Βιβλιοκριτική για την ποιητική συλλογή "Όταν παρεκτρέπεστε" του Κώστα Δερμούση | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου




Ποιητής: Κώστας Δερμούσης
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 116
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


«Αποποιούμαι πλήρως το βάρος της ταυτότητας του ποιητή διότι όποιος γράφει στίχους δεν είναι απαραιτήτως ποιητής». Με αυτή τη φράση συστήνει τον εαυτό του παρουσιάζοντας στο αναγνωστικό κοινό την πρώτη του ποιητική συλλογή ο Κώστας Δερμούσης, μια συλλογή που φέρει τον τίτλο «Όταν παρεκτρέπεστε» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν».

Ογδόντα τέσσερα ποιήματα στον αριθμό συμπληρώνουν την έκδοσή της, μερικά εξ αυτών πολυσέλιδα, ενώ αρκετά άλλα ολιγόστιχα, άκρως περιεκτικά και με συμβολικό κατά το πλείστον χαρακτήρα, όλα όμως αποδιδόμενα σε ελεύθερο στίχο κατά τα πρότυπα της σύγχρονης (ελεύθερης) ποίησης. Τα ποιήματα αυτά έρχονται να ταράξουν τα ήρεμα νερά της υπνωτισμένης συνείδησης, που άλλοτε από αμέλεια, άλλοτε οικειοθελώς και άλλοτε εντελώς αυθόρμητα αρνούνται να κοιτάξουν κατάματα τον κόσμο της τραγικής, κατά κοινή ομολογία, πραγματικότητας και να προσδιορίσουν επακριβώς την αλήθεια του. Άραγε, θα αναρωτηθεί κανείς, υπάρχει αλήθεια; Το ίδιο θα αναρωτηθεί και ο αναγνώστης αυτού του βιβλίου, υιοθετώντας τις έντονες ανησυχίες του ποιητή.

Το ταξίδι των λέξεων ξεκινά, δίνοντας ξεκάθαρα έμφαση στο παρελθόν. Είναι αυτό που δημιουργεί τις μνήμες του παρόντος, που διαγράφει το πέρασμα της ζωής στο μετέπειτα, προσδιορίζοντας αποκλειστικά το χαρακτήρα του. Οι μνήμες, όμως, δεν είναι πάντοτε ευχάριστες. Απεναντίας, θα λέγαμε πως έχουν την τάση να σκοτεινιάζουν την εξέλιξή τους, πόσο μάλλον όταν αυτές σκοντάφτουν αρκετά στο δύσβατο διάβα της.

Η προτροπή του ποιητή είναι έκδηλη:

«Μην τολμήσεις να πεθάνεις με το παρελθόν.
Προσπέρασέ το και ζήσε.» (Σελ. 9)

Δύσκολα καρποφορεί η προσπάθεια, καθώς η καρδιά δεν υπακούει στις προσταγές της λογικής. Συμπάσχει με την αδυναμία και δεσμεύεται. Κι αν καμιά φορά νιώσει την απελευθέρωση των δεσμών της, πλανάται για ακόμη μια φορά. Τίποτα δεν είναι, εν τέλει, αληθινό και τίποτα ολωσδιόλου ψεύτικο. Η ζωή συνεχίζεται. Αυτό είναι πλέον μια αποδεκτή συνθήκη που εμπεριέχει στις φλέβες της τον θρήνο της απώλειας, της υποκρισίας, της οδύνης, της αναισθησίας του επέκεινα.

««Εσείς για πάντα θα μείνετε αθάνατοι»
άραγε μέτρησε κανείς τους αθάνατους
που ζουν ανάμεσά μας;» (Σελ. 15)

Τον ποιητή τον απασχολεί σε μεγάλο βαθμό ο θάνατος, το φυσικό επακόλουθο της ζωής, που τόσο υποκριτικά διαπιστώνει να ερμηνεύεται από τους κόλακες της θλίψης. Ειρωνικά σκιαγραφεί την επιβολή τους σε έναν κόσμο που δεν έμαθε ποτέ του από τα λάθη του ούτε κατάφερε να αντικρίσει κατάματα την αλήθεια της τρικυμίας του. Αγανακτεί, παρόλο που η δειλία του υπομένει ακόμη αυτή την σκληρή συνθήκη.

