Επιδημική κρίση: Ένα διήγημα του Κωνσταντίνου Λίχνου

 


Γράφει ο Κωνσταντίνος Λίχνος

Εδώ που φτάσαμε, έχω σιχαθεί πια το ίδιο μου το σπίτι. Πόσο ν’ αντέξεις, άλλωστε, κλεισμένος συνεχώς μέσα σε τέσσερις τοίχους. H αποτελμάτωση και η στασιμότητα μ' έχει σχεδόν παραλύσει και είναι ζήτημα που κρίνεται στις λεπτομέρειες το πόσο θα βαστάξω ακόμα. Τις προάλλες, καθόμουν και διάβαζα ένα άρθρο με τίτλο “Πώς να αντέξεις την καραντίνα”, γραμμένο από κάποιον αστροναύτη που έζησε έναν ολόκληρο χρόνο σε διαστημικό σταθμό και πρόσφερε συμβουλές για να γίνει η απομόνωσή μας υποφερτή. Ένας οδηγός επιβίωσης, από κάποιον που επέζησε στην αχανή κενότητα του διαστήματος, δεν θα μπορούσε παρά να μου φανεί χρήσιμος σκέφτηκα, και τον μελέτησα λες και η ζωή μου εξαρτιόταν αποκλειστικά από αυτό.

Δεν νομίζω πως με βοήθησε και πολύ όπως αποδείχθηκε όμως, ειδικά στο κομμάτι του ύπνου. Γιατί τελευταία, δυσκολεύομαι να κοιμηθώ όλο και περισσότερο και μένω άγρυπνος διαρκώς και συχνότερα. Κι αν προσπαθήσω να νυστάξω, διαβάζοντας ή ηρεμώντας, τότε είναι που ξαγρυπνάω ολότελα και καταλήγω να επιδράμω στο ψυγείο, σπεύδοντας σαν μανιασμένος να ικανοποιήσω τις βραδινές μου λιγούρες· οι οποίες όσο λιγότερο κοιμάμαι, τόσο εντονότερες γίνονται.

Είναι τόσο βασανιστικό να βρίσκεσαι στο κρεβάτι αδυνατώντας να κοιμηθείς, που πλέον δεν τολμώ να ξαπλώσω εάν δεν αισθάνομαι εντελώς εξουθενωμένος. Ακόμη και τότε όμως, συχνά δυσκολεύομαι να αποκοιμηθώ και αναγκάζομαι να υπομένω την αποτυχία μου, αδρανοποιημένος και μόνος, ανυπεράσπιστος απέναντι σε όσα προσπαθώ να μην σκέφτομαι ή να ξεχνώ και που εκείνες τις ώρες στριφογυρίζουν στο μυαλό μου αχαλίνωτα. Γιατί τις ώρες εκείνες, της αδυσώπητης σιωπής, ακόμη και η πιο αδιάφορη σκέψη αστράφτει στο σκοτάδι σαν ακονισμένη λεπίδα και συνοδεύεται από μια αχνή, μα επίμονη, μεταλαμπή που σε αφυπνίζει.

Κι αν καταφέρω εντέλει να κλείσω τα μάτια μου, κάνω έναν ύπνο ανήσυχο, γεμάτο ανατριχίλες και παράξενα όνειρα. Εχθές ξύπνησα πάλι χαράματα, ξαφνιασμένος και κάθιδρος· νιώθοντας πως δεν με χωράει ο τόπος. Αφού πήγα στο μπάνιο να απολυμανθώ ένιωσα απευθείας κάπως καλύτερα, μα λίγο αργότερα άρχισα να απολυμαίνω τα χέρια μουξανά και ξανά, υπακούοντας σε κάποιο ανυπέρβλητο της έμμονης λάκτισμα. Κι όταν κάθισα στον καναπέ, αποστειρωμένος κι αμόλυντος, άρχισα να κουτουλώ απ’ την έλλειψη ύπνου. Ενώ ένιωθα τα μάτια μου να φλέγονται, τα μηνίγγια μου να πονούν και τ’ αυτιά να βουίζουν.

