Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "ΕΜΦΑΝΕΙΑ" του Κωνσταντίνου Σύρμου | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Ποιητής: 
Κωνσταντίνος Σύρμος
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 54
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Ο άνθρωπος συχνά καταφεύγει στην ποίηση όταν νιώθει την ανάγκη να αποδεσμευτεί από τη ρουτίνα της καθημερινότητάς του και να δραπετεύσει σε κόσμους περισσότερο ονειρικούς και γαλήνιους. Είτε ως ποιητής είτε ως αναγνώστης, το αποτέλεσμα είναι πάντοτε το ίδιο. Η ποίηση εκπληρώνει την επιθυμία του και τον οδηγεί εκεί που πραγματικά ονειρεύεται η ψυχή του, εκεί όπου η εικόνα ζωντανεύει κι απλώνεται μετατρέποντας τον εαυτό της σε πραγματικότητα. 

Σε μια ξεχωριστή νοητή πραγματικότητα οδηγείται ο αναγνώστης διαβάζοντας την πρώτη ποιητική συλλογή του Κωνσταντίνου Σύρμου με τίτλο «Εμφάνεια», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Πρόκειται για μια ποίηση άκρως περιγραφική, παρότι ολιγόστιχη, δοσμένη σε ελεύθερο στίχο, γεμάτη εικόνες που δημιουργούν την αίσθηση στον αναγνώστη ότι αποτελούν το πραγματικό περιβάλλον του γράφοντος τη στιγμή της δημιουργίας. Ο ποιητής επιδιώκει να αφεθεί στο χαρτί, να εξομολογηθεί σ’ αυτό, προκειμένου να βρει τη λύτρωση και την εσωτερική γαλήνη. 

«Το φως ανοιχτό 
είχα ξεχάσει να το σβήσω πριν κοιμηθώ 
και η νύχτα εξαγριωμένη 
δεν βρήκε μέρος για να κρυφτεί.» (Σελ. 9) 

Η περιγραφή του τοπίου που τον περιβάλει βοηθά τον αναγνώστη στο να εισχωρήσει στο δικό του προσωπικό χώρο, ο οποίος τον υποδέχεται ζεστά. Κι εκείνος τον αντικρίζει με ενδιαφέρον και θέληση. Σφαλίζει τα μάτια της ψυχής του και αφήνεται στον κόσμο της επιθυμίας, εκεί όπου ο έρωτας ακόμα υπάρχει, παρόλο που μια απόσταση ήδη έχει χαράξει την πορεία της στο άπειρο, εγκλωβίζοντας τα θλιμμένα βλέμματα των ερωτευμένων στην αιωνιότητα του πάντα. 

«Συναντιόμαστε στους καθρέφτες 
στις φωτογραφίες 
σε παραμορφωτικούς 
αντικατοπτρισμούς» (σελ. 10) 

Ο ποιητής έχει βιώσει τη σκληρότητα του επίγειου κόσμου, την ευκολία με την οποία ο καθένας μετατρέπεται σε κριτής των πάντων και καταδικάζει το παράταιρο, το διαφορετικό, το φοβίσιμο. Επιλέγει να γράψει συμβολικά. Πίσω από τις πολλές μεταφορές που κατακλύζουν τα ποιήματά του, επιχειρεί να περάσει βαθιά νοήματα στον αναγνώστη που σκοπό έχουν να τον προβληματίσουν και να τον ωθήσουν να σκεφτεί καθαρά. 

Στη γραφή του κυριαρχεί η θλίψη, η απογοήτευση, η απομόνωση, η ματαιοδοξία. Ωστόσο, μέσα σε όλη αυτή τη σκοτεινιά της σκέψης, βρίσκει χώρο για να αναπνεύσει ο ερωτισμός. Ο Κωνσταντίνος Σύρμος προσδοκεί και αναζητεί τον έρωτα. Απογοητεύεται συχνά, όμως επιμένει. Ονειρεύεται να απαγκιστρωθεί από το συναίσθημα της μοναξιάς που τον περιβάλει και να βρει επιτέλους τη γαλήνη που αναζητά μέσα από τα μάτια της αγαπημένης του. 

