέρω".

Μόνο μετά από κάποιο διάστημα -τρία χρόνια αργότερα- έμαθαν, ότι ο πρωτοδιόριστος δάσκαλος από την Καλαμπάκα Τρικάλων, έδωσε τα χρήματα για να αγοραστεί το ύφασμα και συνεννοήθηκε με την Λίζα να το ράψει. Ήξερε ότι είναι καλόκαρδη και πάντα βοηθούσε. Άλλος αγόρασε το ύφασμα, η Λίζα το έραψε. Θα έραβε τους χιτώνες και των άλλων κοριτσιών  με συμβολικό ποσό. Τι εικοσιένα, τι είκοσι δύο χιτώνες. Ήταν το ίδιο για εκείνη.

 

*

Η Λίζα έγινε μύθος στην περιοχή. Παρά το γεγονός ότι η πρόσβαση στις Τζιτζιφιές, όπως και άλλες περιοχές εκείνη την εποχή, δεν ήταν εύκολη, κατέφθαναν στο σπίτι της  πελάτισσες από όλα τα μέρη της Αθήνας, που ήθελαν ρούχα ραμμένα με μεγάλη προσοχή και με πρωτότυπα σχέδια. Τα σχέδια τα έβλεπαν σε διάφορα σαλόνια, που σύχναζαν, σε γιορτές και εκδηλώσεις. Ενίοτε έφερναν και υφάσματα, που είχαν αγοράσει στο εξωτερικό, στην Αγγλία, στην Ιταλία, στο Μαρόκο.

Κάποιες είχαν προμηθευτεί και φιγουρίνια, γαλλικά ή  γερμανικά με σχεδιασμένα μοντέλα, που έδειχναν ότι επίτασσε η  μόδα της εποχής.  Η μελέτη τους από τις μοδίστρες θύμιζε τη μελέτη των παρτιτούρων από τους μουσικούς, και σε αυτήν την περίπτωση η μελωδία απαιτούσε καλή μελέτη και αρκετές πρόβες.

Η Λίζα απομόνωνε τα σχέδια που ενδιέφεραν την ίδια ή την πελάτισσα και τα αποτύπωνε σε αυτοσχέδια πατρόν, τα ένωνε μετά με καρφίτσες και όταν όλα ήταν όπως έπρεπε, γινόντουσαν οι ανάλογες πρόβες και οι διορθώσεις,  καρφίτσωνε το πατρόν στο ύφασμα και προχωρούσε στο κόψιμο.

Μερικά χρόνια αργότερα έγινε μια σημαντική διαφοροποίηση. Οι πελάτισσες έφερναν μαζί τους περιοδικά μόδας, και κυρίως το Burda*. Η βασική ιδέα του περιοδικού ήταν να προτείνει σχέδια με πραγματικά μοντέλα.  Ζητούσαν ρούχα που έβλεπαν φορεμένα από καλλίγραμμα μοντέλα και που τα πατρόν τους φιλοξενούνταν στις κεντρικές σελίδες του περιοδικού. Η μόδα είχε δεχτεί μεγάλες αλλαγές. Αντικαταστάθηκαν τα φαρδιά φουρώ, με σχέδια που ήταν στενά, ακουμπώντας το σώμα, τονίζοντας το και το μάκρος ήταν μίντι. 

Η Λίζα δέχονταν με χαρά τα Burda, γιατί τα πατρόν της έλυναν τα χέρια. Ακριβώς όπως  η Singer την είχε απαλλάξει  από το πολύωρο ράψιμο και το σκύψιμο πάνω από ένα ύφασμα, έτσι και τα πατρόν που έμαθε πολύ γρήγορα να τα ακολουθεί, τη γλίτωσαν από το επιπλέον μέτρημα. Όλες οι κυρίες απέκτησαν νούμερο και βάσει αυτού, έβρισκε το αντίστοιχο πατρόν στο κέντρο του περιοδικού και αφού το αντέγραφε  σε δικά της χαρτιά, το έκοβε.

Υπήρχαν και εκείνες οι πελάτισσες που συνέχιζαν να θέλουν σχέδια που είχαν σκεφτεί και τα οποία τελειοποιούσαν μαζί με τη Λίζα. Ήθελαν να συνεχίζουν να ξεχωρίζουν. Συχνά το σχέδιο που διάλεγαν είχε να κάνει με κάποια γάντια, με τσάντες ή με καπέλα, με αξεσουάρ δηλαδή, που τους είχαν στείλει συγγενείς από Γερμανία, κυρίως, και Αμερική. Το τι θα έφτιαχναν, το πού θα πήγαιναν με αυτό, καθόριζε το σχέδιο που η μάγισσα Λίζα θα έφτιαχνε μαζί τους.

