Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "Η αργκό των αστεριών" της Μιλένας Σπανού | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Ποιήτρια: Μιλένα Σπανού
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 84
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

Σε μια εποχή, όπου τίποτα δε μοιάζει να ’ναι δεδομένο και τίποτα δεν εμφανίζεται απόλυτα ξεκάθαρο, αυτό που αναμφισβήτητα χαρακτηρίζει την ανθρώπινη υπόσταση είναι η ταραχώδης ψυχοσύνθεσή του. Η διαρκής πάλη των αντίθετων δυνάμεων φθείρει τις αντοχές του. Έπονται η αμφιβολία που απειλεί τη σταθερότητα της σκέψης, η καχυποψία που ταλαντεύει τη σημασία της ύπαρξης και η συναισθηματική αστάθεια που εγκυμονεί κινδύνους ακόμα και σε περιόδους ψυχικής νηνεμίας.

Αλήθεια, ποιος μπορεί να θεωρηθεί υπαίτιος γι’ αυτό το συναισθηματικό παραλήρημα; Όλοι και κανένας. Άλλωστε, στην ψυχή πρέπει να ψάξει κανείς την αλήθεια, στην πηγή που δεν τιθασεύεται από κανόνες λογικής ούτε από τετραγωνισμένες σκέψεις. Τα κίνητρα των παθών βρίσκονται εντός της. Το κλειδί βρίσκεται στην ενδοσκόπηση, στη στροφή προς τα μέσα, στη γνωριμία του εαυτού με το είναι του, στη δύναμη της συγχώρεσης, στην αποδοχή της αλήθειας ως έχει, στην απελευθέρωση των ορμών, στη διεκδίκηση της συνέχειας της ύπαρξης.

Η Μιλένα Σπανού έχει επίγνωση της κατάστασης. Άλλωστε, έχει μάθει προ πολλού να αντιμετωπίζει τις αδυναμίες της ήττας, να μάχεται με τη σκληρότητα της μοίρας, να γεύεται τις συνέπειές της, να πενθεί τα δεινά της απώλειας, να παλεύει σώμα με σώμα με το φόβο της αδυναμίας, να ειρωνεύεται τον ίσκιο της τα βράδια της ανατροπής, να υπομένει το πείσμα του αβάσταχτου πόνου, να στέκεται κόντρα στο κύμα της λήθης και να προχωρά. Ο νέος δρόμος της ζωής αυτό ορίζει ως αρχή κι αυτόν οφείλει πλέον να διαβεί για να νικήσει.

Στην πρώτη της ποιητική συλλογή που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2021 από τις εκδόσεις «Βακχικόν», με τίτλο «Η αργκό των αστεριών», επιχειρεί να αποτυπώσει στο χαρτί όλα εκείνα που ενδόμυχα χάραξαν την ψυχή της, στιγμάτισαν για πάντα την ύπαρξή της και καθόρισαν εκ νέου την πορεία της στο χρόνο.

Συνομιλεί με τον αναγνώστη της (γνώριμο πρόσωπο του παρελθόντος), κάνοντας λόγο για φόβο, για αγωνία, για αγάπη, για συμφορά, για προδοσία, για αχαριστία, για ζωή, για χαρά, για φυγή, για συγχώρεση, για ματωμένες μνήμες που νιώθει πως οφείλει να απελευθερώσει για να λυτρωθεί από το βάρος της συνείδησής της.

«Ορκίστηκα
το αύριο να πληγώνω
κοιτώντας μόνο πίσω» (Σελ. 14)

«Καλώς όρισες
βαθιά κι αποδημητική μου κούραση
παράπονο δεν έχω
είναι χειμώνας
μα σαλπίζεις τη δική σου άνοιξη» (Σελ. 23)

Η ποιήτρια είναι ξεκάθαρο πως πονά για το παρελθόν της. Βουβός ο θρήνος της, μα η εσωτερική της κραυγή την προδίδει. Τρέπεται σε ολιγόστιχες φράσεις που τελικώς καθρεφτίζουν όλο το πένθιμο τοπίο της βασανισμένης της ψυχής.

«Δεν έχω θαύμα
ν’ αναστήσω τον νεκρό
Δεν πρόλαβα» (Σελ. 24)

Η εικόνα του θανάτου κυριαρχεί στα ποιήματά της. Επιδίωξή της να την αντιμετωπίσει με όσο το δυνατόν λιγότερο πόνο. Η εμμονή της να κονταροχτυπηθεί με τη σκιά του μεγάλου της εχθρού οδηγεί κατά κάποιον τρόπο στην αποδοχή του ως αναπόφευκτο τέλος, το τέλος της ζωής, το τέλος της μνήμης.

«Γέρασαν τόσα χρόνια
αζήτητα
αφήνοντας πίσω τους
αμελοποίητες τις προσταγές τους» (Σελ. 39)

Απογοήτευση ποτίζεται η σκέψη της όταν περιγράφει την μη αναστρέψιμη ήττα της.

«Κούρντιζε
κι ορμητικά γεννιόντουσαν τα θα
μα στάζαν τη χλωμάδα
της βροχής του Αυγούστου
κι απόθαιναν νωρίς» (Σελ. 41)

Κανείς δε μπορεί να προβλέψει το τέλος, μήτε το αύριο που στέκει ένα βήμα εμπρός. Η ποιήτρια γνωρίζει καλά πόσο γελιέται η ψυχή όταν ονειρεύεται, πόσο πονάει όταν νικιέται από τη μοίρα της, πόσο θρηνεί όταν βίαια αποκόπτεται από το νήμα της ευτυχίας της.

Θα σταθώ σε ένα ποίημα που μου έκανε περισσότερο εντύπωση και θεωρώ πως καθρεφτίζει τον εσωτερικό κόσμο της ποιήτριας.

«Εν τέλει αγαπώ τις διαψεύσεις των ιλίγγων μου
κόπιασε

να σε κεράσω τα αλάλητα
να σου γυρίσω πίσω τα φανταχτερά

Ακροσαλεύω
μα υπόσχομαι να μη σε προσπερνάω πια

συνοδοιπόροι είμαστε στα επινοίκια
παράλληλοι

πόσο ετοιμόρροπο το μαύρο
σαν λιγοστεύουν οι ψυχές
που το αντανακλούν» (Σελ. 48)

Ο πόνος της Μιλένας Σπανού είναι διάχυτος στα ποιήματά της. Το παρελθόν δεν γυρίζει πίσω, η προδοσία των παθών δεν αντικαθίσταται με δεκανίκια, η παρακμή δεν τιθασεύεται. Ειρωνεία η λησμονιά του θανάτου που ματώνει τα σωθικά της ζωής.

Στην πρωτόλεια συγγραφική της προσπάθεια καταφέρνει να αφήσει το δικό της προσωπικό ποιητικό στίγμα, που, οπωσδήποτε, χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία και έναν ιδιαίτερο συμβολικό δωρικό τρόπο έκφρασης. Τα ποιήματά της γεμάτες εικόνες οδύνης, έχουν ύφος έντονα υπαρξιακό και κοινωνικό, ενώ η γραφή της, δοσμένη σε ελεύθερο στίχο, είναι περιεκτική, παρόλο που δεν είναι ολιγόστιχη.

Τα χαϊκού που φιλοξενούνται στο τέλος της παρούσας ποιητικής συλλογής, παρότι κυμαίνονται στο ίδιο ποιητικό ύφος με τα προηγούμενα ποιήματα, δεν πειθαρχούν στην κλασική φόρμα της συγκεκριμένης ιαπωνικής ποίησης των τριών στίχων και δεκαεπτά συλλαβών, αντίθετα αποδίδονται πιο ελεύθερα και πιο επαναστατικά, ώστε να αποτυπώσουν επακριβώς την ψυχική διάθεση και σκέψη της ποιήτριας.

Μια συλλογή που αξίζει να διαβαστεί.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

ΜΟΙΡΑΖΟΜΑΙ
Τις συναντήσεις μου με τα αλλεπάλληλα
Και τη δική μου ΝΕΑ ΓΗ
Σε χρόνους
που κάθε Δευτέρα
κάθε Τρίτη
παραληρούν με τεχνοκρατικό συνώνυμο
Επιβιβάζομαι
ΜΕΤΟΙΚΟΣ σε αντιβαρικό πεδίο
αφουγκράζομαι
κείμενα αγέννητα
ψηφιδωτά πτερόεντα ενώ η παραφροσύνη μου κινείται
ΕΚΚΡΕΜΩΣ
ΠΑΡΑΔΙΝΟΜΑΙ
με προκατάληψη καθόλα τίμια
για την ανάγνωση που θα ’χει ΑΝΤΟΧΗ
και ΑΝΟΧΗ
για κάθε στίξη
κάθε στίχο
των ΑΣΑΦΩΝ ΟΡΙΩΝ μου
ΛΗΜΜΑΤΙΚΗ και ΑΔΟΚΙΜΗ
πλην όμως
Εμού της ΑΘΕΑΤΗΣ


Λίγα λόγια για την ποιήτρια Μιλένα Σπανού:

Η Μιλένα Σπανού γεννήθηκε στην Αθήνα με καταγωγή από Σάμο και Σμύρνη. Σπούδασε Ψυχολογία στο University of Maryland, την οποία δεν εξάσκησε παραδοσιακά, όμως αποτέλεσε την αδιαμφισβήτητη βάση θεώρησης ανθρώπων και εργασίας στα χρόνια που πέρασαν. Απασχολήθηκε εξ αρχής, και συνεχίζει, στην εταιρεία λογιστών και συμβούλων επιχειρήσεων που ίδρυσε με τον πρώην και εκλιπόντα σύζυγό της, τη μεγαλύτερη στον χώρο της ελληνική εταιρεία (Computax). Σήμερα είναι οικονομική διευθύντρια. Διακρίθηκε τον Δεκέμβριο του 2019 με το τρίτο βραβείο στον 38ο Πανελλήνιο Διαγωνισμό Ποίησης με το ποίημα «Δούλευε... δούλευε». Τον Νοέμβριο του 2020 διακρίθηκε με το τρίτο βραβείο στον Θ’ Διαγωνισμό Αμφικτιονίας Ελληνισμού με το ποίημα «Ενός λεπτού φωνή». Όπως σημειώνει: «Ο τεχνοκρατικός καθημερινός μου δρόμος, χρειαζόταν από όσο αποδείχθηκε, χωρία εκτόνωσης, τα οποία αναδύθηκαν μόλις πριν λίγο καιρό. Δοκίμασα να μοιραστώ τις σκέψεις μου σε στίχους σε μέσα κοινωνικής δικτύωσης και αυτό έφερε στη ζωή μου θετικές εξελίξεις και ένα νέο μεγάλο κεφάλαιο».