«Σας κοπάδια τρέχανε ανέμελα 
και θόλωνε ο ήλιος απ’ τη σκόνη 
που σήκωναν τα χάδια σου 

Το καταπατημένο ρημαγμένο χώμα 
την επόμενή σου μετανάστευση 
αναμένει 

Και η παγωνιά όσο νυχτώνει 
τα ουρλιαχτά παλιών βημάτων 
μέσα μου μουδιάζει.» (Σελ. 19) 

Η ποίησή του είναι βαθιά υπαρξιακή. Ο ποιητής παλεύει με το φόβο, με την ανάμνηση, με τη μοναξιά, με τη συνείδηση, με την απώλεια, με την απάθεια, με την αμφιβολία, με την εκμετάλλευση, με τη δειλία, με την εγκατάλειψη, με την απόγνωση, με την ελπίδα, με την απουσία, με την παραίσθηση, με την έλλειψη. Υπερισχύει, φυσικά, η ελπίδα. Άλλωστε, αυτή είναι ο μόνος δρόμος που απομένει για τον άνθρωπο, που παλεύει εναγωνίως να σταθεί όρθιος, ακόμα και να ονειρευτεί τη σωτηρία του. 

«Σαν έφυγε και γύρισε στο σπίτι 
στην αγκαλιά της μοναξιάς και 
στην ανεπηρέαστη μοναχικότητά του 
κοίταξε το φεγγάρι απ’ το παράθυρο 
και το ’βαλε ανάμεσα στα δάχτυλα 

Κάτι όμορφο και λαμπερό κρατούσε 
δίχως να το κρατά» (Σελ. 36) 

Ο ποιητής έχει εμπιστοσύνη στην αγάπη, την οποία και θεωρεί το μεγάλο του όπλο. Αντιλαμβάνεται το παιχνίδι της υποκρισίας, το οποίο έχει παγιδεύσει και τον ίδιο, όμως τολμά να σταθεί απέναντί του και να παραδεχτεί την ήττα του. Τολμά, επίσης, να κάνει την αυτοκριτική του, προκειμένου να γνωρίσει καλύτερα τον εαυτό του. Αντιδρά στη νεκρική, την απαθή φύση του και αποφασίζει να αντισταθεί σθεναρά. Στο τέλος της συλλογής του απελευθερώνει την αισιόδοξη πλευρά του εαυτού του. Ο δρόμος της ζωής συνεχίζει κι εκείνος τον ακολουθεί για να τη γνωρίσει καλύτερα και να γίνει ένα μ’ εκείνη. 

«Συμβαίνω μ’ εκείνο που συμβαίνει 

Αφήνομαι 
στον φυτρωμένο 
από τα βήματά μου δρόμο 

Διπλωμένους 
καταπίνω τους χάρτες 
Υψώνω την παλάμη 
για να με κρύψω απ’ τα άστρα 

Κάτι 
με έδιωξε 
Κάτι 
με περιμένει να το φτάσω 

Ξανά 

Μαζί 

Θα συμβούμε» (Σελ. 48) 

Ποίηση σκηνογραφική και λυρική, που εντυπωσιάζει με τον εικονογραφικό της πλούτο, στοχαστική και με πυκνά νοήματα, που άλλοτε υπαινίσσεται αυτό που θέλει να πει και άλλοτε απλά περιγράφει, χωρίς να ακολουθεί κάποιο ιδιαίτερο ρυθμό, ανεπιτήδευτη, λιτή και γεμάτη συναισθηματισμό. 

Ας είναι καλοτάξιδη!

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Μην τους πολεμάς
κατά πρόσωπο
θα σε νικήσουν

Κρύψου

Είναι τόσοι πολλοί
οι περιπατητές του νερού

Μην τους αγγίξεις

Όταν άπειρο κι ελάχιστο ενωθούν
το δεύτερο συνθετικό πάντοτε
θριαμβεύει

Λίγα λόγια για τον ποιητή, Κωνσταντίνο Σύρμο:

Ο Κωνσταντίνος Σύρμος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ηράκλειο Κρήτης όπου και ζει. Ασχολείται με τη συγγραφή και την αρθρογραφία. Το 2012 συμμετείχε στιχουργικά στον δίσκο Σε τόπους που δεν ξέρω ενώ το 2017 κυκλοφόρησε το μυθιστόρημα Το μπλε τετράδιο. Η Εμφάνεια είναι η πρώτη του ποιητική συλλογή.