Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "ΣΚΙΤΣΑ ΣΕ ΕΚΛΕΙΨΗ ΗΛΙΟΥ" του Έλενου Χαβατζά | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου



Ποιητής: Έλενος Χαβατζάς
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 48
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Σε μια εποχή, όπου τίποτα δεν είναι ακριβώς όπως φαίνεται και τίποτα απόλυτα ψεύτικο, η σύγχυση που προκαλείται στην ψυχοσύνθεση του ανθρώπου είναι ικανή να τον οδηγήσει αρκετές φορές σε συναισθηματικό αδιέξοδο. Δεν έχει σημασία για ποιον άνθρωπο μιλάμε, καθώς όλοι ανεξαιρέτως, δέσμιοι της συνθήκης αυτής, στην οποία άθελά τους βρίσκονται εγκλωβισμένοι, αδυνατούν πλέον να αντιδράσουν, ή ακόμη και να τολμήσουν να διαμορφώσουν για τον εαυτό τους μια υποτυπώδη ψευδαίσθηση που θα τους βοηθήσει, έστω και προσωρινά, να απαλλαγούν από το βάρος της πλήξης, της απραγίας και της φθοράς που τους περιβάλει, να συντρίψουν το κενό της ύπαρξής τους και να οραματιστούν την ελπίδα της αλλαγής, της ανατροπής και της πολυπόθητης συναισθηματικής άνοιξης.

Ο ποιητής Έλενος Χαβατζάς, ως ένας από τους λίγους πλέον διεκδικητές του ονείρου, επιλέγει να μιλήσει ανοιχτά για όσα ενδόμυχα τον πληγώνουν, τον δυσανασχετούν και τον εξοργίζουν, για εκείνα δηλαδή που θα ήθελε, αν είχε τη δύναμη, τη δυνατότητα και το σθένος να αλλάξει τριγύρω του κι αν όχι, τουλάχιστον να βελτιώσει. Πολύ πρόσφατα (Ιανουάριος 2021) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Βακχικόν» την τρίτη του προσωπική ποιητική συλλογή με τίτλο «ΣΚΙΤΣΑ ΣΕ ΕΚΛΕΙΨΗ ΗΛΙΟΥ».

«Με τον ρυθμό που δίνουν στα πράγματα
άμα δεν πεθάνουμε από ταλαιπωρία
θα πεθάνουμε από πλήξη.» (Σελ. 9)

Διαβάζοντας τα ποιήματα της συλλογής του καταλαβαίνουμε ότι ο ποιητής εστιάζει στην απραξία που χαρακτηρίζει τη σύγχρονη εποχή. Εξοργίζεται από αυτή του την παρατήρηση, παρόλ’ αυτά αδυνατεί να αντιδράσει. Κι αυτό, γιατί, ως μέλος μιας κοινωνίας που διακατέχεται από μεγάλο φόβο, οδύνη και αδυναμία κινήσεων, παρασύρεται κι ο ίδιος στο ίδιο βαθύ σκοτάδι της αδράνειας, της απάθειας και της απελπισίας.

Η διαρκής πλήξη που τον διακατέχει τον οδηγεί στα άκρα. Γνωρίζει πολύ καλά, όμως, πως ο μόνος υπεύθυνος για την κατάντια του αυτή είναι ο εαυτός του και κανένας άλλος. Αυτός που αρνείται να διεκδικήσει το φως είναι καταδικασμένος για πάντα να ζει στο σκοτάδι. Αυτός που φοβάται την πάλη γνωρίζει πολύ καλά πως για πάντα θα βρίσκεται από την πλευρά των ηττημένων. Τι γίνεται, βέβαια, στην περίπτωση αυτών που παραβλέπουν το φόβο τους και τολμούν να ταράξουν τα νερά της απάθειας; Γιατί, φυσικά, γνωρίζουμε πως υπάρχουν κι εκείνοι, οι ανώνυμοι ήρωες, που ονειρεύονται την αλλαγή και την επιθυμούν με σθένος ψυχής. Μετά λύπης, στο πέρασμα του χρόνου, παρατηρούμε τη σταδιακή τους κατάρρευση, καθώς η προσπάθειά τους δεν βρίσκει συμμάχους, δεν προωθείται και, δυστυχώς, δεν αποδίδει τους αναμενόμενους καρπούς.