Το χειρότερο όταν δεν έχω κλείσει οκτάωρο ύπνου όμως, είναι πως νιώθω διαρκώς νυσταλέος και περιφέρομαι στο σπίτι ανώφελα, μεταξύ φθοράς κι αφθαρσίας. Ορισμένες φορές, με το που καθίσω για λίγο, λαγοκοιμάμαι νομίζω και βλέπω σύντομα ονείρατα ή μπερδεμένος λογίζω την πραγματικότητα για όνειρο φευγαλέο. Και δυστυχώς, το κάθε ενύπνιο είναι ένας ρους αποκλειστικά ατομικός. Όσους ανθρώπους κι αν συναντήσεις, στου Μορφέα την διάσταση, δεν είναι παρά του μυαλού σου οράματα. Εσύ, ο κοιμώμενος, είσαι ο μοναδικός πλάνητας, μα δεν απέχει τούτο πολύ κι απ’ τον τρόπο που ζούμε σαν είμαστε ξύπνιοι. Απομονωμένες ατομικότητες είμαστε, κατ’ ανάγκην μονάδες, εγκαταλελειμμένες στα βδελυρά απόνερα ενός πολιτισμού παρακμάζοντος. Εκ γενετής ζώα αγελαία και εξ ανατροφής απομονωμένοι παρίες. Και ήμασταν έτσι, πολύ προτού να επιβληθεί καραντίνα.

30 ημέρες αναγκαστικής απομόνωσης, ένας ολάκερος μήνας σε απαγόρευση κυκλοφορίας. Κι αν επιχειρήσεις μια αποτίμηση του διαστήματος αυτού, τι συμπεράσματα θα προκύψουν αλήθεια; Τι έχει, άραγε, αλλάξει πραγματικά στις ζωές μας τον μήνα που πέρασε; Το μόνο σίγουρο είναι ο εγκλεισμός, η επιβεβλημένη ή αυτόβουλη παραμονή μας στο σπίτι· μέχρις ότου να μην κρίνεται πια αναγκαίο. Για προληπτικούς λόγους, φυσικά, καθώς πάνω απ΄ όλα μπαίνει η διαφύλαξη της δημόσιας υγείας. Οι συναθροίσεις απαγορεύονται, λοιπόν, και οι μετακινήσεις περιορίζονται δραστικά, περιστέλλονται προς αυστηρώς καθορισμένους προορισμούς. Μια ολοκληρωτική επικράτηση της προνοητικότητας δηλαδή και πλέον, αιφνίδια εντελώς, η σκοπιμότητα διαφεντεύει καθ’ ολοκληρίαν τις συνήθειες και τη ρουτίνα μας.

Κι όμως, το αδάμαστο χάος που επικρατεί εκεί έξω, δεν φαίνεται να υποτάσσεται διόλου στους νόμους της σκοπιμότητας. Ίσως γι' αυτό η προσταγή του να “Μείνουμε σπίτι”, βρήκε τέτοια καθολική αποδοχή και φανήκαμε όλοι τόσο πρόθυμοι να την υπακούσουμε. Επειδή τα όσα συμβαίνουν στον έξω κόσμο, μοιάζουν ακατανόητα και μας προκαλούν πανικό. Παλιότερα, όποτε έμενα σπίτι, πλησίαζα τα παράθυρα με προσδοκία· ελκόμενος από της θέας τη χαρμόσυνη υπόσχεση. Τώρα όμως, οι κουρτίνες μου είναι μονίμως κλειστές. Για να μην αποθαρρύνομαι από τα κλειδαμπαρωμένα πορτόφυλλα των παρακείμενων κτιρίων, τα ακαλαίσθητα κάγκελα των παραθύρων, τα παραμελημένα λουλούδια στις γλάστρες και το περιστέρι που κείτεται νεκρό στο μπαλκόνι μου, αναμένοντας να γίνει βορά των εντόμων, θαρρείς κατ' επιλογή· επειδή του φάνηκε το σπίτι μου ως το καταλληλότερο μέρος για την τελική του ανάπαυση.

