Ο μαχητής της ελληνικής παιδείας: Ένα δοκίμιο του Χρήστου Ντικμπασάνη

                                       


«Παιδείαν ορθήν είναι νομίζομεν ου την εν τοις
ρήμασιν και τη γλώττη πολυτελή ευρυθμίαν».

ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ

   Η έννοια της υγείας ήταν σπουδαιότατη για τον ελληνισμό. Αντικειμενικός σκοπός της εγκυκλίου παιδείας ήταν η ανάδειξη ανθρώπων σωματικά, κοινωνικά και πνευματικά υγιών, και οποιαδήποτε παρέκκλιση από αυτόν τον κανόνα, είτε στη σφαίρα της κοινωνικής και πνευματικής ζωής είτε στο χώρο της πνευματικότητας, χαρακτηριζόταν ως «νόσος». Στους αιώνες που χωρίζουν την κλασική από την υστερορωμαϊκή εποχή, αρκετά πράγματα άλλαξαν στο περιεχόμενο και στους στόχους της παιδείας, το σχήμα όμως υγεία-νόσος ως το βασικό παιδευτικό κριτήριο παρέμεινε σταθερό.

Οι χριστιανοί Απολογητές όμως διακήρυξαν ότι, δέχονταν την κρατούσα ιδεολογία ως γλωσσικό ιδίωμα, αισθητικό φαινόμενο και τεχνική μεθοδολογικής επιχειρηματολογίας, αλλά απέρριπταν τον θρησκευτικό πυρήνα της, στον οποίο υποκαθιστούσαν τη δική τους αποκαλυπτική παράδοση. Για έναν συντηρητικό της εποχής, όπως ο Κέλσος, που δεν μπορούσε να διανοηθεί καν τη δυνατότητα ενός τέτοιου διαχωρισμού, η επιλογή του χριστιανισμού ως οδού σωτηρίας από ανθρώπους, που είχαν τύχει της ελληνικής παιδείας, ήταν ένα σίγουρο σύμπτωμα διανοητικής ασθένειας. Στα μάτια του ο χριστιανισμός ήταν μια πνευματική πάθηση, που προσέβαλε την εσωτερική όραση του ανθρώπου, καθιστώντας τον ανίκανο να διακρίνει και να βιώσει την ενότητα της επίγειας ύπαρξής του. Παρά τις θεραπευτικές όμως προσπάθειες του Κέλσου, η ασθένεια εξαπλώθηκε, και ο φλογερός ζήλος του Πορφύριου για την ανακοπή της πορείας της δεν έφερε ουσιαστικό αποτέλεσμα. Στην αμέσως μετά τον Πορφύριο γενιά οι ραγδαία μεταβαλλόμενες κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες ξεσήκωσαν ανέμους ηττοπάθειας επάνω από τους εθνικούς. Οι άνθρωποι με ελληνική παιδεία άρχισαν πλέον να μιλούν για την ασθένεια του δικού τους κόσμου, για μια ψυχικά υπέργηρη γενιά, «που είχε επιλέξει το σκοτάδι αντί του φωτός και το θάνατο αντί της ζωής». Η συνείδηση όμως της κρίσης δεν συνοδευόταν από απόγνωση, αλλά από την κλιμακούμενη προσδοκία της έλευσης ενός Μεσσία-θεραπευτή που, σαν δεύτερος Ασκληπιός, θα ερχόταν να λυτρώσει την άρρωστη ανθρωπότητα από τα πνευματικά της δεινά.