«Σε λάθος εποχές
μοιάζεις με μύγα σε ένα δωμάτιο
που από παράθυρο σε παράθυρο
κουτουλάει διαρκώς πάνω στο τζάμι
να βγει παλεύοντας
όταν έξω είναι χειμώνας.» (Σελ. 17)

Τίποτα δεν αλλάζει, λοιπόν, κανείς δεν αντιδρά και κανείς δεν διαμαρτύρεται. Η επιβίωση γίνεται πια αυτοσκοπός, μια επιβίωση που ισοδυναμεί με ζωντανό θάνατο. Μοναξιά το αποτέλεσμα, συνειδητή αυτοαπομόνωση, έλλειψη επικοινωνίας, καχυποψία, φόβος, ψυχική και σωματική κενότητα.

«Σε αυτό το φτηνό και γκροτέσκο
τσίρκο κανένα νούμερο δεν με ευχαριστεί.
Κανένα ζώο δεν θυμίζει κάτι από το μεγαλείο
ή τη μαγεία της φύσης.
Κάθε κλόουν που παρελαύνει
δε μου φέρνει ούτε χαμόγελο ούτε δάκρυ
δε με συγκινούν και οι ριψοκίνδυνοι μετεωρισμοί
των ακροβατών πάνω από το τίποτα
μένω απαθής
καθώς περιμένω κάτι να γίνει, για παράδειγμα
να πιάσει μια φωτιά
κάποιο από τα φρικιά να σπάσει την αλυσίδα
τέλος πάντων, κάποτε να δω έντρομο το χυδαίο πλήθος
α τρέχει και να ποδοπατιέται
προς κάποια από τις εξόδους.» (Σελ. 12)

Δεν είναι τυχαία η επιλογή του ποιήματος που κοσμεί το οπισθόφυλλο της συλλογής. Το σύγχρονο τσίρκο που φιλοξενεί η κοινωνία μας δε χαρίζει σε κανέναν τη χαρά. Απάθεια μοιάζει να διακατέχει τα πάντα, ούτε δράση ούτε αντίδραση. Η αποχαύνωση των ανθρώπων αποδεικνύει την αποτυχία τους να διεκδικήσουν για τον εαυτό τους τις ιδανικότερες συνθήκες διαβίωσης. Και ποιες είναι αυτές; Μα, φυσικά, αυτές που εξασφαλίζουν το χαμόγελο στα χείλη των ανθρώπων, την υγιή επικοινωνία, τη ζωντάνια στο βλέμμα τους, τη δράση στις κινήσεις τους. Η επιδίωξη των ανούσιων οδήγησε στην έλλειψη της ουσίας. Χάθηκε η ποιότητα και δέσποσε η ποσότητα. Κι έτσι, επήλθε η σύγχυση. Ο άνθρωπος μετατράπηκε σε θηρίο ανάμεσα στα άλλα θηρία, μηδενικό ανάμεσα στα τόσα μηδενικά.

Ο ποιητής, παρότι εξοργίζεται με όλα τα ανωτέρω, έχει επίγνωση της ευθύνης του. Όμως, ακόμα κι έτσι, η ρομαντική του φύση του επιτρέπει να ονειρεύεται και να ελπίζει στο θαύμα της αλλαγής, έστω κι αν αυτό το θαύμα είναι δύσκολο να πραγματοποιηθεί, έστω κι αν η οποιαδήποτε ενέργεια διεκδίκησής του προκαλέσει θύελλες αντιδράσεων και εμποδίων. Η εποχή δεν ενθαρρύνει τις επαναστάσεις και το γνωρίζει πολύ καλά. Οι δολοφόνοι της ορμής καραδοκούν να μαστιγώσουν την προσπάθεια, να σκοτώσουν το όνειρο και να εδραιώσουν ακόμη περισσότερο το σκοτάδι της θλίψης και της μαζικής αποχαύνωσης.