Καλύτερα με τις κουρτίνες κλειστές όμως, παράθυρο στο κόσμο θα αποδειχθεί η τηλεόραση και η φαντασία. Ειδικά η φαντασία, γιατί στις χαλεπές τούτες μέρες, δεν απαιτήθηκε από τους πολίτες μονάχα συμμόρφωση αλλά και δημιουργικότητα. Μέσα σ' αυτή την αλλοπρόσαλλη κατάσταση - που είμαστε φυσικά περιορισμένοι και κοινωνικά απομονωμένοι - δεν αναμένεται απλώς να επιβιώσουμε, θα πρέπει να ριχτούμε και με τα μούτρα στην αυτοβελτίωση. Να μάθουμε μια ξένη γλώσσα, να διαβάσουμε τα βιβλία που έχουν συσσωρευτεί στην βιβλιοθήκη μας και συλλέγουνε σκόνη, να διαλογιστούμε ή να εξασκηθούμε σε κάποιο μουσικό όργανο. Εν ολίγης, να αξιοποιήσουμε στο έπακρο το χρόνο μας και να εκμεταλλευτούμε την καραντίνα, με τον ίδιο τρόπο που ένας μελλοθάνατος χαίρεται τις τελευταίες του μέρες πριν οδηγηθεί στο ικρίωμα. Κι ενώ υπάρχει κάτι το φαινομενικά αισιόδοξο στην προτροπή να αδράξουμε τις έγκλειστες μέρες μας, νιώθω συνάμα πως αποτελεί και ένδειξη κάποιας υπολανθάνουσας διαστροφής η πάλη για εποικοδομητική απομόνωση. Καθότι δεν μπορεί να αποτελεί υγιή στόχο, η θεληματική αποδοχή και η αξιοποίηση του εγκλεισμού μας.

Πριν λίγο καιρό, κανείς δεν θα μπορούσε να προβλέψει αυτό που βιώνουμε τώρα. Η πρότερη κατάστασή μας – η αλλοτινή ζωή μας που είχαμε σχεδόν σιχαθεί – φαντάζει με απολεσθέντα παράδεισο. Μετά την δημοβόρα εκστρατεία που εξαπέλυσε ο ιός, η καθημερινότητά μας θυμίζει δευτεροκλασάτη μεταποκαλυπτική τηλεταινία, δυστοπικό σενάριο επιστημονικής φαντασίας. Παντού βλέπεις φοβισμένους ανθρώπους να κινούνται ελεγχόμενα, φορώντας μάσκες και κρατώντας στο χέρι μπουκαλάκια αντισηπτικών. Άνθρωποι καθηλωμένοι στους καναπέδες, να παρακολουθούν δελτία ειδήσεων και ζωντανές ανταποκρίσεις απ’ το πανδημικό μέτωπο· ενώ κατηχούνται πειθήνια από ειδήμονες που απαριθμούν τα κρούσματα του ιού και τα ποσοστά θνησιμότητας. Παράλληλα, δίπλα στις στατιστικές του θανάτου,  φιγουράρουν προϊόντα απολύμανσης, εγχειρίδια διαλογισμού, συμπληρώματα ενίσχυσης του ανοσοποιητικού και οδηγοί για την αποφυγή της μετάδοσης της ασθένειας. Μην ξεχάσω φυσικά, και τα αναρίθμητα βίντεο με τις θεωρίες συνωμοσίας ή τις θρησκευτικές προφητείες που παρουσιάζουν την πανδημία ως τιμωρία για τις αμαρτίες, τον ελεύθερο ερωτισμό και την αποχαλινωμένη απληστία μας.

Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά που περνάμε, εξαγγέλλονται διαρκώς μειώσεις μισθών και περικοπές παροχών για χιλιάδες εργαζόμενους. Ανά πάσα στιγμή, συμβαίνουν περιστατικά βίας από τις δυνάμεις της τάξης. Αυταρχική καταστολή και επιβολή προστίμων απέναντι σε όσους αποτόλμησαν να περιδιαβούν στους δρόμους αναίτια κι αδικαιολόγητα. Συνάμα, παντού διαβάζουμε για τον ανεπαρκή εξοπλισμό των νοσοκομείων, την πλημμελή περίθαλψη των πασχόντων και την γενικότερη αδυναμία του συστήματος υγείας να αντεπεξέλθει στην επιδημική κρίση. Την αποτυχία μιας οργανωμένης κοινωνίας να προστατέψει τα μέλη της δηλαδή, όχι λόγω ανικανότητας μα επιλογής· καθώς σε κεντρικό επίπεδο οι προτεραιότητες αποδείχθηκαν διαφορετικές. Και οι δικές μου προτεραιότητες; Ποιες είναι οι ατομικές μου προτεραιότητες και ποια ακριβώς είναι η δική μου μεμονωμένη ευθύνη;

