Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Ψηφιακό ΕΓΩ" του Άγι Ντούλια | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 


Συγγραφέας: Άγις Ντούλιας
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 340
Εκδόσεις: 24 γράμματα



Πώς μπορεί να νιώθει κανείς ολοκληρωτικά ανθρώπινος, αν οι πράξεις και οι επιλογές του του το απαγορεύουν; Πώς μπορεί να νιώθει αληθινός, ιδιαίτερα μάλιστα, όταν το κενό μέσα στο οποίο εν αγνοία του βυθίζεται είναι τόσο καταστρεπτικό για τον ίδιο και παράλληλα τόσο παραπλανητικό, που του δίνει την εντύπωση ότι αυτός είναι ο σωστός χώρος, στον οποίο εκ φύσεως οφείλει να ανήκει προκειμένου να νιώθει ασφαλής; Αλήθεια, υπάρχει ασφάλεια μέσα στο απόλυτο κενό; Αυτό θα το κρίνει ο αναγνώστης διαβάζοντας το μυθιστόρημα, που πρόσφατα κυκλοφόρησε ο συγγραφέας Άγις Ντούλιας από τις εκδόσεις «24 Γράμματα» με τίτλο «Ψηφιακό ΕΓΩ».

Η ιστορία του βιβλίου αναπτύσσεται σε χρόνο μέλλοντα, όχι όμως ιδιαίτερα μακρινό από το πραγματικό μας σήμερα. Ο συγγραφέας μεταφέρει τον αναγνώστη στο 2046, σε μια χρονική περίοδο, όπου το διαδίκτυο έχει κυριεύσει εξ ολοκλήρου τις ζωές των ανθρώπων, χωρίς, ωστόσο, να τους εξασφαλίζει ούτε ένα παράθυρο απόδρασης απ’ αυτό, έστω και προσωρινό, για τις περιπτώσεις που εκείνοι επιδιώκουν να επιστρέψουν στον πραγματικό τους εγώ, στον πραγματικό τους εαυτό και να απομονωθούν. Συναινετική φαινομενικά, επιβαλλόμενη με τη βία στην πραγματικότητα, διείσδυση στην ατομική ελευθερία του άλλου με ένα και μοναδικό στόχο, την καθολική συντριβή της. Ο νέος διαδικτυακός χώρος με το όνομα «Δίκτυο» ελέγχει απόλυτα τις ζωές όλων και τις οδηγεί σε ένα δρόμο δίχως επιστροφή, σε έναν δρόμο που καταλήγει, δυστυχώς, στην υποδούλωσή τους, στη χειραφέτησή τους, στην ταπείνωσή τους.

Ο άνθρωπος έχει πια ηττηθεί. Αδύναμος για οποιαδήποτε προσωπική αντίδραση ή επανάσταση, αρνείται να παραδεχθεί τη δυστυχία του και δεσμεύεται να ψεύδεται εφ’ όρου ζωής, όχι μόνο εκθέτοντας τον εαυτό του απέναντι στους άλλους, αλλά ακόμα και απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Είναι χαρούμενος, παραδέχεται, φορώντας το ηλεκτρονικό του χαμόγελο. Είναι ευτυχισμένος, γιατί είναι κοινωνικά αποδεκτός και αρεστός. Επομένως, είναι και ζωντανός.

Μα, είναι στ’ αλήθεια έτσι; Μπορεί το διαδίκτυο να αντικαταστήσει τις δια ζώσης προσωπικές σχέσεις; Μπορεί να αντικαταστήσει τα ίδια τα ανθρώπινα συναισθήματα με αστείες «φατσούλες» και δηλώσεις, επειδή φαινομενικά με τη βοήθεια αυτών προβάλει προς τα έξω μια εικόνα του χειριστή του χαρούμενη και ανέμελη, δίχως άγχη, προβλήματα και αδιέξοδα και προπαντός δίχως να αποκαλύπτει τα αισθήματα της μοναξιάς του που θέλοντας και μη τον κατακλύζουν από μια τέτοια αντικοινωνική και απάνθρωπη συμπεριφορά; Πώς είναι δυνατόν όλοι οι άνθρωποι να νιώθουν διαρκώς ευτυχισμένοι, όπως ακριβώς οφείλουν να επιδεικνύουν με τις αναρτήσεις τους στο διαδίκτυο, προσδοκώντας την κατάκτηση των πολυπόθητων «Μου αρέσει» των εικονικών τους φίλων; Η αλήθεια απέχει κατά πολύ από αυτό που οι χρήστες προβάλουν  προς τα έξω, αλλά ποιος νοιάζεται γι’ αυτό; Ποιος νοιάζεται για την αυθεντική προσωπικότητα του άλλου δίχως να έχει να κερδίσει κάτι από την συναναστροφή μαζί του;