«Όταν πάνω από το φέρετρό μου
αρχίσουν να εκφωνούν τιμητικούς λόγους και επικήδειους,
θα μπορώ άραγε να σηκώσω το χέρι και να κλείσω τα στόματα
όσων θα με ζαλίζουν τέτοια ώρα
ή θα είμαι ακόμη ντροπαλός;» (Σελ. 21)

Σε έναν κόσμο εγωκεντρικό τι μπορεί στ’ αλήθεια να αλλάξει; Ο ποιητής επιμένει στην τραγική αυτή διαπίστωση. Τίποτα δεν αλλάζει, γιατί πολύ απλά κανείς δεν επιθυμεί την αλλαγή.

«Κανένας δεν θέλει κανέναν
και κανείς δεν θέλει τίποτα.» (Σελ. 27)

Η ζωή κυλά αδιάφορα και χάνεται από εγωισμό, μίζερα και καταθλιπτικά. Αυτό που στο τέλος απομένει είναι κάποια σκορπισμένα γραπτά ενός μοναχικού ποιητή της ζωής, να θυμίζουν το «καλοζωισμένο» του εγώ, κληρονομιά στους επόμενους ζωντανούς νεκρούς αυτής της γης, που κι αυτοί ακόμα, δέσμιοι των παθών τους, πορεύονται καμαρώνοντας για την αφθονία της ανυπαρξίας τους, για τη σημαντικότητα της ανούσιας εκ των πραγμάτων ουσίας τους. Πρόκειται για τους κυνικούς και είρωνες της εποχής.

Ο ποιητής τολμά να αντισταθεί αποκηρύσσοντας τον θάνατο, νηστεύοντάς τον, προκειμένου να ξαναβρεί το νόημά του στη ζωή. Άλλωστε, αξίζει αυτή την ευκαιρία.

«Είμαι εγώ που νηστεύω τον θάνατο
είστε εσείς που νηστεύετε τη ζωή
δεν σας κακίζω για το δικό σας ξόδεμα
σας τη χαρίζω την ελπίδα
αυτή που σαν θεό λατρέψατε.» (Σελ. 46)

Συμβουλεύει τον αναγνώστη του να πράξει το ίδιο, να φτιάξει από την αρχή το δικό του χάρτη και να πορευτεί μια ζωή καθάρια, όπως ακριβώς θα την έχει ζωγραφίσει με τον πόθο της η δική του επιθυμία. Δύσκολη απόφαση, συνειδητοποιεί. Ο φόβος της ελευθερίας παραμονεύει.

««Φοβάμαι να φύγω» φωνάζεις.
Επιστρέφεις μέσα
Ηττημένος.» (Σελ. 50)

Το παράδειγμα των πολλών καταρρίπτει την απόφαση της διεκδίκησης για την αναζήτηση της ευτυχίας. Θλίψη διακατέχει τον ποιητή καθώς συνειδητοποιεί την κατάντια της συμβατικότητας.

«Εξαγοράσαμε τη ζωή
με αντάλλαγμα τον θάνατο
και θα πεθάνουμε ένδοξα.» (Σελ. 59)

Ποια επιλογή κρίνεται, πλέον, ως άκρως απαραίτητη; Η εσωστρέφεια, θα πει, η τόλμη, η αποφασιστικότητα, η αντίδραση.

«Δηλώνω αυτάρκης και υπερήφανος για την εσωστρέφειά μου
αυτήν υπερασπίζομαι χωρίς κανέναν φόβο
δεν ρωτάω το αν και το πώς
για να μη χάνω τον χρόνο που δεν έχω» (Σελ. 62)

Αυτός που στηρίζεται στο εφήμερο του βίου του αφήνοντας στην άκρη τις προσδοκίες των ονείρων του, αμφιταλαντευόμενος ανάμεσα στο θέλω και το πρέπει, είναι στην ουσία εκείνος που τις νύχτες ξαγρυπνά κάνοντας συντροφιά με τους εφιάλτες της ήττας του. Κι ο χρόνος περνά, ώσπου το παρελθόν έρχεται για ακόμη μια φορά να θυμίσει στο παρόν την αποτυχία του.

«Μεσίστια σημαία
ο εαυτός σου.
Πώς το ανέχεσαι;» (Σελ. 84)

Ο ποιητής συνειδητοποιεί την αδυναμία του. Γνωρίζει τα όρια της δύναμής του και κάνει την αυτοκριτική του.