 

*

Όσο η οικονομική κατάσταση βελτιωνόταν, τόσο οι πελάτισσες ερχόντουσαν με μεγαλύτερες απαιτήσεις στη Λίζα. Μιας και κάνουμε λόγο για απαιτήσεις ξεχωρίζουμε την παρακάτω απαίτηση. Κάποια φορά έτυχε να βάφει τα ανάκτορα, εκεί που τώρα είναι η Βουλή ο ξάδερφος της Λίζας, ο Παύλος. Είχε πλησιάσει τους μαστόρους, η κυρία της αυλής και ενημέρωσε ότι η βασίλισσα Φρειδερίκη ήθελε να προσλάβει και νέες μοδίστρες για τις ανάγκες της. Ο Παύλος την ενημέρωσε και της πρότεινε να μιλήσει, αν τελικά δεχτεί τη δουλειά, στην κυρία της αυλής.

Είχε ξεχάσει όμως, ότι μόλις μία εβδομάδα πριν, ο  ίδιος είχε πει, ότι διαφώνησε δύο φορές με τη βασίλισσα Φρειδερίκη. Μία φορά γιατί τον ρώτησε που είναι ο κηπουρός και φυσικά δεν ήξερε και εκείνη μουρμούριζε μέχρι να φύγει με τις ακόλουθες της.

Τη δεύτερη φορά ζήτησε να της βάψει την μηχανή  Singer με πράσινο χρώμα. Ο Παύλος δεν έφερε αντίρρηση, καθώς γνώριζε ότι ήταν ιδιότροπη. Το γεγονός το σχολίασε ,όμως με τη Λίζα. "Τι έπαθε  η κακόμοιρη η Singer! Καταλαβαίνει άραγε τι κάνει;" είπε ο Παύλος. Η Λίζα απορημένη κούνησε μόνο το κεφάλι απαξιωτικά. Αυτό, που έβλεπαν όλοι τη μηχανή ραψίματος ως θαύμα, η βασίλισσα Φρειδερίκη την έβλεπε ως ένα αντικείμενο, που θα έπρεπε μάλιστα να παρέμβει . Ήταν γνωστή για τις παρεμβάσεις της έτσι κι αλλιώς. Στη Singer θα σταματούσε. Ίσως κάτι την θύμωσε και το πλήρωσε η κακόμοιρη η Singer.

Όταν φέρνει λοιπόν την είδηση από το παλάτι για την αναζήτηση μοδίστρας η Λίζα απάντησε άμεσα, "Και φυσικά όχι. Χάρισμα της η δουλειά".

Θα απορούσα αν η Λίζα που αγαπούσε τη δουλειά της, που πάλεψε να την κάνει καλά, να γίνει μύθος στην περιοχή δεχόταν να πάει να δουλέψει ως υπάλληλος στο παλάτι.

 

*

Η Singer όταν δεν χρησιμοποιείτο, στο σπίτι της Λίζας -πράγμα σπάνιο- την έβαζαν στο κάτω ενσωματωμένο ξύλινο μέρος γυρισμένη ανάποδα, έτσι που το πάνω μέρος  μετατρεπόταν σε μία λεία λαμπερή, λουστραρισμένη επιφάνεια. Γινόταν έπιπλο. Αυτό συνέβαινε τρεις μέρες το χρόνο από 25/12 μέχρι 28/12. Επιτρεπόταν αυτές τις τρεις μέρες, να τοποθετείται πάνω από τη μηχανή, ένα καράβι με κατάρτια , που το είχε φτιάξει  ο Βάνιας από ξύλο. Κρεμούσαν πάνω στο καράβι διάφορα κουκλάκια, μπαλίτσες που έφτιαχνε από τα μικρά κομματάκια υφάσματος ή χαρτονένια στολίδια. Αυτό το καραβάκι εμπλουτίστηκε σταδιακά με φωτάκια γύρω γύρω, που τα άναβαν το βράδυ.

Ο στολισμός άλλαξε με τα χρόνια. Η μόδα απαιτούσε να στολίζεται πλαστικό πράσινο δέντρο. Ένα δέντρο μεσαίου μεγέθους στολιζόταν, πια. Το τοποθετούσαν κι αυτό σε περίοπτη θέση, πάνω στη μηχανή Singer. Ήταν προστατευμένο, και με σκοπό να αναδείξουν τη λαμπρότητα του. Στολίζονταν  με γυάλινες μπάλες, πάντα με προσοχή γιατί άμα έσπαγαν γέμιζε μικρά γυαλάκια ο τόπος. Τα παιδιά βέβαια πριν τις κρεμάσουν χρησιμοποιούσαν τις γυάλινες μπάλες, σαν καθρέφτη, έκαναν μορφασμούς και λυνόντουσαν στα γέλια. Με ό,τι είχαν στολιζόταν το δέντρο, και με την υποχρέωση να αγοράζονται νέες μπάλες, όταν έσπαγαν οι προηγούμενες και δύο μπάλες επιπλέον. Τα κλαδιά του δέντρου, καθώς και το κάτω μέρος του δέντρου σκεπαζόταν με βαμβάκι για να δείχνει χιονισμένο. Πάνω στο μπαμπάκι στο κάτω μέρους του δέντρου έμπαιναν διάφορες φιγούρες ζώων ως αναπαράσταση της φάτνης.