Αυτή ήταν η ψυχική κατάσταση πολλών ανθρώπων το 360 μ.Χ. περίπου. Τρομακτικές εσχατολογικές προφητείες κυκλοφορούσαν πια σε ολόκληρο τον ρωμαϊκό κόσμο. Έτσι, όταν μέσα σε αυτήν την ατμόσφαιρα απόρριψης και αναμονής παρουσιάστηκε ο Ιουλιανός, πολλοί τον υποδέχθηκαν ως το νέο θεό, το γλυκό και φιλάνθρωπο αστέρα, που είχε εμφανιστεί στο πρόσωπο του νεαρού μονάρχη με σκοπό να σώσει την οικουμένη από τον ηθικό θάνατο. Μέσα από μιαν αμοιβαία διαδικασία υποβολής και αποδοχής, το θέμα του θεραπευτή κυριάρχησε τόσο επάνω στον Ιουλιανό όσο και σε αυτούς που γιόρταζαν τον ερχομό του, ώσπου ολοένα και πιο πολύ, η πνευματική και ψυχική θεραπεία της ανθρωπότητας ταυτίστηκε με την κύρια όψη της πολιτικής του αποστολής τόσο στη δική του συνείδηση όσο και στη δημόσια εικόνα του.

Σε αυτά συνέτεινε κι ένα ακόμη γεγονός. Για την ελληνορωμαϊκή οικουμένη η έννοια της παιδείας ήταν μια σύνθετη δύναμη που, πέρα από το καθαρά τεχνικό της περιεχόμενο, είχε ένα ειδικό ηθικό και θρησκευτικό βάρος. Η θρησκευτική υπόσταση της παιδείας εκφραζόταν με τα μέσα του λόγου και της τέχνης, που είχαν ως κινητήρια δύναμη την παράδοση, όπως δεν κουράζεται να τονίζει ο Λιβάνιος, και όπως σαφέστατα δηλώνει στον Περί Παιδείας νόμο του ο Ιουλιανός. Όντας άρρηκτα συνδεδεμένες μεταξύ τους, οι έννοιες λόγοι και ιερά ήταν στενά συνυφασμένες με την πόλιν ως αυτόνομου πολιτικού θεσμού και γι’αυτό η παρακμή της συνεπέφερε τη σταδιακή κατάρρευση του ελληνορωμαϊκού πολιτισμού. Έτσι δεν είναι τυχαίο το ότι οι αυτοκράτορες που παραμέλησαν τις πόλεις κι έστρεψαν τις προσπάθειές τους στην ανάπτυξη ενός γραφειοκρατικού μηχανισμού, ήταν επίσης εκείνοι, που δεν κατόρθωσαν να αντιληφθούν τη χρησιμότητα των πορισμάτων της παιδείας για την προκοπή του κράτους και, ξεκινώντας από τον Κωνστάντιο, υπήρξαν εχθρικοί προς τον ελληνισμό σε όλες του τις εκφάνσεις. Ο Ιουλιανός όμως δεν ήταν καθόλου όμοιός τους.

Ο Ιουλιανός στην προσπάθειά του για την επιβολή μιας νέας τάξης στη ρωμαϊκή οικουμένη, ξεκινούσε από την υπόθεση ότι ήταν δυνατόν να αποκατασταθεί η ισορροπία ανάμεσα στον ελληνισμό και την romanitas, που είχε γνωρίσει η εποχή των Αντωνίνων. Ανάμεσα όμως στον 2ο και τον 4ο αιώνα πολλά είχαν συμβεί και οι ισορροπίες, πραγματικές και ψυχολογικές, είχαν ανεπίστρεπτα μεταβληθεί. Η αρμονία ανάμεσα στο κέντρο και την περιφέρεια, που εξυμνούν οι διανοούμενοι της εποχής του Μάρκου Αυρήλιου, είχε με τον καιρό θυσιαστεί στην αντιπαράθεση και στην πόλωση ανάμεσα σε μιαν αυτοκρατορική και μια τοπική άποψη. Με σκοπό να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στις δυο κοινωνικοπολιτικές ιδεολογίες ο Ιουλιανός αποπειράθηκε να χρησιμοποιήσει ως συνεκτικό υλικό τον ελληνισμό.

Ο ελληνισμός του Ιουλιανού ήταν μια δύναμη περίπλοκη και πολυδιάστατη με αδιαίρετη θρησκευτική και αισθητική υπόσταση, και συνάμα μια κλίμακα αξιών και εμπειριών που, διατρέχοντας τα επίγεια, οδηγούσε στα ουράνια. Ο θεωρητικός στόχος του «Έλληνα» ή «ελληνιστή» ήταν να αποκτήσει την κατά Πλάτωνα επιστήμη στην τριπλή της διάσταση: στον κοινωνικοπολιτικό τομέα η επιστήμη θα προσπόριζε ευνομία στο κράτος και ευδαιμονία για το σύνολο· ως παιδευτική διαδικασία θα αποκάλυπτε στον κάθε αναζητητή τους θησαυρούς του κατά κόσμον επιστητού· τέλος στο πνευματικό επίπεδο θα οδηγούσε μέσα από τα μονοπάτια της μεταφυσικής γνώσης στη σωτηρία της ψυχής. Φυσικά οι τρεις αυτοί στόχοι, που ο σχολιαστής της σκέψης του Ιουλιανού οφείλει να διαχωρίσει χάρη μιας μεγαλύτερης σαφήνειας, ήταν για τον ίδιο τον αυτοκράτορα συμπληρωματικοί. Μάλιστα, όπως ο απώτατος σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης είναι ένας για τον Ιουλιανό, έτσι και η παιδεία που ωθεί μέχρι εκεί είναι μία και μοναδική: ο ελληνισμός.

Μέσα στη φυλακή του σώματος η ανθρώπινη ψυχή δεν είναι παρά λόγος και επιστήμη, μια δύναμη που φέρεται ακατάσχετα προς τη μάθηση, την έρευνα και τη γνώση. Η έμφυτη όμως αυτή τάση της ψυχής προς την επιστήμη και η συγγένειά της με την αλήθεια δεν αποτελούν εγγύηση ότι, ο άνθρωπος θα λάβει τελικά αυτό που αποζητά. Στο ταξίδι προς τη γνώση υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να χάσει τον προσανατολισμό του και να εξοκείλει, και αυτός είναι ακριβώς ο λόγος που ο Ιουλιανός επιμένει τόσο επάνω στον ορισμό της παιδείας. Η παιδεία, όπως την αντιλαμβάνεται, ταυτίζεται με την ελληνορωμαϊκή παράδοση σε όλες της τις εκφάνσεις. Πρόκειται για μια ταύτιση, που θα προσπορίσει στον άνθρωπο το «γνώθι εαυτόν» και σ’ένα καταληκτικό στάδιο θα τον οδηγήσει στη μυστική ένωση με το θείο.

Για τον Ιουλιανό, ο ελληνορωμαϊκός πολιτισμός ήταν προϊόν θείας αποκάλυψης, μια άνωθεν δωρεά που στην ιστορική της ανέλιξη δεν είχε σταματήσει να εποπτεύεται από τον Απόλλωνα-Ήλιο. Χάρη σε αυτήν την ανεξάντλητη θεϊκή πρόνοια, οι Έλληνες ανέπτυξαν μιαν αξιοθαύμαστη θρησκευτική, φιλοσοφική και καλλιτεχνική παράδοση, που έμελλαν να τελειοποιήσουν οι συγγενείς τους, οι Ρωμαίοι, εμπλουτίζοντάς την με το αρτιότερο πολιτειακό σύστημα, που είχε γνωρίσει ο κόσμος. Ως θρησκευτικός και πολιτικός ηγέτης της ελληνορωμαϊκής οικουμένης, ο Ιουλιανός θεωρούσε πρωταρχικό του χρέος τη συντήρηση της παράδοσης. Για να το επιτύχει αυτό, αντί να διακρίνει την παιδεία σε ιερή και θύραθεν, ή έστω σε θεωρητική και πρακτική, ο Ιουλιανός υπογράμμιζε την οργανική της ενότητα και ενθάρρυνε τη διαρκή ενασχόληση με το σύνολό της χάρη ενός απώτατου σκοπού. 

«Από τη μελέτη των γραφών μας ο καθένας θα γινόταν καλύτερος ακόμα κι αν εστερείτο παντελώς φυσικής ικανότητας. Ένας άνθρωπος όμως προικισμένος από τη φύση, που επιπλέον θα τύχει της ημετέρας παιδείας, δεν είναι τίποτα λιγότερο για την ανθρωπότητα από δώρο των θεών, είτε γιατί θ’ανάψει το φως της επιστήμης είτε γιατί θα ιδρύσει κάποιο πολιτικό σύστημα, είτε γιατί θα τρέψει σε φυγή στρατιές πολεμίων είτε γιατί, εξερευνώντας γη και θάλασσα, θ’αποδείξει μ’αυτόν τον τρόπο την ηρωϊκή του φύση». 

Ο Ιουλιανός δεν κάνει διάκριση ανάμεσα σε ιερά και κοσμικά γράμματα. Η λογοτεχνική παράδοση των Ελλήνων είναι ενιαία. Αντλώντας από την ίδια πηγή, εναπόκειται στον καθένα να συνειδητοποιήσει την κλίση του στη ζωή, το δρόμο που του ορίστηκε να πορευτεί με προορισμό τη σωτηρία και ο οποίος μπορεί να περνάει από το λειτούργημα του ιερέα ή του επιστήμονα, του πολιτικού ή του στρατηγού, του φιλόσοφου ή του εξερευνητή. Όταν ο Ιουλιανός απαγορεύει στους ιερείς να μελετούν επικούρεια και πυρρώνεια συγγράμματα, σπεύδει να προσθέσει πως, από θεία πρόνοια, το μεγαλύτερο μέρος τους έχει χαθεί. Οι κληρικοί και οι λαϊκοί, οι Έλληνες του Ιουλιανού οφείλουν να αποφεύγουν την ανάγνωση κειμένων, που ενθαρρύνουν τον υλισμό και τον σκεπτικισμό. Εξάλλου όλη η πνευματική δημιουργία είναι συνυφασμένη με τους θεούς. Η ποίηση, είτε στην επική, είτε στη λυρική, είτε στη δραματική μορφή της, η φιλοσοφία, η ρητορική και η ιστορία ήταν άρρηκτα δεμένες με τους Ολύμπιους, ήταν αδιανόητες χωρίς αυτούς.

Με πιο πασίδηλο ακόμα τρόπο, όλη η ελληνική τέχνη είναι ιερή και ιδεολογικά συνεπής. Δεν θα μπορούσε κανείς να βρει σ’έναν ελληνικό ναό την αντινομία, που απαντά σε τόσες εκκλησίες: Έλληνες φιλοσόφους με το παραδοσιακό τους ένδυμα και διακριτικά να στέκουν δίπλα σε χριστιανούς αγίους. Αυτό το επίμονο θέμα της χριστιανικής εικονογραφίας δείχνει ότι, παρά το συστηματικό κήρυγμα Απολογητών και Πατέρων, οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τα αρχαία γράμματα όχι ως αισθητική και νοητική μόνο οδό, αλλά ως πνευματική δύναμη, της οποίας οι δημιουργοί ήταν άξιοι λατρείας, αφού αυτό που είχαν κληροδοτήσει είχε μεταφυσική υπόσταση. Ο Όμηρος, ο Θουκυδίδης, ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης και ο Πλούταρχος, δηλαδή οι κύριες επιδράσεις στην πνευματική ζωή του Βυζαντίου, είχαν διακριτικά πολιτογραφηθεί στο βασίλειο του Χριστού. Αυτό ακριβώς αξίωνε και το Περί Παιδείας Διάταγμα του Ιουλιανού: ο Όμηρος και ο Πλάτων δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθούν στο ακέραιο, αν δεν θεωρούνταν άγιοι.

 Σύμφωνα με την ιουλιάνεια κοσμοθεωρία, εγγυητής του ιερού χαρακτήρα της ελληνικής παιδείας ήταν η θεία πρόνοια. Ο δημιουργός του πολιτισμού και θεός της αλήθειας Απόλλων-Ήλιος παρέμενε ο διαρκής μουσηγέτης και παιδαγωγός της ανθρωπότητας, που σε κρίσιμες στιγμές επενέβαινε δυναμικά, προσφέροντας τη θεία χάρη μέσα από την άμεση φώτιση. Στα πλαίσια του παιδαγωγικού του έργου ο Απόλλων είχε αποστείλει στην ανθρωπότητα τους μεγάλους φιλοσόφους και τώρα, που η άνοδος στο θρόνο των πρώτων χριστιανών βασιλέων είχε οδηγήσει σε κρίση τον ελληνισμό, ο θεός είχε και πάλι επέμβει. Με το πρόσωπο του Ήλιου-Μίθρα είχε πλησιάσει τον Ιουλιανό και τον είχε μυήσει στη διπλή αποστολή του αυτοκράτορα και του μέγιστου αρχιερέα, δίνοντάς του την εντολή να επαναφέρει τους υπηκόους του στο δρόμο της παραδοσιακής παιδείας.

Ο δρόμος αυτός δεν ήταν άλλος από εκείνον που είχε ανοίξει η μεταφυσική διαίσθηση του Πλάτωνα και διευρύνει η συμβολή των πνευματικών του διαδόχων. Ως γνήσιος πλατωνικός, ο Ιουλιανός γνώριζε ότι, η κακία δεν είναι παρά άγνοια και πως μοναδικές προϋποθέσεις για την απόκτηση της γνώσης είναι η άσκηση και η καλή θέληση. Η μόνη μέθοδος που μπορούσε να στρέψει το μάτι της ψυχής προς την ιδέα του Αγαθού, την πηγή δηλαδή κάθε γνώσης και αυτού του είναι, ήταν η παιδεία.

Τα σπαράγματα του έργου του Ιάμβλιχου Περί της Πυθαγορικής Αιρέσεως, και ειδικά το σημαντικότατο πρώτο βιβλίο Περί του Πυθαγορείου Βίου, που σώζεται ακέραιο, μας επιτρέπουν να μορφώσουμε επαρκή άποψη για το ιαμβλίχειο παιδευτικό σύστημα, επάνω στο οποίο στηρίζεται το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα του Ιουλιανού. Ο Πυθαγόρας του Ιάμβλιχου δεν αποσκοπεί στην ιστορική ακρίβεια. Είναι ένας τύπος, ένα πρότυπο συμπεριφοράς, ένα κοσμικό και μεταφυσικό ιδεώδες, που προτείνει στους μαθητές του ο Σύρος σοφός.

Πνευματικός απόγονος του Ιάμβλιχου είναι σίγουρα ο Ιουλιανός. Αυτός φιλοδόξησε να προσαρμόσει τις παιδευτικές συλλήψεις του Απαμέα παιδαγωγού στις ανάγκες της οικουμένης. Ενώ όμως ο Ιάμβλιχος απευθυνόταν σ’έναν εξαιρετικά περιορισμένο αριθμό ανθρώπων, που η έμφυτη κλίση τους προς τη φιλοσοφία οδηγούσε στην ενεργό αναζήτηση ενός δασκάλου κι ενός δρόμου, ο Ιουλιανός θεωρούσε ως καθήκον και αποστολή του την ένταξη όλων των υπηκόων της αυτοκρατορίας στο δρόμο της παιδείας. Όσο για εκείνους που επέλεγαν να μείνουν έξω από τον παιδευτικό του ιδανικό κόσμο, καταγγέλλοντας μάλιστα αυτόν και τις μεθόδους του ως ένα σύστημα πνευματικού ολοκληρωτισμού, ο αυτοκράτορας σύντομα θα τους καταδίκαζε στην κατάσταση του πολιτικού παρία. Σε αυτό βέβαια συμπορευόταν με το πνεύμα του καιρού του. Η μόνη διαφορά ανάμεσα στον Ιουλιανό και τους άλλους βυζαντινούς αυτοκράτορες έγκειται στο διαφορετικό περιεχόμενο, που ο καθένας τους έδινε στον όρο ορθοδοξία. Ως προς το ότι όμως η πολυεθνική και πολύγλωσση αυτοκρατορία όφειλε να πρεσβεύει ένα «δόγμα» -το «δόγμα» του εκάστοτε αυτοκράτορα- κανείς δεν διαφωνούσε.

Το στίγμα της ορθής παιδείας δίνεται από τον Ιουλιανό σ’ένα χωρίο με το οποίο εκφράζει τη βαθιά του ευγνωμοσύνη προς τους δασκάλους των νεανικών του χρόνων, τον Μαρδόνιο και τον Μάξιμο. Σύμφωνα με την ιουλιάνεια ιεραρχία, την άρτια γνώση της ελληνικής γλώσσας και λογοτεχνίας, που αποτελεί ένα πρώτο στάδιο μάθησης, οφείλει να ακολουθήσει η κατάκτηση της αρετής και, τέλος, η μύηση στη θεωρητική φιλοσοφία. Τα λόγια αυτά βρίσκονται στο έργο του Προς Ηράκλειον. Ένα λίγο μεταγενέστερο κείμενο –το Εις την Μητέρα των Θεών- καθορίζει το τυπικό και την ασκητική, που συμπληρώνουν την παιδευτική διαδικασία. Όπως όμως ακόμα και ο ίδιος ο Ιουλιανός μπορούσε να καταλάβει, ο τύπος του μορφωμένου, που είχε συλλάβει, αποτελούσε ένα ιδεατό όριο, το οποίο ελάχιστοι θα κατόρθωναν να αγγίξουν. Ο χώρος της παιδείας ήταν ευρύς και δεκτικός ανθρώπων, που στερούνταν τη μυστική διάσταση ή έστω την ικανότητα της αφηρημένης σκέψης.

Αν όμως οι διάφοροι λάτρεις της ελληνικής παιδείας, όπως ο Λιβάνιος, ο Σαλούστιος, ο Αέτιος, ο Προαιρέσιος, ο Ευνάπιος, τύχαιναν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό της επιδοκιμασίας του Ιουλιανού, η καρδιά του δεν ανήκε απόλυτα παρά μόνο σ’εκείνους που, σαν τον Μάξιμο, τον Χρυσάνθιο, τον Αιδέσιο, τον Πρίσκο, έβλεπαν την παράδοση σαν μια ζωντανή δύναμη σε διαρκή και γόνιμη αλληλεπίδραση με την πραγματικότητα. Όπως κι εκείνοι, ο Ιουλιανός ήταν συγκρητιστής, μόνο που το επίπεδο των ενδιαφερόντων του περιλάμβανε περιοχές πέρα από τη θρησκεία, τους πιο απτούς χώρους της πολιτικής θεωρίας και των κοινωνικών θεσμών.

Σε μια σειρά γραπτών που ξεκινούν τον Μάρτιο του 362 μ.Χ., ο Ιουλιανός υπερασπίζεται τις αρχές της συγκρητιστικής του παιδείας και συγχρόνως την εμφανίζει ως το μονοπάτι τόσο της επίγειας ευτυχίας όσο και της πνευματικής τελείωσης. Στο ρόλο του ως εκπαιδευτή της οικουμένης ο Ιουλιανός ήταν συστηματικός, γνωρίζοντας ότι, όσο σημαντικό και να ήταν το μήνυμά του για ολόκληρη την ανθρωπότητα, ορισμένοι ήταν πιο δεκτικοί στη μάθηση και προς αυτούς κυρίως απευθυνόταν.

Ως συγκρητιστής ο αυτοκράτορας έτρεφε την πεποίθηση ότι, όλες οι φιλοσοφικές Σχολές του ελληνιστικού κόσμου (εκτός επικούρειων και σκεπτικών) συμφωνούσαν τόσο ως προς τις οντολογικές τους αρχές όσο και ως προς την ηθική και τη μεθοδολογία. Η κατηγορία που τώρα εκτόξευε ο Ιουλιανός εναντίον των οπαδών του Κυνισμού ήταν μέσα στα πλαίσια της πολεμικής παράδοσης των κλασικών Σχολών, και ο τόνος του παραπέμπει στις επιθέσεις του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη εναντίον του Αντισθένη. Όσο για το γεγονός ότι ο ιδρυτής του κινήματος είναι στα μάτια του Ιουλιανού άξιος θαυμασμού, και αυτό ακόμα έχει ένα ιστορικό πρότυπο στους συγγραφείς του 2ου μ.Χ. αιώνα.             

  Αξίζει να σημειωθεί ότι, πρωταρχικό ενδιαφέρον για τον Ιουλιανό ήταν να διακηρύξει ότι, η κλασική ελληνική φιλοσοφία, που εμπεριέχει την ηθική και τη θεολογία, είχε βαθιές ρίζες στην Ανατολή και πως ο Πυθαγόρας, ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης δεν είχαν κάνει τίποτε περισσότερο από το να μεταφράσουν στη γλώσσα του ελληνικού ορθολογισμού τα μυστήρια των Περσών και των Αιγυπτίων. Αυτό ήταν ένα εγχείρημα, το οποίο διεύρυναν και τελειοποίησαν οι στοχαστές του ελληνιστικού κόσμου. Επίσης απώτερος σκοπός του ήταν η δογματική σύνδεση του Ήλιου-Μίθρα με τον Πλάτωνα, και η αδιαφιλονίκητη ανάδειξη του θεού-προστάτη της δυναστείας στην οποία ανήκε στη θέση της κεντρικής και ύψιστης θεότητας της ρωμαϊκής οικουμένης.

Κάτι ακόμη. Για τον Ιουλιανό, η εικαστική πλευρά της παιδείας είχε τεράστια σημασία, όχι όμως για αισθητικές μόνο αιτίες. Στο μυαλό του, τέχνη και λόγοι είχαν κοινή προέλευση και κοινό σκοπό. Και στους δύο χώρους τα έργα ήταν απλά σύμβολα, που εκφράζανε τη θρησκευτική συγκίνηση των δημιουργών τους και συγχρόνως αφύπνιζαν και συντηρούσαν το θρησκευτικό συναίσθημα στις επόμενες γενιές. Ο τρόπος που οραματίζεται ο Ιουλιανός τη γιορτή του Απόλλωνα στη Δάφνη αποδίδει με οδυνηρή αμεσότητα τη λατρεία του προς μια τέχνη, που την ένιωθε να γεννιέται και να ζει χάρη στον θρησκευτικό ενθουσιασμό, μια τέχνη που συμπλήρωνε τη φιλοσοφία και τη θεολογία και συμπληρωνόταν από αυτές. Η αντίληψη του Ιουλιανού για την τέχνη ήταν ήδη βυζαντινή. Έτσι, για να προσδιορίσει τη φύση και τη λειτουργία των λατρευτικών συμβόλων αυτός ο βυζαντινός Έλληνας καταφεύγει σε μια διατύπωση, την οποία συναντάμε τέσσερις αιώνες αργότερα στον Τόμο της Οικουμενικής Συνόδου που αναστηλώνει τις εικόνες: 

«οι πατέρες μας θέσπισαν τα αγάλματα, τους βωμούς και τη φύλαξη του ασβέστου πυρός… ως σύμβολα της παρουσίας των θεών, όχι για να τα θεωρήσουμε θεούς αυτά τα ίδια, αλλά για να λατρεύσουμε τους θεούς μέσ’από αυτά».      



Φωτογραφία εξωφύλλου: Kimberly Farmer