Πώς να τα βάλεις, λοιπόν, με τόσους εχθρούς, όταν συνειδητοποιείς ότι στον αγώνα που κήρυξες είσαι μόνος και μόνος θα παραμείνεις, χωρίς συμμάχους, χωρίς συμπολεμιστές; Είναι λίγοι όσοι ακόμα αποφασίζουν να θυσιάσουν το σώμα τους για να μη θυσιάσουν την ψυχή τους, όσοι επιμένουν να οραματίζονται το φως τους μέσα στο απέραντο σκοτάδι που μαστίζει τα πάντα. Η μόνη τους επιλογή για να μπορέσουν να το διεκδικήσουν είναι το μοναχικό ταξίδι, όπως μοναχικό είναι ,άλλωστε, το ταξίδι όλων των θαρραλέων της γης.

«Είχανε όλοι από έναν φίλο εκείνο το βράδυ
ή κάποιο ραντεβού.

Εκείνος όμως, όλη νύχτα μόνος κλείστηκε
στο δωμάτιο
με το θηρίο που όλοι απέφευγαν

γνωρίζοντας, εξαρχής
πως από κει μέσα

μόνο ένας
χώραγε να βγει ζωντανός.» (Σελ. 42)

Ποίηση γεμάτη εικόνες και νοήματα, αφηγηματική και συμβολική, με κινηματογραφική ροή και σε αρκετά σημεία αθυρόστομη και σαρκαστική. Το ύφος του ποιητή είναι δραματικό και ως ένα βαθμό λυρικό, ενώ ο στίχος του ακολουθεί τα χνάρια της ελεύθερης ποίησης, αλλά και της πεζοποίησης. Τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται αφορούν ζητήματα υπαρξιακού προβληματισμού, αλλά και κοινωνικής, πολιτικής και φιλοσοφικής ανάλυσης, που άλλοτε συγκινούν, άλλοτε προκαλούν, άλλοτε εξοργίζουν, αλλά σίγουρα στο σύνολό τους προβληματίζουν τον αναγνώστη και τον προτρέπουν σε βαθύ αναστοχασμό.

Μια συλλογή που αξίζει να διαβαστεί.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Σε αυτό το φτηνό και γκροτέσκο
τσίρκο κανένα νούμερο δεν με ευχαριστεί.
Κανένα ζώο δεν θυμίζει κάτι από το μεγαλείο
ή τη μαγεία της φύσης.
Κάθε κλόουν που παρελαύνει
δε μου φέρνει ούτε χαμόγελο ούτε δάκρυ
δε με συγκινούν και οι ριψοκίνδυνοι μετεωρισμοί
των ακροβατών πάνω από το τίποτα
μένω απαθής
καθώς περιμένω κάτι να γίνει, για παράδειγμα
να πιάσει μια φωτιά
κάποιο από τα φρικιά να σπάσει την αλυσίδα
τέλος πάντων, κάποτε να δω έντρομο το χυδαίο πλήθος
να τρέχει και να ποδοπατιέται
προς κάποια από τις εξόδους.

Κάθεσαι πλάι μου και
δεν στο κρύβω
περίμενα καλύτερα πράγματα από το μέλλον

κι εσύ σκέφτεσαι ξανά και ξανά
ότι κάποτε χωρίς την παραμικρή ενοχή
θα πρέπει να ζεσταθούμε
εις βάρος όλης της ανθρωπότητας.

Λίγα λόγια για τον ποιητή Έλενο Χαβατζά:

Ο Έλενος Χαβάτζας γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Είναι απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και του μεταπτυχιακού προγράμματος «Δημιουργική Γραφή» του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας (Φλώρινα). Στο Λονδίνο έκανε μεταπτυχιακά στη Μοντέρνα Λογοτεχνία στο πανεπιστήμιο Goldsmiths. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Ηλιοτρόπια με τις πλάτες στον τοίχο (εκδόσεις Ομήγυρις 2013) και Στάχτη με φόντο κάποιον τροπικό (εκδόσεις Βακχικόν 2018). Ποιήματα και κείμενά του έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί σε διάφορα έντυπα περιοδικά και στο διαδίκτυο, όπως και κριτικές για το έργο του. Έχει επίσης πειραματιστεί με τον λόγο και τη διάδρασή του με άλλες τέχνες σε πειραματικές παραστάσεις και περφόρμανς.