«Πορεύομαι
βέβαιος για την άγνοιά μου
ικανοποιημένος που δεν γνωρίζω τα τι και τα γιατί.» (Σελ. 90)

Θέλει δύναμη η γνώση, θα το αντιληφθεί ο αναγνώστης. Πόνο προκαλεί η αποκάλυψη της αλήθειας, αλλά και πίστη πως τίποτα δεν έχει ακόμα χαθεί. Μια νοσταλγία σβήνει σιγά σιγά τον οίστρο του ποιητή για τα «χρόνια που έφυγαν στα κλεφτά όπως ήλθαν». (Σελ. 99) και μια επαναστατική διάθεση που ενισχύει τη δύναμη που εγκλωβίζει ενδόμυχα ο φόβος για τη διεκδίκηση μιας μεγαλύτερης από τα συνηθισμένα ηδονής, αυτής που ακούει στο όνομα ζωή και που κατακτιέται μονάχα όταν σταθεί στο περιθώριο η σκιά του.

«Νομίζω πως όλη μου η ζωή
μοιάζει μ’ ένα ποτήρι γεμάτο κρασί.
Όσο αδειάζει
τόσο καλύτερα εκπληρώνει τον σκοπό της.» (Σελ. 109)

Ποίηση μεστή και περιεκτική, με περιεχόμενο βαθιά υπαρξιακό, άκρως συμβολική και διδακτική, σε γλώσσα λιτή και κατανοητή, που συμπαρασύρει τον αναγνώστη στη συναισθηματική ατμόσφαιρα του ποιητή. Υιοθετώντας ένα δικό του ιδιαίτερο προσωπικό ύφος ο Κώστας Δερμούσης καταφέρνει στην πρωτόλεια συγγραφική του απόπειρα να μας παρουσιάσει ένα αξιόλογο από κάθε άποψη ποιητικό έργο.

Ας είναι καλοτάξιδο!


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Υπάρχουν φορές που οι λέξεις με κουράζουν

λέξεις που θορυβούν ασταμάτητα
με διαφορετικές φωνές και ηχοχρώματα
λέξεις κοφτερές, θρασύτατες
που συνομιλούν μεταξύ τους
χωρίς την άδεια μου
που άλλα τις προστάζω να πουν
και άλλα λένε
λέξεις πικρόχολες, παγωμένες, άτεγκτες
λέξεις αισθησιακές, γοητευτικές, αδηφάγες
λέξεις επαρμένες και αναιδείς
σπανίως συνεσταλμένες
λέξεις ρουφιάνες και γλωσσούδες

Γνωρίζει κανείς
πώς να τις βάλω σε σειρά
και να τις συνταιριάξω;

Λίγα λόγια για τον ποιητή, Κώστα Δερμούση:

Ο Κώστας Δερμούσης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1964. Άρχισε να γράφει ποιήματα από το Γυμνάσιο. Κανένα από αυτά δεν έχει διασωθεί. Ευτυχώς. Η ανά χείρας ποιητική συλλογή είναι η πρώτη που αποφάσισε να εκδώσει. Κείμενά του φιλοξενούνται κατά καιρούς σε ιστότοπους, ιστολόγια λογοτεχνίας και ανθολογίες. Όπως σημειώνει: «Αποποιούμαι πλήρως το βάρος της ταυτότητας του ποιητή διότι όποιος γράφει στίχους δεν είναι απαραιτήτως ποιητής. Ομοίως, όποιος βγάζει φωτογραφίες δεν σημαίνει πως είναι φωτογράφος και αυτός που περιχύνει τον καμβά με χρώματα, δεν λογίζεται ως ζωγράφος. Και γιατί να πρέπει ν’ ακουστεί άλλη μια φωνή, η δική σου, ανάμεσα στις τόσες; θα ρωτήσουν κάποιοι. Πιθανώς να έχω κάτι να προσθέσω, να θέλω ή να νομίζω ότι θα πω κάτι καινούργιο, μπορεί και τίποτα. Ίσως να θέλω να ακούσω τη φωνή μου μέσα από τον δικό σας ψίθυρο και το δικό σας άγγιγμα στις λέξεις. Δεν έχω μιαν απάντηση για να σας δώσω, αφήστε που αύριο μπορεί να σας πω κάτι διαφορετικό και να φανώ ανακόλουθος».