Έξω στους δρόμους δεν ακούγεται τίποτα! Η κίνηση στην πάσχουσα πόλη μου είναι μηδαμινή, μα δεν μοιάζει να θρηνεί ή να διαμαρτύρεται κανείς για αυτή την απώλεια. Πλήρης συμμόρφωσης με τα αντιεπιδημικά μέτρα από τους πάντες, ολοσχερής διάδοση του φοβικού λόγου, ώστε να αποσοβηθεί κάθε κραδασμός και να κατασταλεί κάθε αντίδραση. Μέχρι και η ενοχλητική μουσική από το διπλανό διαμέρισμα έχει εκλείψει, ακόμη και οι θορυβώδεις γείτονες μου σίγησαν κάτω απ' το βάρος της απομόνωσης.

Ανήμπορος να πράξω κάτι διαφορετικό, οικουρώ και περιμένω μαργωμένος το ξαναζωντάνεμα του τηλεφώνου μου· ώστε να ηχήσουν οι σειρήνες και να μεταδοθεί το μήνυμα εκτάκτου ανάγκης απ’ το υπουργείο προστασίας του πολίτη. Εν αναμονή της βροντής, δηλαδή, αυτής που θα σηματοδοτήσει το ξέσπασμα της πρωτοφανούς καταιγίδας που σοβεί υπομονετικά εδώ και καιρό. Βέβαια, η τραγωδία έχει ήδη επέλθει και δεν γνωρίζω ποιος επιπλέον φόβος μπορεί να προστίθεται και να μας βασανίζει. Ίσως εκείνος, πως η καταιγίδα θα  βαστάξει πολύ και ότι θα βρεθούν τότε κι άλλες καταστροφές να ενσκήψουν· γιατί ενός κακού έπονται μύρια.

Μόλις έλαβα μια θλιβερή ειδοποίηση στο κινητό μου τηλέφωνο. 47 πλέον οι νεκροί από τον κορονοϊό στην Ελλάδα! Μακάβριοι υπολογισμοί και ανατριχιαστικά μαθηματικά θα πραγματοποιηθούν στο μυαλό μου τα λεπτά που ακολουθούν. Πόσο υπαρκτός είναι αλήθεια ο κίνδυνος; Πόσο διαχειρίσιμος είναι άραγε ετούτος ο φόβος που με κατακλύζει; Είμαι ο μοναδικός που φοβάται ή διατελούμε όλοι μας υπό το κράτος του πανικού και την επιρροή της απόγνωσης; Τόσος φόβος σε καταναλώνει ολάκερο, δε σου επιτρέπει παρά να μουλώξεις και να λουφάξεις στο σπίτι σου· ώσπου όλο αυτό να περάσει. Ελπίζοντας πως όλο αυτό θα περάσει. Ευελπιστώντας πως όταν περάσει, η επόμενη μέρα θα βρει εσένα και τους δικούς σου εν ζωή.

Μετά τον ήχο του μηνύματος, απόλυτη σιωπή. Μια δυσοίωνη σιωπή, που προκαλεί μέσα μου το ανασάλεμα κάποιας ανησυχίας, τόσο βαθιάς που καταπαύει κάθε σκέψη και μετατρέπεται σε αίσθημα επικείμενης απειλής. Μα έχει κάτι το ιδιαίτερο η απειλή τούτη, δεν προκαλεί αναπαλμό, εγρήγορση και ενστικτώδη σπουδή για αντίδραση, όπως γίνεται απέναντι σε κάθε φυσικό κίνδυνο. Αντίθετα, λειτουργεί παραλυτικά και με καθηλώνει. Οι παλάμες μου αρχίζουν να ιδρώνουν και πάλι, τα μέλη μου μουδιάζουν και νιώθω μια γλοιώδη παρουσία σ’ όλο μου το κορμί. Φοβάμαι πως άρχισα κι εγώ να νοσώ, μα το χειρότερο είναι πως δεν ξέρω αν παρουσιάζω όντως τα παραπάνω συμπτώματα ή αν μόλις τα φανταζόμουν. Όλο αυτό που βιώνω, μοιάζει με κάποιο νοσηρό εφιάλτη απ’ τον οποίο αδυνατείς να ξυπνήσεις. Ή αντίθετα, με βίαιο ξύπνημά σ’ έναν κόσμο που δεν είναι τελικά όπως τον ονειρευόσουν στον μέχρι πρότινος νήδυμο ύπνο σου.