Σε έναν κόσμο όπου τίποτα δεν είναι όπως ακριβώς φαίνεται, όπου όλοι φορούν προσωπεία για να κερδίσουν την αποδοχή των άγνωστων γνωστών τους, πώς μπορεί να αναπνεύσει το συναίσθημα, να αναπτυχθεί η αληθινή φιλία, να ανθίσει η πραγματική ζωή; Οι τέσσερις φίλοι της ιστορίας του βιβλίου, ο Ανδρέας, ο Ιωσήφ, ο Βαγγέλης και ο Θάνος, είναι άνθρωποι εντελώς διαφορετικοί μεταξύ τους και, δυστυχώς, εντελώς αποκομμένοι ο ένας από τον άλλον, όσο κι αν φαινομενικά και με τις ευλογίες του Δικτύου εμφανίζουν προς τα έξω μια εικόνα δυνατής φιλίας που αντέχει στα προβλήματα και στο χρόνο. Στην ουσία πρόκειται για ανθρώπους δυστυχισμένους, αφού στις ώρες ατέλειωτης μοναξιάς τους και έχοντας απέναντί τους τον καθρέφτη της αλήθειας τους διαισθάνονται την ήττα τους και καλούνται να την αντιμετωπίσουν με ανοιχτά χαρτιά αναλαμβάνοντας ο καθένας για τον εαυτό του τις βαριές συνέπειες των προσωπικών του επιλογών.

Η έλλειψη εμπιστοσύνης επιβάλει τη συνειδητή απόκρυψη των συναισθημάτων και οδηγεί στην αποξένωση, στη μοναξιά, στην ήττα. Το σκηνικό πλέον είναι ένα και μοναδικό: παθητικότητα, παγωμάρα, αδράνεια, κενότητα, δυστυχία. Κανένας και τίποτα δε μπορεί να ανατρέψει τα νέα δεδομένα. Η εικονική πραγματικότητα επιβάλλεται με γρήγορες και συνοπτικές διαδικασίες και έχοντας την ανοχή της κρατικής εξουσίας. Στόχος να εξασφαλιστεί ο καθολικός έλεγχος της ζωής των ανθρώπων, που πια δε θυμίζουν ξεχωριστές οντότητες, παρά μια ομοιόμορφη μάζα, δίχως καμία απολύτως αξία προσοχής. Ακόμη και οι πιο επαναστάτες και ρομαντικοί του κόσμου, όσο κι αν διαμαρτύρονται και βαδίζουν κόντρα στο σατανικό σχέδιο εξόντωσης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, εγκλωβίζονται κι εκείνοι στην ήδη καθορισμένη από το άναρχο σύστημα πορεία της μοίρας τους. Το κράτος παραλύει. Οι νόμοι παραλύουν. Τα συμφέροντα, που απορρέουν από μια τέτοια υπονόμευση του ανθρώπινου είδους, πολλά. Κι όσον αφορά τους λίγους, που αναφέρθηκαν παραπάνω και που ακόμα επιμένουν να διεκδικούν την προσωπική τους ελευθερία, αυτοί γίνονται πλέον απωθητικοί, το μίασμα που πρέπει να μείνει μακριά από τη μάζα για να μην τη μολύνει και που με κάθε τρόπο πρέπει να εξαλειφθεί.

Ο απόλυτος έλεγχος του ανθρώπου είναι πια γεγονός. Ο ανθρώπινος νους ανήκει στο παρελθόν. Πλέον εξελίχθηκε σε ένα καλοκουρδισμένο ρομπότ και ως ρομπότ καλείται να εκτελέσει το καθήκον του, να υπηρετήσει το σύστημα, να γονατίσει στην αδικία, να υποδουλωθεί. Και φτάνουμε στο σημείο όπου ο αναγνώστης, αγανακτισμένος από όλη αυτή την σταδιακή κατάρρευση της ανθρώπινης υπόστασης, θα αναρωτηθεί: Μα καλά δεν υπάρχει ίχνος ελπίδας και απόδρασης από όλον αυτόν τον κατήφορο; Την απάντηση ο συγγραφέας με έξυπνο τρόπο την  αφήνει στον ίδιο να τη δώσει στο τέλος της ιστορίας, μιας και είναι εκείνος που ακόμη και τώρα, στο σήμερα που βαδίζει, κρατά το μέλλον στα χέρια του.