Υποχρέωση της οικογένειας ήταν να βγάλουν την οικογενειακή φωτογραφία μπροστά από το δέντρο, όπως και το κάθε παιδί ξεχωριστά φορώντας τα καλά του ρούχα με το τριγωνάκι ως αναμνηστική φωτογραφία.

Τις χριστουγεννιάτικες μέρες το σπίτι δεν έμοιαζε με εργαστήρι. Ψήνονταν τα μελένια μελομακάρονα, όπως χαριτολογώντας έλεγαν, και οι βουτυράτοι  κουραμπιέδες. Ζυμωνόταν και το χριστόψωμο, που με λωρίδες από το ζυμάρι έφτιαχναν στην επιφάνεια του, το σχήμα του σταυρού και στόλιζαν τις άκρες με καρύδια και  με αμύγδαλα. Το χριστόψωμο το έκοβε την  παραμονή των Χριστουγέννων ο πρεσβύτερος της οικογένειας -στην οικογένεια της Λίζας, ο Βάνιας- αφού πρώτα το σταύρωνε τρεις φορές και το μοίραζε σε όλα τα μέλη της οικογένειας.

 

*

Η Λίζα με την πάροδο του χρόνου φόρεσε γυαλιά πρεσβυωπίας. Το παράπονο -που ακουγόταν σπάνια από το στόμα της- ήταν ότι κουράζονταν τα μάτια της. Ήξερε ότι όταν είχε πολλή δουλειά τότε τα μάτια της πονούσαν ακόμα πιο πολύ. Και ο αυχένας της πονούσε από την κεκλιμένη θέση του κεφαλιού καθώς έραβε.

Ευτυχώς όταν τα παιδιά ξεπετάχτηκαν  τη βοηθούσαν, όποτε μπορούσαν και εκείνα. Από την άλλη ο Κώστας, ο άντρας της, τον οποίο δεν αναφέραμε μέχρι τώρα, δεν ήταν υποστηριχτικός μαζί της. Ήθελε καθημερινά να έχει φαγητό έτοιμο στο στρωμένο τραπέζι, καθαρά ρούχα και σιδερωμένα χωρίς να βοηθά στο σπίτι καθόλου. Ήταν αστυνομικός και όσοι τον ήξεραν απορούσαν γιατί ήταν ο μόνος που δεν καταλάβαινε τι γυναίκα είχε δίπλα του. Άγια και όμορφη η Λίζα. Ο Κώστας ήταν συμπαθητικός εμφανισιακά, αλλά με έπαρση λόγω του ότι είχε μάθει από τη δουλειά του να είναι απότομος και εκείνη την εποχή είχε πέραση ο λόγος του. Και πάλι λόγω επαγγέλματος.

Η Λίζα στην πραγματικότητα ήταν εκείνη που συντηρούσε την οικογένεια, ακόμα και τότε που ο Κώστας σταμάτησε να φέρνει ολόκληρο το μισθό του στο σπίτι. Το παρατήρησε η Λίζα αλλά δεν του είπε κάτι. Στις αρχές του ΄60 το όποιο ξεστράτισμα κάποιου ή κάποιας δεν έμενε μυστικό για πολύ. Η κουτσομπόλα της γειτονιάς, η Λένα, επισκέφτηκε τη Λίζα για να φτιάξει ένα φόρεμα  με σχέδιο από το Burda, και ανάμεσα στις πρόβες, ρωτάει τη Λίζα αν τα πάει καλά με τον Κώστα. Ήταν λάθος που ρώτησε τη Λίζα. Τη Λίζα που δεν μετέφερε τα  μυστικά των άλλων, που άκουγε στα σπίτια που είχε πάει ή στις πρόβες που έκανε στο δικό της χώρο. Φυσικά άφησε τη Λένα εκτός της οικογένειας της, χωρίς να της δώσει καμία απάντηση. Απάντησε λακωνικά  και αόριστα: "Όλα καλά”.

Η Λένα όμως επέμενε και της είπε ότι ο Κώστας μπαινοβγαίνει στο σπίτι της Μαρίας, δύο τετράγωνα πιο κάτω, και ότι τον είδαν και μαζί της στα παραλιακά μαγαζάκια των Τζιτζιφιών. Ο αθεόφοβος μάλλον δεν ντρεπόταν ή λόγω του ότι ήταν αστυνομικός πίστευε ότι κανείς δεν θα μετέφερε την πληροφορία στην οικογένειά του.

