Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "Πρώτα βήματα" του Θανάση Καλλονιάτη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Ποιητής: Θανάσης Καλλονιάτης
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 56
Εκδόσεις: 'Αλφα Πι

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Αρκεί και μόνο ένα τυχαίο γεγονός για να ωθήσει κάποιον σε βαθιά περισυλλογή; Φυσικά και αρκεί, καθώς η ζωή το έχει αποδείξει αρκετές φορές. Αυτό συνέβη, άλλωστε, και στην περίπτωση του ποιητή Θανάση Καλλονιάτη, ο οποίος, όπως παραδέχεται κι ο ίδιος στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του, τους πρώτους στίχους του τους έγραψε όταν, κάνοντας τη συνηθισμένη βόλτα του στην παραλιακή οδό που οδηγεί στο αεροδρόμιο της Μυτιλήνης, είδε το πλοίο να φεύγει για τη Χίο, το νησί εκείνο, με το οποίο, για προσωπικούς του λόγους, συνδέεται συναισθηματικά.

Η συλλογή του, που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «άλφα πι», έχει τον τίτλο «Πρώτα βήματα» και μπορούμε να αντιληφθούμε τον λόγο της επιλογής του αυτής, καθώς πρόκειται για τα πρώτα βήματα του γράφοντος στο μακρύ και επίπονο δρόμο της ποίησης, τον οποίο μόλις ξεκίνησε επίσημα να διαβαίνει.

Η συλλογή του χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο μέρος τιτλοφορείται «ΜΝΗΜΕΣ ΕΛΛΑΔΑΣ» και περιλαμβάνει 15 ποιήματα, ενώ το δεύτερο μέρος τιτλοφορείται «ΣΤΙΓΜΕΣ ΜΟΥ» και περιλαμβάνει 20 ποιήματα.

Αναλυτικότερα, στο πρώτο μέρος της συλλογής του ο ποιητής επιθυμεί να φέρει στο φως θλιβερές μνήμες του παρελθόντος που στιγμάτισαν το μέλλον της χώρας μας και άλλαξαν εντελώς τη ρότα της ιστορίας. Αναφέρεται σε τραγικά γεγονότα, όπως είναι η Άλωση της Κωνσταντινούπολης και η ερήμωση της Αγιάς Σοφιάς, το Ολοκαύτωμα των Ψαρών και οι αρπαγές των κατοίκων της στα σκλαβοπάζαρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η Ελληνική Επανάσταση και η αυτοθυσία των ηρώων της, οι χαμένες πατρίδες, η καταστροφή και το μεγάλο κύμα Ελλήνων προσφύγων που αναζήτησαν μια νέα πατρίδα στα απέναντι παράλια, η καταστροφή της Σμύρνης, η σύγχρονη μάστιγα - η νέα προσφυγιά - και η εκμετάλλευση αυτού του μεταναστευτικού – προσφυγικού (ανθρωπιστικού) προβλήματος από τις Τουρκικές Κυβερνήσεις και, φυσικά, η αγωνία όλων εκείνων που ονειρεύονται τη σωτηρία τους στην ξενιτιά. Στο μέρος αυτό δεν παραλείπει να μιλήσει για τη θεαματική άνθιση στο πέρασμα των αιώνων της αθάνατης αιολικής γης (μην ξεχνάμε ότι ο ποιητής κατάγεται από τη Λέσβο και εύλογο είναι να επαινεί τον τόπο του), αλλά και για την απίστευτη ομορφιά και ιστορία της Μυροβόλου Χίου, με τα γραφικά χωριά της (καθώς ο ποιητής, όπως προαναφέρθηκε, συνδέεται συναισθηματικά, εδώ και πολλά χρόνια, με το νησί της Χίου).

«Φεύγει η μέρα κι εγώ θωρώ,
χαμένες πατρίδες,
τοπίο θολό, πίσω από
παράθυρο παλιό,
χώματα ηρώων Ελληνικά
ποτισμένα με αίμα για
τη λευτεριά» (Σελ. 21)

Στο δεύτερο μέρος της συλλογής ο ποιητής ελευθερώνει ακόμα περισσότερο τον εαυτό του, καθώς μιλά για πιο προσωπικά του θέματα με μια άκρως εξομολογητική διάθεση. Κάνει αναφορά στον πατέρα του, στη μητέρα του, στη σύντροφο της ζωής του, στα παιδιά του, ευγνωμονώντας τους όλους γι’ αυτό που με την πολύτιμη συμβολή τους έγινε, ένας άνθρωπος με μνήμες, αρχές, αξίες και συναισθήματα. Τους ανθρώπους αυτούς τους κουβαλά πάντοτε μαζί του ως αναγκαίο φυλαχτό, μοναδική ανάσα και ζωή στη ζωή του. Φυσικά, μεγάλη αγάπη τρέφει, όπως είπαμε, και για τις δυο του πατρίδες, τη Λέσβο και τη Χίο, τις οποίες δεν παραλείπει σε κάθε ευκαιρία να αναφέρει. Νοσταλγία πλημυρίζουν τα ποιήματά του, αλλά και τραυματικές μνήμες που παλεύει, πλέον, να αποδιώξει με αποφασιστικότητα, επιλέγοντας να ζήσει μια νέα ζωή, όπως εκείνος θα ορίσει, δίχως δεσμεύσεις, όρους και προϋποθέσεις, επιβαλλόμενα όλα από ασήμαντους παράγοντες.

Η ποίησή του είναι γεμάτη εικόνες. Αυτές χρησιμοποιεί για να περιγράψει την ιστορία του, τη ζωή του, όπως πραγματικά την έζησε, χωρίς να παραλείπει τις λεπτομέρειες εκείνες που καθόρισαν την πορεία του και χάραξαν ανεξίτηλα σημάδια στην ψυχή του. Η πένα του έρχεται να επιτελέσει έναν πολύ σημαντικό ρόλο σε μια φάση της ζωής του αρκετά κρίσιμη. Επιχειρεί με τη βοήθειά της να απαλλαγεί από όλο το βάρος που προκαλεί στην ψυχή του η πληθώρα των συναισθημάτων του, τα οποία άλλοτε τον συντροφεύουν ευχάριστα και άλλοτε δυσάρεστα.

Η ποίηση, προφανώς, υπόσχεται την ελπίδα, ένα καλύτερο αύριο, ένα βήμα πλησιέστερα στην ευτυχία, το οξυγόνο που οδηγεί στη ζωή. Άλλωστε, ζωή χωρίς ελπίδα δεν μπορεί να κατακτηθεί. Η ξεγύμνωση της ψυχής αποσκοπεί σ’ αυτό. Να αφήσει ο υπηρέτης της στην άκρη τις όποιες θλιβερές μνήμες του παρελθόντος και να δώσει την ώθηση στον εαυτό του για να κατακτήσει νέες ονειρικές στιγμές. Γι’ αυτό και ο ποιητής τολμά να μιλήσει για τα όνειρά του, αφού πρώτα, όμως, καταγγείλει την ψευτιά και την υποκρισία του σήμερα, την προδοσία και την ασωτία, που με τη σειρά τους προκαλούν ντροπή και αμέτρητες ενοχές στη συνείδηση του ανθρώπου.

«Χαμόγελα απλόχερα στην περασιά
τους, δίνουν,
τον κόσμο ’σεις θα αλλάξετε, μας λεν
με σιγουριά,
μα πίσω από τα λόγια, παχιά, μεγάλα
και τρανά,
πένα, χαρτί και πονηριά, για σχέδια
θολά.» (Σελ. 40)

Φυσικά, δεν αποποιείται τη ρομαντική πλευρά του εαυτού του. Άλλωστε, σε αρκετά σημεία εντοπίζουμε την ερωτική του διάθεση. Παρόλ’ αυτά, ως ανήσυχο πνεύμα, διακρίνουμε να περιβάλλεται αρκετές φορές από μοναξιά. Η νύχτα είναι εκείνη που οδηγεί σε απόγνωση τη σκέψη του, καθώς οι μνήμες ζωντανεύουν και πάλι στο παρόν του αναστατώνοντας την ψυχή που τρέχει εναγωνίως να βρει το φως μέσα στο σκοτάδι.

«Ξημέρωσε και πάλι, πλάι μου εσύ,
της ζωής μου είσαι το μοιραίο,
ακόμη μια μέρα του καημού μου ευχή,
η εμμονή στο μυαλό το θολωμένο.» (Σελ. 42)

Τα δίχτυα του έρωτα έρχονται και πάλι να ξυπνήσουν τις αισθήσεις, να κυριεύσουν το νου και να γεννήσουν νέες ελπίδες. Η εξομολόγηση, ως φάρμακο στην πλήξη, ανταποκρίνεται πλέον στο δύσκολο ρόλο της και επαναφέρει την επιθυμία για την αποκατάσταση της αλήθειας.

«Σινιάλο στο σκοτάδι αναμένω
απ’ αδιέξοδο να βγω,
κουράστηκα πολύ να αποφεύγω
ματιές, λέξεις που θα πω.» (Σελ. 46)

Εχθρός της αλήθειας δε θα μπορούσε να είναι άλλος από τον φόβο. Μιλάμε για τον φόβο του διαφορετικού, της μεγάλης αλλαγής, της ανατροπής των πάντων, που μπορεί μεν να υπόσχεται την γαλήνη, δεν οδηγεί, όμως, πάντα στη χαρά και δεν πλημμυρίζει με φως τις ψυχές των ανθρώπων. Στο σημείο αυτό ο προβληματισμός του ποιητή γίνεται ακόμη πιο έντονος.