Ένα άκρως ενδιαφέρον και καλογραμμένο μυθιστόρημα, με γρήγορη και σχεδόν κινηματογραφική αφήγηση, που παρακινεί τον αναγνώστη να το απολαύσει μέχρι την τελευταία του σελίδα. Τα μηνύματα της ιστορίας που θέλει να του περάσει ο συγγραφέας εύκολα μπορούν να αποκρυπτογραφηθούν και να γίνουν αντικείμενο σκέψης και προβληματισμού από τον ίδιο, μιας και τα ζητήματα που θίγονται δεν απέχουν κατά πολύ από τη σύγχρονη πραγματικότητα. Αντιθέτως, θα λέγαμε ότι την καθρεφτίζουν με απόλυτη ακρίβεια. Το πορτραίτο των τεσσάρων πρωταγωνιστών, που με ευστοχία, μελέτη και σχολαστικότητα  φιλοτέχνησε ο Άγις Ντούλιας, θα μπορούσε να αποτελέσει και το πορτραίτο τεσσάρων ανθρώπων της καθημερινότητάς μας που μαστίζονται από την ίδια τρέλα του διαδικτύου και που, οπωσδήποτε, χρειάζονται ένα χέρι βοηθείας για να λυτρωθούν από αυτό και να επιστρέψουν στους κανονικούς ρυθμούς της ζωής τους που, ευτυχώς, ακόμα, με κόπο ή χωρίς, έχουν τη δυνατότητα να απολαύσουν όντας ελεύθεροι.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

"Νομίζεις ότι με ξέρεις επειδή μπορείς να δεις τις φωτογραφίες και τις αναρτήσεις μου... Αλλά δεν μπορείς να δεις εμένα... Νομίζεις ότι με αγαπούν επειδή μου χαρίζουν παντού "μου αρέσει", στολίζοντας τις αναρτήσεις μου με άπειρα σχόλια επιδοκιμασίας και αποδοχής... Όμως εγώ δεν μπορώ να δω τα πρόσωπά τους, ούτε να νιώσω την παράξενη, ψηφιακή αγάπη τους... Νομίζεις ότι είμαι κοινωνικός, ότι περιτριγυρίζομαι από πραγματικούς, ζωντανούς ανθρώπους, επειδή στο Προφίλ μου υπάρχουν χιλιάδες φίλοι κι ακόλουθοι... Όμως εγώ αισθάνομαι μόνος... Κάθε απρόσωπο "μου αρέσει", κάθε ψυχρό, ψηφιακό σχόλιο, κάθε "φίλος" που ποτέ δε γνώρισα... είναι απλώς ένα ακόμη βήμα προς μια αβυσσαλέα και αναπόφευκτη μοναξιά..."
Αθήνα, 2046... Η εικονική πραγματικότητα του Δικτύου, του παγκόσμιου και μοναδικού πλέον μέσου κοινωνικής δικτύωσης, έχει κυριαρχήσει σε κάθε σφαίρα της ανθρώπινης ζωής, προσωπικής και επαγγελματικής. Ένα χαπάκι μόνο αρκεί ώστε ο χρήστης να εισέλθει στον θαυμαστό αυτόν νέο κόσμο! Μέσα σε αυτή τη ζοφερή πραγματικότητα, τέσσερις φίλοι θα έρθουν αντιμέτωποι με τις συνέπειες αυτής της κατάστασης, θέτοντας υπό αμφισβήτηση τις ανθρώπινες σχέσεις, την επικοινωνία, τον εαυτό τους... Ακόμη και την ίδια τους την ύπαρξη... Άραγε πόσο απέχει ένας τέτοιος κόσμος από τον δικό μας; 

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα, Άγι Ντούλια:

Ο Άγις Ντούλιας είναι μάχιμος αναπληρωτής δάσκαλος.
Τα τελευταία χρόνια έχει εργαστεί τόσο σε δημόσια όσο και σε ιδιωτικά δημοτικά σχολεία σε διάφορους νομούς της χώρας. Σπούδασε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, από όπου αποφοίτησε με «Άριστα». Στο ίδιο τμήμα συνέχισε τις σπουδές του σε μεταπτυχιακό επίπεδο, αποφοιτώντας από το πρόγραμμα Συγκριτικής Παιδαγωγικής με ειδίκευση σε ζητήματα διασφάλισης της ποιότητας στην Εκπαίδευση. Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Τα τελευταία χρόνια ζει και εργάζεται στην Κρήτη, ενώ δεν αμελεί να επισκέπτεται τακτικά τη Σύρο, νησί με το οποίο τον συνδέουν ιδιαίτεροι δεσμοί αίματος και αγάπης. Διατηρεί ένα ιστολόγιο, το Page Trail, στο οποίο γράφει τις σκέψεις του για τα βιβλία που διαβάζει.