Το σπίτι μετατράπηκε σε οικείο κελί και εμείς κάθειρκτοι αυτοπροαιρέτως, δεσμώτες ενός ανείπωτου τρόμου. Ενός τρόμου τόσο συμπυκνωμένου και μολυσματικού που μπορεί να τον βιώσει μονάχα κάποιος που τελεί εν αγνοία για τα διαδραματιζόμενα στον κόσμο. Κάποιος που βαδίζει αόμματος και στέκει μονάχος – ανυπεράσπιστος πλήρως – σ' ένα κόσμο αποθηριωμένο, όπου καραδοκούν σε κάθε γωνιά του άρπαγες αιμοβόροι. Μα ακόμη κι αν είσαι τυφλός, πως γίνεται να αγνοήσεις την οσμή της ασθένειας που απο παντού αναβλύζει; Ποιας ασθένειας όμως; Ποιάς απ' όλες; Ίσως η τραγωδία μας να οδηγηθεί στην τελική της κορύφωση τώρα, που προστίθεται και μια εφάμιλλη σωματική πάθηση πλάι στην καλπάζουσα ηθική μας νόσο. Τώρα, που οι νοσούντες πληθαίνουν και δεν μπορεί παρά να αποβληθούν σωρηδόν από την ποικιλοτρόπως ασθενούσα πολιτεία των υγειών. Δεν γίνεται αλλιώς να διαφυλαχτούμε αποτελεσματικά από την μετάδοση της λέπρας αλλά κι απ’ την οξεία απόγνωση των λεπρών· που παίρνει πλέον διαστάσεις λοιμικής. Μέχρι να ξεπεράσουμε την κρίση φυσικά, μέχρι να τελειώσει τούτη η πανδημία που αφήνει αμέτρητα θύματα πίσω της κι αναρίθμητες – ποικίλης φύσεως – κακοφορμισμένες πληγές.

Το ξέρω πως μιλάει ο φόβος μου τώρα, αν μ' άκουγε κανείς θα εγκαλούμουν για σκληρότητα και απάδουσα προς τα χρηστά ήθη ρητορική. Μα νιώθω ανίκανος να διαχειριστώ τον τρόμο που νιώθω. Μη έχοντας κάτι άλλο να κάνω, αρχίζω να περπατώ με υπερένταση μέσα στο σπίτι, η άθληση κάνει μονάχα καλό σκέφτομαι. Ακόμη κι αυτή η επαναλαμβανόμενη κυκλική κίνηση γύρω απο την τραπεζαρία, θα μπορούσε να με βοηθήσει να καθαρίσω το νου μου. Όσο κινούμαι όμως, τόσο πιο παγιδευμένος αισθάνομαι. Καρφώνω το βλέμμα στο τοίχο και συνεχίζω να βαδίζω νευρικά μέσα στου κελιού μου τα όρια. Αλλάζω ρυθμό, επιταχύνω, ανοίγω τον διασκελισμό μου κι αρχίζω επιτέλους να λαχανιάζω και να ιδρώνω. Καμία διέξοδος όμως, ό,τι κι αν κάνω αισθάνομαι αιχμάλωτος. Υποπτεύομαι πως ο νους μου, λογίζει ως αυτόβουλη κίνηση μονάχα εκείνη που θα με οδηγούσε έξω από την θλιβερή φυλακή μου. Μα τούτο είναι εκείνο, που φοβάμαι απ’ όλα περισσότερο.