Τη συλλογή κλείνει με ένα συγκλονιστικό ποίημα που καθρεφτίζει καθαρά την απόγνωση, τη φθορά, τον πόνο, την αγανάκτηση, τη θλίψη των ανθρώπων εκείνων που γεννήθηκαν καταδικασμένοι να υποφέρουν. Τα στοιβαγμένα παιδιά που βρέθηκαν άθελά τους σε μια εχθρική ξένη γη, σε ένα αφιλόξενο μέρος, δε μπορούν να ονειρευτούν τη χαρά κι αυτό, γιατί δεν την γνώρισαν ποτέ. Μονάχα τρόμος ζωγραφίζεται στο πρόσωπό τους και ένα τεράστιο ερωτηματικό. Γιατί;

«Στοιβαγμένα παιδιά στων γονιών την αγκαλιά,
την Ιθάκη νομίζουν πως βρήκαν ξανά,
μα αλλοίμονο, κρίμα γι’ αυτά
το ταξίδι τους μόλις ξεκινά.» (Σελ. 52)

Ποίηση δοσμένη σε έμμετρο στίχο, ελαφρώς ομοιοκατάληκτη, γραφή λιτή και αρκετά περιγραφική, γεμάτη εικόνες, μνήμες και συναισθήματα, ύφος τρυφερό, αν και αρκετές φορές μελαγχολικό, διάθεση εξομολογητική, που συγκινεί τον αναγνώστη και τον συμπαρασύρει στο δικό του πρωτόλειο ταξίδι της ποίησης.

Αξίζει να αναφερθεί ότι το εξώφυλλο της συλλογής κοσμεί η ζωγραφιά του γιου του, Ταξιάρχη, η οποία αγγίζει με την πρώτη ματιά την ψυχή του αναγνώστη που επιθυμεί να γνωρίσει τα πρώτα βήματα του ποιητή.

Μία όμορφη πρώτη ποιητική ματιά του Θανάση Καλλονιάτη, που αξίζει να διαβαστεί.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Το 2020 άρχισα να γράφω. Τους πρώτους μου στίχους, τους εμπνεύστηκα όταν κάνοντας την συνηθισμένη μου βόλτα – εν μέσω καραντίνας - στην παραλιακή οδό που οδηγεί στον αεροδρόμιο της Μυτιλήνης είδα το πλοίο να φεύγει για τη Χίο.

«Ταξίδι»

Ταξίδι σου ‘ταξα μακρινό, μα φεύγει
το πλοίο, χωρίς προορισμό.
Για μας τους δύο δεν είναι αργά,
κοντά μου έλα, θα πάμε μακριά.
Ταξίδια του νου, σκέψεις βαθιές,
βουνά, θάλασσες ακρογιαλιές.
Μαζί, χέρι χέρι, πέρα μακριά,
στο πέλαγος μέσα, αγκαλιά.

Μοιράζομαι, λοιπόν, μαζί σας σε αυτή τη πρώτη μου έκδοση, ό,τι από καρδιάς έχω γράψει, ελπίζοντας, σε αυτά να βρείτε κάτι από τον εαυτό σας.

Θανάσης Καλλονιάτης


Λίγα λόγια για τον ποιητή, Θανάση Καλλονιάτη:

Γεννημένος στη Χίο στις 25-12-1972 από Λέσβιους γονείς – οι οποίοι είχαν μετακομίσει λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων – μοίρασα την ζωή μου στα δύο πανέμορφα νησιά του Βορειανατολικού Αιγαίου την Λέσβο και τη Χίο. Έχω μια μεγαλύτερη αδερφή η οποία έχει αποφοιτήσει από την Φιλοσοφική Σχολή Θεσσαλονίκης. Τα πρώτα βιβλία που διάβασα προερχόταν από την προσωπική της συλλογή.
Το 1990 τελείωσα το Γενικό Λύκειο Ιππείου Λέσβου – όπου και διαμέναμε μετά την συνταξιοδότηση του πατέρα μου – και από επιλογή, παρόλη την διακριτική πίεση των γονέων μου, δεν επέλεξα την κλασική παιδεία όπως αυτή είχε διαμορφωθεί τα τέλη της δεκαετίας του 1980 αρχές δεκαετίας του 1990. Υπηρέτησα στον Ελληνικό Στρατό και το 1995 κατατάχτηκα στο σώμα της Ελληνικής Αστυνομίας και η πρώτη τοποθέτηση από επιλογή ήταν στο νησί της Χίου. Εκεί γνώρισα τη σύζυγό μου Μαρία και αποκτήσαμε δύο παιδιά το Ταξιάρχη και τον Γιάννη.
Τα τελευταία οκτώ έτη περίπου εργάζομαι και κατοικώ στην Μυτιλήνη στην περιοχή του Ακλειδιού όπου βρίσκονται μερικά από τα παλιά αρχοντικά της πόλης.
Το 2020 άρχισα να γράφω. Τους πρώτους μου στίχους, τους εμπνεύστηκα όταν κάνοντας την συνηθισμένη μου βόλτα – εν μέσω καραντίνας – στην παραλιακή οδό που οδηγεί στον αεροδρόμιο της Μυτιλήνης είδα το πλοίο να φεύγει για τη Χίο. Από αυτή την στιγμή και έπειτα, εικόνες, συναισθήματα, πρόσωπα, λόγια γίνονταν στίχοι.