Η συζήτηση έληξε εκεί  και ως δια μαγείας έληξε και το θέμα με τον Κώστα. Μετά από δυο τρεις μέρες  η Λίζα μαζεύει τα πράγματα του Κώστα και το μόνο που του είπε ήταν: ”Μίλησα με το δικηγόρο. Δεν θέλω να σε πάω για μοιχεία. Παίρνεις τα πράγματα σου και φεύγεις. Θέλεις δίνεις, θέλεις δεν δίνεις διατροφή. Στο σπίτι όμως δεν θα μείνεις”. Ο Κώστας γνώριζε μια άλλη Λίζα λιγομίλητη, σκυφτή. Αυτήν τη Λίζα πρώτη φορά την έβλεπε και απόρησε.

Η γειτονιά ξέχασε τον Κώστα. Όταν έχεις κοντά σου ένα διαμάντι, δεν ασχολείσαι με πέτρες.

Η Λίζα συνέχισε να ράβει τουλάχιστον μέχρι το τέλος του ΄60. Τα τελευταία χρόνια έκανε περισσότερο επιδιορθώσεις και όχι ράψιμο. Οι σταθερές πελάτισσες μειώθηκαν, γιατί ήδη είχε αρχίσει να εμφανίζεται το έτοιμο ντύσιμο από ελληνικές βιοτεχνίες.

 

*

Η μηχανή της Λίζας συνέχισε να κοσμεί το σπίτι της κόρης της. Την κληρονόμησε από τη μητέρα της, την έβαλε στο σαλόνι παρά τις αντιρρήσεις των διαφόρων αυτόκλητων διακοσμητών, ότι  δεν αρμόζει, δεν ταιριάζει στο χώρο. Την κράτησε χειροκίνητη, αν και είχε την επιλογή να την κάνει ηλεκτρική. "Δεν παρεμβαίνεις στο ΤΕΛΕΙΟ έλεγε σε όλους".

 

*

Πόσο μακρινή φαίνεται εκείνη η εποχή! Κυρίως ο άγνωστος όρος  της κατανάλωσης, η περιορισμένη παρουσία του έτοιμου ενδύματος, οι μάρκες. Η εποχή εκείνη έρχεται σε αντίθεση με τη σύγχρονη εποχή,  με τις ασφυκτικά γεμάτες με ρούχα ντουλάπες ή και με ρούχα, που πάντα λείπουν από την γκαρνταρόμπα και πρέπει να αγοραστούν ανεξάρτητα με το αν θα φορεθούν.

Η μη εστίαση σε αγαπημένα, μετρημένα, χρήσιμα πράγματα, που ξεκινά από την παιδική ηλικία με την παρουσία πολλών πολλών παιχνιδιών, που βρίσκονται μόνο για να γεμίζουν το πάτωμα των δωματίων και να εντείνουν τον εκνευρισμό όλων αυτών που θα έπρεπε να γνώριζαν το μέτρο, την αξία του ορίου, του φρένου, του παίζω, του αγαπώ, του ευχαριστιέμαι. Έτσι και με τα ρούχα ακόμα και με το γνωστό shopping therapy η ευχαρίστηση είναι πρόσκαιρη και πάντα γλυκόπικρη. "Μα δεν καταφέραμε να πάρουμε ακόμα κάποια που θέλαμε".

Ίσως η μοντέρνα αντίληψη της επαναχρησιμοποίησης των ρούχων, το thrifting να είναι μια κάποια απάντηση σε αυτόν τον καταναλωτισμό, παρά το γεγονός ότι διαφέρει από την εποχή που περιγράφεται πιο πάνω στο διήγημα, γιατί δίνονται ρούχα συνήθως φορεμένα ελάχιστα και με αγορά πολύ περισσοτέρων ρούχων.

  

—--------- 

*Τζιτζιφιές: η ονομασία προήλθε από τα Τζίτζιφα, δένδρα που φύτρωναν στην περιοχή και είχαν ένα καρπό γλυκό στο μεγεθος ενός κουκουτσιού, σε καφέ χρώμα. Οι Τζιτζιφιές ήταν προσφυγική συνοικία, που διέθετε παραλιακά ταβερνάκια, καθώς και τον Ιππόδρομο (1925-2003)

*Οι πληροφορίες για την ραπτομηχανή Singer, πάρθηκαν από Singer Corporation - Wikipedia

* Burda: περιοδικό μόδας, που ιδρύθηκε το 1949, από την Aenne Burda στη Γερμανία

 

 

Παναγιωτοπούλου Ελευθερία, ψυχολόγος, κοινωνική ανθρωπολόγος, συγγραφέας

 

 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια