Αιγυπτιακή θρησκεία - Η θρησκεία των Αιγυπτίων κατά τους προχριστιανικούς αιώνες: Ένα δοκίμιο του Χρήστου Ντικμπασάνη

 


Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι ένοιωθαν, ότι είναι ευλογημένοι από τους θεούς. Αυτό οφειλόταν στον ήλιο και στο θαύμα του Νείλου. Οι αρχαίοι Αιγύπτιοι χάρισαν στον ήλιο λατρευτικές ιδιότητες, ταυτίζοντάς τον με έναν θεό τους, το Ρα. Το τοπίο του Νείλου αποτέλεσε το σημείο αναφοράς της θρησκείας, της μυθολογίας και της ιστορίας αυτού του πανάρχαιου λαού. Ωστόσο ορισμένα χαρακτηριστικά της αιγυπτιακής θρησκείας, τα οποία αποδείχθηκαν ανθεκτικά στο χρόνο, ήταν ήδη διαμορφωμένα από την προϊστορική περίοδο. Αυτά είναι: α) η πίστη στη θεϊκή καταγωγή του φαραώ και β) η προσδοκία μιας μεταθανάτιας ζωής. Οι προϊστορικοί πληθυσμοί της περιοχής ενταφίαζαν ήδη τους νεκρούς τους με το πρόσωπο στραμμένο προς τη Δύση, εφοδιάζοντας τους τάφους με προσωπικά αντικείμενα και αγαθά, που θα συντρόφευαν την ψυχή στο μεταθανάτιο ταξίδι της.

Οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των Αιγυπτίων στις πρώιμες περιόδους είναι δυνατόν να ομαδοποιηθούν σε πέντε διακριτές ομάδες: 

1.    Εννεάδα της Ηλιούπολης, με κυρίαρχη θεότητα τον Ατούμ.

2.    Ογδοάδα της Ερμούπολης, με κυρίαρχη θεότητα τον Ρα.

3.    Τριάδα της Ελεφαντίνης, Κνουμ-Σατέτ-Ανουκέτ, με κυρίαρχη θεότητα τον Κνουμ.

4.    Τριάδα των Θηβών, Άμων-Μουτ-Κχονς, με κυρίαρχη θεότητα τον Άμωνα.

5.    Τριάδα της Μέμφιδας, Πτα-Σεκμέτ-Νεφερτέμ, με κυρίαρχη θεότητα τον Πτα. 

Οι κυρίαρχες θρησκευτικές πεποιθήσεις των αρχαίων Αιγυπτίων συγχωνεύονταν και αλλοιώνονταν ανάλογα με το ποιες ηγετικές ομάδες διεκδικούσαν την πολιτική εξουσία, επιβάλλοντας τις λατρευτικές πεποιθήσεις του ηγεμονικού οίκου τους. Αρχικά ο Ρα και ο Άμων συγχωνεύθηκαν σε μία θεότητα, τον Άμμωνα-Ρα και αργότερα ο Ρα απορροφήθηκε με τη σειρά του από τον Ώρο, για να δημιουργηθεί μια νέα θεότητα με το όνομα Ρα-Χoράκτυ. Ο Πτα από την άλλη, γενόμενος Πτα-Σεκέρ, απορροφήθηκε από τον Όσιρι, ο οποίος μετουσιώθηκε σε Πτα-Σεκέρ-Όσιρις. Το ίδιο συνέβη με τις θηλυκές θεότητες. Η Αθώρ αρχικά απορρόφησε τις ιδιότητες των άλλων θεαινών και με τη σειρά της αφομοιώθηκε στο αρχέτυπο της Ίσιδας. Ο Σηθ, αρχικά ήρωας, απορρόφησε τις όψεις κακών θεοτήτων.

Πάντως, το τέλος των πολλαπλών συγχωνεύσεων συνέβη κατά την περίοδο της ελληνιστικής επίδρασης στην Αίγυπτο, όπου παρέμεινε μόνο η τριάδα Όσιρις, Ίσις, Ώρος και ο εχθρός τους, ο Σηθ. Η τριάδα απορρόφησε αρκετές από τις προγενέστερες θρησκείες, που διατηρούσαν το δικό τους λατρευτικό κέντρο – Άβυδος (Όσιρις), Ντεντερά (Ίσις), Εντφού (Ώρος). Η συγχώνευση προχώρησε ακόμη περισσότερο με αποτέλεσμα ο Ώρος να γίνει όψη του Όσιρι και το αντίθετο, οδηγώντας σε ένα είδος ενοθεϊσμού ή μονοθεϊσμού. Αυτός ο ενοθεϊσμός ή μονοθείσμός βέβαια υπήρξε και προγενέστερα, καθώς κατά τον 13ο αιώνα π.Χ. ο Ακενατόν προσπάθησε να εισάγει την λατρεία του Ατόν, του ίδιου του ηλιακού δίσκου, λατρεία η οποία τελικά απορρίφθηκε.

Τεράστιο ρόλο στην θρησκευτική λατρεία στην Αίγυπτο έπαιξαν τα ζώα. Κάποια προκαλούσαν τον θαυμασμό τους. Κάποια άλλα το φόβο. Όλα όμως προκαλούσαν τον σεβασμό. Τα όντα αυτά συγκέντρωναν τα εξής χαρακτηριστικά: α) διευκόλυναν και ωφελούσαν τη ζωή των Αιγυπτίων, β) τους τρομοκρατούσαν και τους σκότωναν, γ) υπήρξαν συμπαραστάτες των θεών, δ) παρουσίαζαν στα μάτια των Αιγυπτίων κάποιες αμυδρές εικόνες της δύναμης των θεών.

Η αιγυπτιακή θρησκεία διέθετε ένα μεγάλο πλήθος ζωόμορφων θεοτήτων. Όπως αναφέρει ο Alan Gardiner(1), κάθε πόλη είχε τη δική της τοπική θεότητα, που εκδηλωνόταν μερικές φορές σε αντικείμενα «φετιχισμού» (sic), αλλά τις περισσότερες φορές σε μορφές ζώων, τα οποία είχαν ανθρώπινες ιδιότητες και δράσεις. Πολλές φορές, λοιπόν, οι αιγυπτιακές θεότητες απεικονίζονταν με τη μορφή ζώων, που είναι τα σύμβολά τους ή με τον συνδυασμό ανθρώπου και ζώου, όπως είναι ο Άνουβις, ο Θωθ, η Σεχμέτ, κ.ά(2).

Έτσι η γατόμορφη θεά Μπαστέτ, «Κυρά του ουρανού και μάτι του Ρα»(3), είναι η προστάτιδα των εγκύων, του έρωτα και της απόλαυσης(4), αλλά και θεά της αγριότητας, της αιμοδιψίας και της καταστροφής(5). Επίσης, θεά της γέννησης είναι η Νουτ, αρχικά μητέρα-θεά, εμφανίζεται ως η ουράνια αγελάδα που γεννάει τον ήλιο κάθε πρωί(6), ενώ η Αθώρ είναι η αγελάδα και χορηγός του γάλακτος, είναι η Μεγάλη μητέρα-θεά, κόρη και σύζυγος του Ρα και τροφοδότρια ζωντανών και νεκρών, τη συγχέουν συχνά με τη μητέρα της Νουτ, τη θεά-ουρανό, απεικονισμένη σαν αγελάδα που στέκει επάνω από τη γη και υποβαστάζεται από άλλες θεότητες, με την ηλιακή λέμβο να διαπλέει την έναστρη κοιλιά της. Η Αθώρ ήταν λαοφιλής σαν θεά της μουσικής, της χαράς, της αγάπης και της μητρότητας. Αργότερα υποδεχόταν τις ψυχές στον Κάτω Κόσμο και τις υποβοηθούσε στο

ταξίδι τους προς τον Οίκο της Δικαιοσύνης. Ως μάτι του Ρα, παίρνει τη μορφή της θεάς-λέαινας Σεχμέτ, για να τιμωρήσει όσους επαναστατούν. Η Αθώρ είναι και μεγάλη θεά του ουρανού.  Πάντως, και οι δύο αυτές θεές είναι συνάμα και ολέθριες θεότητες. Η Ίσιδα πάλι, η μεγάλη θεά της δημιουργίας και υπεύθυνη για τη διατήρηση του σώματος των νεκρών είναι αδελφή και σύζυγος του Όσιρι(7) και μητέρα του Ώρου(8), ο οποίος προσωποποιεί την καρδιά, ταυτίζεται με τον ουρανό και πιστευόταν σαν αρχηγός και προστάτης στους πολέμους. Το όνομα της θεάς Ίσιδας είναι ελληνικό(9), είναι η Ιώ(10), αλλά και η Περσεφόνη(11), και στην Αίγυπτο θεωρείται μεγάλη δύναμη στον Κάτω Κόσμο και αποκαλείται «πρώτη από τις αγελάδες»(12). Η Ίσιδα συμβολίζει την καρποφορούσα γη(13), την συζυγική πίστη και την πρόοδο, ενώ ο Όσιρις(14), βασιλιάς του Κάτω Κόσμου, θεός της αναγέννησης και πρώτος κριτής των νεκρών(15), συμβολίζει το Νείλο και ονομάζεται «ταύρος της μητέρας του».

Ο Χνουμ, θεός με κεφάλι κριαριού, έδινε ζωή με τον κεραμικό τροχό του(16). Η Νεχμπέτ ήταν θεά με μορφή γύπα, προστάτιδα και σύμβολο της Άνω Αιγύπτου και θεότητα της πόλης Νεκέμπ. Η Σελκέτ, η προστάτιδα των γυναικών κατά τον τοκετό, είχε μορφή σκορπιού(17). Ώρος, θεός του ουρανού με κεφάλι γερακιού, του οποίου είναι και το ιερό πτηνό, ονομαζόταν «αυτός που είναι εκεί ψηλά» και τον συνέλαβε η Ίσιδα από το νεκρό Όσιρι. Ο Ώρος αποκαλείται και Μιν(18), που σημαίνει το ορατό.

Ο Αρποκράτης της Μένδης(19) είναι ο θεός Ώρος, γιος της Ίσιδας από το νεκρό Όσιρι(20), ο ανατέλλων ήλιος, ως βρέφος με το δάκτυλο στο στόμα(21), σύμβολο της σιωπής και της απόκρυψης των θεϊκών μυστηρίων. Ο Θωθ, θεός της σοφίας, των γραμμάτων και των τεχνών, με κεφάλι ίβιδας ή μπαμπουίνου, έγινε το σύμβολο του θεού του φεγγαριού, οι αρχαίοι Έλληνες τον παρομοίαζαν με τον Ερμή και η αρχαία Ερμούπολη (αιγυπτιακά Khmūn) της Αιγύπτου ήταν το λατρευτικό κέντρο του. Μάλιστα, οι Αιγύπτιοι πίστευαν, ότι οι μπαμπουίνοι ήταν αυτοί που άνοιγαν τις πύλες του παραδείσου. Άλλος θεός με κεφάλι μπαμπουίνου, ο οποίος είναι προστάτης των εντοσθίων των νεκρών, είναι ο Χαπί, γιος του Ώρου. Ο Άνουβις, θεός των νεκρών και προστάτης των ταριχευτών, είναι θεός της στρατιωτικής τέχνης και υπεύθυνος για το τυπικό της ταρίχευσης, με κεφάλι τσακαλιού ή σκύλου, είναι μαύρος, γιατί αυτό ήταν το χρώμα της ζωής στην αρχαία Αίγυπτο, ως χρώμα της εύφορης λάσπης του Νείλου, αλλά και ως χρώμα των μουμιοποιημένων σωμάτων. Αναπαριστάνεται έτσι, γιατί θεωρούταν ότι το τσακάλι ή ο σκύλος προστάτευαν τον χώρο του νεκρού. Ο Άνουβις ήταν γιος του Όσιρι και της αδελφής του Νεφθέ.

 Ένας πολύ σημαντικός ζωόμορφος θεός της Αιγύπτου είναι ο Σομπέκ(22), ο θεός-κροκόδειλος, ο οποίος λατρευόταν ιδιαίτερα στην περιοχή του Φαγιούμ και στην πόλη Κομ Όμπο. Στην Έσνα, που οι αρχαίοι ονόμαζαν Γιουνίτ, λατρευόταν κυρίως ο Χνουμ, ο κριόμορφος θεός-αγγειοπλάστης. Η Τα-Ούρτ, θεά της γέννας, παριστάνεται ως έγκυος ιπποπόταμος, ο οποίος στην αρχή ήταν ιερός για τον Σηθ, ο οποίος συμβολίζει την έρημο, τη ξηρασία και τους παγετώνες, αλλά αργότερα πέρασε στην φατρία του Όσιρι-Ώρου(23). Το σκαθάρι συμβολίζει τον θεό-Ήλιο. Είναι ο θεός, που αναγεννά τον εαυτό του και παριστάνεται ως ο θεός Χεπρί. Ο Μπες, θεός της οικογένειας, χορεύει επάνω σε ένα λουλούδι λωτού και κρατάει ένα ντέφι. Είναι μισός νάνος και μισός λιοντάρι, έχει γλώσσα βγαλμένη έξω και κρατάει ένα σπαθί, για να διώχνει τα δαιμόνια(24). Επίσης, η ίβιδα ήταν το ιερό πουλί των θεών Θωθ και Ιμχοτέπ.

Το λιοντάρι εμφανίζεται επανειλημμένα στην τέχνη της Αιγύπτου. Στέκει ακοίμητος φρουρός, έμβλημα προστασίας, υπεροχής και δύναμης. Συνδέεται με τον ήλιο και τη σελήνη, ενώ λειτουργεί και ως ερωτικό σύμβολο. Στην Αίγυπτο έγινε το ιερό ζώο των φωτοφόρων θεών, του Ώρου και του Ρα, καθώς και του Ατούμ, του ηλιακού θεού-δημιουργού της Ηλιούπολης. Επίσης, θεωρούσαν ιερό το λιοντάρι, γιατί οι ευεργετικές πλημμύρες του Νείλου έρχονταν, όταν ο ήλιος περνούσε από το ζώδιό του.

Το πιο γνωστό λιοντάρι είναι η περίφημη Σφίγγα. Έχει το κεφάλι του φαραώ Χεφρήνα, κοντά στην πυραμίδα του οποίου βρίσκεται. Από τις αρχές της 2ης χιλιετίας, δηλαδή μετά την ένωση της Άνω και Κάτω Αιγύπτου σε ενιαίο βασίλειο, η Σφίγγα λατρεύτηκε με την ονομασία του θεού Άρμασι ή Ώρου στον Ορίζοντα (Hor-em-akht), ως θεού του ανατέλλοντος ηλίου. Το 1500 περίπου, όμως, είναι γνωστός και ως Τόπος του Ώρου (Bw-How) αλλά και ως ο Ρα των Δύο Οριζόντων (Re-horakhty), θεότητας της Ηλιούπολης (αιγυπτιακά Ον)(25). Η Σφίγγα ήταν ιερό σύμβολο των Αιγυπτίων, εξαιτίας του συνδυασμού της θηριώδους δύναμης και του ανθρώπινου λογικού.

Άλλο ένα τέρας της Αιγύπτου, το οποίο σχετίζεται με τη Μεγάλη Μητέρα, είναι η Αμούτ ή Αμάμ ή Αμ-μίτ. Δίπλα στη ζυγαριά που ζυγίζει τις καρδιές στην Κρίση των Νεκρών κάθεται το τέρας αυτό και καταβροχθίζει τους νεκρούς(26). Όσοι νεκροί δεν περνούν τη δοκιμασία, καταβροχθίζονται από αυτό το «θηλυκό τέρας» και εξαφανίζονται για πάντα. Το τέρας αυτό έχει περίεργο σχήμα: Το μπροστινό του μέρος είναι κροκόδειλος, το πίσω ιπποπόταμος και το μεσαίο λιοντάρι.

Επίσης η Αίγυπτος ήταν η πατρίδα της ιδιάζουσας λατρείας του Ουραίου, του ιερού φιδιού, συμβόλου της βασιλικής εξουσίας και της δύναμης του ήλιου, της θεάς-κόμπρας Ρενενουτέτ, που προστάτευε τις σοδειές και τις καλλιέργειες και με την οποία ταυτίστηκε η Ίσιδα, προκειμένου να μεταμορφωθεί σε κατεξοχήν θεότητα της γονιμότητας(27).

Η Αίγυπτος, όμως, είναι και η πατρίδα του Μεγάλου Φιδιού, του Ατούμ, του «πατέρα των Εννεάδων της Ηλιούπολης», ο οποίος έχει πλάσει με το σπέρμα του όλη τη Δημιουργία. Το φίδι, ο καταβροχθιστής του χρόνου, προσφέρεται σαν τέλειο σύμβολο της ενεργοποιημένης δύναμης, εκείνης που έφτιαξε το σύμπαν, αλλά και σαν σύμβολο του ίδιου του δημιουργού. Οι φαραώ έφεραν πάντα την εικόνα του φιδιού στο στέμμα τους, σύμβολο της «εξ ουρανού» δύναμής τους.

Οι Αιγύπτιοι σχεδίαζαν ένα φίδι να δαγκώνει την ουρά του και με αυτό συμβόλιζαν την αναδημιουργία του σύμπαντος. Οι σπείρες του ουροβόρου φιδιού συμβόλιζαν τ’ αστέρια και το δάγκωμα της ουράς τη στιγμή κατά την οποία το πνεύμα αποχωρίζεται από την ύλη. Επίσης ο ουροβόρος είναι για τους Αιγύπτιους κύριος της γης, του βάθους και του κάτω κόσμου. Ο ουροβόρος συμβολίζει, επίσης, την δημιουργική ώθηση της νέας αρχής. Είναι η αρχική περιστροφική κίνηση της ανοδικής σπείρας της εξέλιξης.

Στη χώρα του Νείλου αναπτύχθηκε η πεποίθηση πως το φίδι είναι, επίσης, το σύμβολο του Κακού. Οι Αιγύπτιοι το «κακό φίδι» το έλεγαν «Άποφι» ή «΄Αποπι»(28) και ήταν ο βασιλιάς των σκοτεινών δυνάμεων. Αυτό το φίδι, ο Άποφις, ήταν ο μεγαλύτερος δαίμονας και σύμμαχος του Σηθ. 

Η κατάκτηση της Αιγύπτου από τον Μέγα Αλέξανδρο στα τέλη του 4ου αιώνα π.Χ. επέφερε το συγκερασμό μεταξύ του ελληνικού και του αιγυπτιακού πανθέου. Οι νέοι μονάρχες δημιούργησαν τον θεό Σάραπι, ο οποίος συνδύαζε στοιχεία του Διονύσου και του Όσιρι και είχε τη μορφή του Άπιδος-ταύρου. Εξάλλου, ο Δίας, θεωρούμενος ομόλογος του Άμμωνα, μεταπλάστηκε στην Αίγυπτο σε ένα νέο θεό, τον Δία-Άμμωνα και απεικονιζόταν με κέρατα στο μέτωπο. Οι διασημότεροι όμως είναι ο ταύρος Άπις ή Έπαφος και η αγελάδα Αθώρ, η οποία γέννησε το πρώτο πλάσμα στη Γη, τον ταύρο. Για τους Αιγύπτιους η ετήσια αναγέννηση του κόσμου οφειλόταν στην ένωση Ήλιου-Σελήνης στον αστερισμό του Ταύρου. Έτσι ο Άπις αφιερώθηκε στον Όσιρι.

Όταν ο Οκταβιανός νίκησε τον Μάρκο Αντώνιο στη μάχη του Ακτίου το 31 μ.Χ. και η Αίγυπτος έγινε ρωμαϊκή επαρχία, οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες παρουσιάστηκαν στον αιγυπτιακό λαό ως διάδοχοι των φαραώ. Η αιγυπτιακή θρησκεία έφθασε έως την ίδια τη Ρώμη. Οι θεοί της χώρας του Νείλου ασκούσαν έλξη, που οφειλόταν κυρίως στον εξωτισμό και το μυστήριό τους. Οι Ρωμαίοι , όπως και οι Έλληνες, επηρεάστηκαν από τα γιγαντιαία μεγέθη των τάφων και των ναών, από τη σύνδεση μεταξύ λατρείας, τελετουργιών και πίστης, οι οποίες σχημάτιζαν ένα οργανικό σύνολο και από το μήνυμα της αθανασίας, που φέρει μια θρησκεία ανοικτή και αισιόδοξη.

Παρ’όλα αυτά το 391 μ.Χ ο διάσημος ναός του Σάραπι στην Αλεξάνδρεια κάηκε συθέμελα. Αυτό το γεγονός ανήγγειλε το καθορισμένο τέλος των αιγυπτιακών λατρειών, όχι μόνο στην Αλεξάνδρεια και την Ιταλία, αλλά μακροπρόθεσμα σε ολόκληρη την Άνω Αίγυπτο. Τελικά, το 577 μ.Χ. ο ναός της Ίσιδας στις Φιλές επανοικοδομήθηκε ως μια χριστιανική εκκλησία.

 

                           ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ 

1   Gardiner, Alan, Egypt of the Pharaons, London-Oxford-New York: “Oxford University Press”, 1961, σελ. 214.

2   Baines, J., Malek, J., Atlas of Ancient Egypt, Oxford and New York 1980, σελ. 209-219.

3 Siliotti, Alberto, Αίγυπτος: Ναοί, Άνθρωποι και Θεοί-Το Μεγαλείο Ενός Αρχαίου Πολιτισμού, Αθήνα: «Καρακώτσογλου», 1999, σελ. 116. Βλ., επίσης, Foot Moore, George, History of Religions, σελ. 147.

4  Otto, Eberhard, “Bastet”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος I, σελ. 628-630.

5  Νόιμαν, Έρικ, Καταγωγή και Ιστορία του Ανθρώπινου Συνειδητού, Θεσσαλονίκη: εκδ. «Σπαγειρία», 1997, σελ. 98 και Siliotti, Alberto, ό.π., σελ. 116.

6 Άϊονς, Βερόνικα, Παγκόσμια Μυθολογία, (μετφρ. Παύλος Μάτεσις, εισαγωγή:  Τζακουίτα Χώουκς), Αθήνα: «ΑΚΜΗ», 1978, σελ. 35.

7  Koepping, Klaus-Peter, “Adonis”, The Encyclopedia of Religion, (ed.): Eliade, Μ., London, 1987, (²1995), Vol. 1, σελ. 30.

8   Lesko, Leonard H., “Egyptian Religion, An Overview”, The Encyclopedia of Religion, (ed.): Eliade, Μ., “Macmillan Publishing Company”, τομ. 5, 1987, 1995, σελ. 40.

9 Πλούταρχος, ό.π., κεφ. 1. Πρβλ. Plutarch’s De Iside et Osiride, (introduction, translation, commentary: Griffith, John Gwyn (ed.), Cambridge: “Universith of Wales Press”, 1970, σελ. 121 (2).

10  Λουκιανός, Θεών Διάλογοι 7(3). Βλ., επίσης, Grimal, Pierre, Λεξικό της Ελληνικής και Ρωμαϊκής Μυθολογίας, (επιμ. ελλ. έκδοσ.: Βασ. Ατσαλός), Θεσ/νίκη: «University Studio Press», 1991, σελ. 332-333, όπου διαβάζουμε ότι, η Ιώ αφού περιπλανήθηκε στην Ασία, κατέληξε στην Αίγυπτο, όπου την καλοδέχτηκαν και εκεί γέννησε το γιο του Δία, τον Έπαφο. Η Ιώ βασίλεψε στην Αίγυπτο, όπου λατρεύτηκε με το όνομα της Ίσιδας.

 11  Πλούταρχος, ό.π., κεφ. 14. Πρβλ. Plutarchs De Iside et Osiride, Griffith, John Gwyn  (ed.), ό.π., σελ. 159 (27). Επίσης, Solmsen, Friedrich, Isis Among the Greeks and Romans, Cambridge, Massachusetts, and London, England: “Harvard University Press”, 1979,  σελ. 9-11.

12 Krappe, Alex, Παγκόσμιος Μυθολογία, μετφρ.: Ν. Βώκου, επιμ.: Δ. Τσουράκη και ομάδας ειδικών, Αθήνα: εκδ. «Αφοι Συρόπουλοι & Κ. Κουμουνδουρέας Ο.Ε.», 1957, σελ. 392. Βλ., επίσης, Νόιμαν, Έρικ, Καταγωγή και Ιστορία του Ανθρώπινου Συνειδητού, Θεσσαλονίκη: «Σπαγειρία», 1997, σελ. 110.

13 Παχής, Παναγιώτης, Ίσις Καρποτόκος, Θεσσαλονίκη: εκδ. «Βάνιας», τόμος 1-Οικουμένη: Προλεγόμενα στον Συγκρητισμό των Ελληνιστικών Χρόνων, 2003, σελ. 331, 332. Βλ., επίσης, Τερζάκης, Φ., λήμα «Αίγυπτος», Θρησκειολογικό Λεξικό, Αθήνα: εκδ. «Ελληνικά Γράμματα», 2000, σελ. 34 και Πλούταρχος, ό.π. 20 (σ. 195)  και 42 (σ. 243).

14  Griffith, John G., λήμα “Osiris”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος IV, σελ. 623-633.

15 Griffith, John G., Στο ίδιο. Βλ., επίσης, Aldred, Cyril, The Egyptians, London: “Thames and Hudson”, 2η έκδοση, 1962, σελ. 15.

16  Newall, Venetia, “Egg”, The Encyclopedia of Religion, (Ed) Eliade, Μ., London, 1987, ²1995, τομ. 5, σελ. 36. Εδώ διαβάζουμε ότι, μερικές αιγυπτιακές θεότητες συνδέονται με το κοσμικό αυγό, όπως ο Θωθ, ο θεός του φεγγαριού, ο ηλιακός θεός Ρα, η ουράνια χήνα Σεμπ, η θεότητα της γης, ο Φθα της Μέμφιδας και ο Χνουμ, ο θεός της δημιουργίας, ο οποίος πλάθει το κοσμικό αυγό στον κεραμικό τροχό του. Βλ., επίσης, Foot Moore, George, History of Religions, ό.π., σελ. 147.  

17    Frédérique von Känel, Selket”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος V, σελ. 830-833 και Behrens, Peter, ό.π., Skorpion”, σελ. 987-990.

18   Πλούταρχος, ό.π., κεφ. 44. Πρβλ. Plutarchs De Iside et Osiride, Griffith, John Gwyn (ed.), ό.π., σελ. 209 (56).

19   Maulenaere, Herman De, “Mendes”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος V, σελ. 43-45. Βλ., επίσης, Baines, J., Malek, J., ό.π., σελ. 214.

20   Πλούταρχος, ό.π., κεφ. 10. Πρβλ. Plutarchs De Iside et Osiride, Griffith, John Gwyn (ed.), ό.π., σελ. 147 (19).

21   Πλούταρχος, ό.π., κεφ. 49. Πρβλ. Plutarchs De Iside et Osiride, Griffith, John Gwyn (ed.), ό.π., σελ. 225 (68).

22 Lesko, Leonard H., ό.π., σελ. 46 και Brovarski, Edward, “Sobek”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος 5, σελ. 995-1031. Βλ., επίσης, Foot Moore, George, ό.π.

23 Redford, Donald B., “Egyptian Religion”, “The Literature”, The Encyclopedia of Religion, Editor in chief: Eliade, Μ., “Macmillan Publishing Company”, Vol. 5, 1987, 1995, σελ. 59.

24 Lesko, Leonard H., ό.π., σελ. 50 και Altenmüller, Hartwig, Bes”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος I, σελ. 720-724.

25  Davis, Virginia Lee, “Akhenaton, The Encyclopedia of Religion, ό.π., Vol. 1, σελ. 170. Βλ., επίσης, Barta, Winfriend, “Re”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος V, σελ. 171-172, καθώς και Aldred, Cyril, ό.π., σελ. 177. Βλ. και Baines, J., Malek, J., ό.π., σελ. 215. Βλ., επίσης, και Gardiner, Alan, ό.π., σελ. 216.     

25  Davis, Virginia Lee, “Akhenaton, The Encyclopedia of Religion, ό.π., Vol. 1, σελ. 170. Βλ., επίσης, Barta, Winfriend, “Re”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος V, σελ. 171-172, καθώς και Aldred, Cyril, ό.π., σελ. 177. Βλ. και Baines, J., Malek, J., ό.π., σελ. 215. Βλ., επίσης, και Gardiner, Alan, ό.π., σελ. 216.

26  Baaren, Th. P. Van, “Geographies of Death”, The Encyclopedia of Religion, ό.π., Vol. 1, σελ. 119.

27 Siliotti, Alberto, ό.π., σελ. 116, 148 και Beinlich-Seeber, Christine, “Renenutet”,  Lexikon der Ägyptologie, τόμος V, σελ. 232-236.

28  Hornung, Erik και Badawy, Alexander, “Apophis”, Lexikon der Ägyptologie, τόμος I, σελ. 350-352.