Ο τρόμος δεν πηγάζει μόνο από το ξέφρενο ξέσπασμα του ιού. Σκάει επάνω μας σαν μανιασμένο αγριόκυμα, σαν αφύπνιση συνταρακτική, σαν πρόωρο ξύπνημα σ’ ένα κόσμο εχθρικό και παράλογο. Το γλυκό μας ενύπνιο βεβηλώθηκε από πολυεθνικές που σπεύδουν να επωφεληθούν της πανδημίας, σαν αιμοσταγή νεκρόσιτα όρνεα που συσσωρεύονται επάνω απο των νεκρών τα κουφάρια. Από μεροληπτικές κρατικές εξαγγελίες στήριξης των επιχειρήσεων, αστυνομική βαναυσότητα και διασπορά πανικού από – επιδοτημένα για την ενημέρωση του κοινού – ευυπόληπτα τηλεοπτικά δίκτυα. Ο ιός του τρόμου μεταδίδεται με ραδιοκύματα, μέσα από τηλεφωνικές γραμμές, κεραίες, λογύδρια παρουσιαστών και πρωθυπουργικά διαγγέλματα. Τα πάντα σκιάζονται απ’ το φριχτό σύγνεφο της επικρεμάμενης απειλής και το μόνο που μπορείς να ψελλίσεις είναι: «Ας σταθώ μια φορά κι εγώ τυχερός. Ας περάσω αλώβητος ετούτη την μπόρα».

Ακόμη κι αυτή η λιπόψυχη ικεσία μπορεί να είναι αρκετή για να βαστάξεις λιγάκι ακόμη, μέχρι να περάσει όλο αυτό και να επιστρέψεις θεληματικά – αν είναι πια εφικτό – στην νεφελοκοκκυγία που κατοικούσες προτού να ξυπνήσεις. Ίσως αυτή η ισχνή σου ελπίδα, που αποδεικνύει την κακομοιριά σου ολάκερη, να αποκαλύπτει μια ποταπή αισιοδοξία – ρανίδα ρανίδα συναγμένη μες τ’ όνειρο που συνήθιζες να ζεις – ικανή να σε βοηθήσει ν’ αντέξεις μονάχος. Ίσως , μάλιστα, να είναι αρκετή για να τονώσει και το πεσμένο ανοσοποιητικό σου.

Η ώρα έχει περάσει, έχει νυχτώσει προ πολλού κι εγώ αποφεύγω τεχνηέντως να επισκεφτώ το μπάνιο προτού να ξαπλώσω. Φοβάμαι πως αν κοιταχτώ στο καθρέφτη θα δω το πρόσωπο μου κατακόκκινο, γιομάτο στίγματα, αηδιαστικές φλύκταινες και πυώδεις εκκρίσεις. Φοβάμαι πως έχω ρίγος και πυρετό, πως κρυώνω και ιδρώνω. Φοβάμαι πως... Όχι δεν το φοβάμαι απλώς, το ξέρω στα σίγουρα, πως απέμεινα πια ολότελα μόνος κι ανήμπορος.

Σαν δέντρο απόκληρο, μέσα σε ένα σκιερό κι αφιλόξενο δάσος. Γαντζωμένο επάνω σ’ ένα στέρφο και άνυδρο χώμα. Υποσιτισμένο κι αφρόντιστο, σε ένα μέρος ανήλιαγο που δε φτάνουν ποτέ του ήλιου οι αχτίδες. Οι ρίζες μου απλώνονται μάταια και το όποιο νερό κυλάει προς το μέρος μου είναι μιαρό κι ακάθαρτο. Ο κορμός μου ξεφλουδίζει και σέπεται, τα κλωνάρια μου μοιάζουν κλαδεμένα με βιαιότητα, ανήμπορα πια να φυλλώσουν. Αδύναμα να απλωθούν και να φτάσουν τον ήλιο. Ανίκανα να σμίξουν και να περιπλεχθούν με τα κλαριά των υπόλοιπων δέντρων. Ένα δέντρο σκεβρωμένο κι ανάπηρο απέμεινα, με μια άραχλη κουφάλα στο κέντρο του που μοιάζει με κόγχη. Μια κόγχη που κάποτε φιλοξενούσε έναν οφθαλμό ανεκτίμητο, μα τώρα φυλάσσει μονάχα υγρασία και μούχλα.

Ήμαρτον πια! Τι αποκρουστική εικόνα ήταν αυτή που έπλασε μόλις τώρα ο νους μου! Σαν σκηνή από απαίσιο εφιάλτη μου έμοιασε. Να ονειρευόμουνα άραγε; Να ονειρεύομαι ακόμα; Ξύπνησα τώρα;

    

Τέλος