Νέλλη Σπαθάρη: "Το μόνο «σχέδιό» μου είναι οι ασίγαστες σκέψεις μου. Αυτές καταγράφω"

 


H Νέλλη Σπαθάρη είναι μια πολυγραφότατη επιστήμων, που έχει εκδώσει αρκετά εκπαιδευτικά εγχειρίδια πάνω στα αντικείμενα των σπουδών της, και μια συγγραφέας που περιγράφει μέσα από τις σελίδες των βιβλίων της το νησί απ’ όπου κατάγεται, τη μαγευτική Ύδρα.

Στο λογοτεχνικό της ντεμπούτο πέρσι, με την νουβέλα που τιτλοφορείται «Στάκα καρδιά μου», μας εξιστόρησε τις εμπειρίες μιας νεαρής φοιτήτριας της φιλοσοφικής που επισκέφτηκε την Ύδρα την δεκαετία του 70, με σκοπό να πραγματοποιήσει επιτόπια έρευνα για το μάθημα της Λαογραφίας.

Μέσα από τη νουβέλα της, ωθεί τον αναγνώστη να έρθει σε επαφή με την Ύδρα και μέσα από τις αφηγήσεις των ντόπιων κατοίκων του νησιού μας βυθίζει σε μια καθημερινότητα σχεδόν αφόρητη, ενώ παράλληλα μας ταξιδεύει με τις δικές της αναμνήσεις από τα παιδικά της χρόνια.

Με το νέο της μυθιστόρημα, μας περιγράφει μια δύσκολη ενηλικίωση, όπου ένα οικογενειακό μυστικό στέκεται εμπόδιο στην εκπλήρωση των ονείρων μιας έφηβης, της Νάντιας.

Σήμερα, με αφορμή την έκδοση του νέου της μυθιστορήματος με τίτλο «Amor Fati» από τις εκδόσεις «Ελκυστής», την φιλοξενούμε στις Τέχνες με σκοπό να τη γνωρίσουμε καλύτερα.

Ας δούμε τι μοιράστηκε μαζί μας...


Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Λίχνο



«Είμαι η Νάντια και είμαι καλά» 

Αγαπητή κ. Σπαθάρη, ξεκινώντας θα θέλαμε να μας πείτε πώς αποδυθήκατε στην περιπέτεια της συγγραφής και πώς γεννήθηκε η ιδέα για την εκπόνηση του νέου σας μυθιστορήματος «Amor Fati»;

Η συγγραφή δεν είναι κάτι νέο για μένα. Η στροφή προς τη λογοτεχνία είναι κάτι νέο. Έχω πλήθος βιβλίων στο βιογραφικό μου, τα οποία ωστόσο αποτελούν είτε το απόσταγμα των επιστημονικών μου ερευνών, είτε των εκπαιδευτικών μου δραστηριοτήτων. Ενδεικτικά αναφέρω την έρευνά μου «Ιστορική και κοινωνική Λαογραφία ανατολικής Θράκης» (εκδ. Α.Α.-Λιβάνη, 1997), η οποία βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών στην πανηγυρική συνεδρία του Δεκεμβρίου του 1994. Και δεν είναι το μόνο μου βραβείο. Δεν αναφέρομαι σε περισσότερες συγγραφικές μου δραστηριότητες στον χώρο αυτό γιατί μπορείτε να τις δείτε στο βιογραφικό μου σημείωμα. Θα μιλήσω για τη στροφή μου στη λογοτεχνία. Διαβάζω λογοτεχνία μανιωδώς, ιδιαίτερα γαλλική (είμαι πτυχιούχος και της γαλλικής φιλολογίας) και αγγλοσαξονική. Χρόνια τώρα κρατούσα σημειώσεις με τις σκέψεις μου, έγραφα διηγήματα, υποτιθέμενα κεφάλαια μελλοντικών μου μυθιστορημάτων, ακόμη και παραμύθια που μένουν στο συρτάρι μου. Όμως, όσο προχωρώ και ωριμάζω με κατατρύχουν σκέψεις πάνω στις σχέσεις των ανθρώπων, πάνω στην πολυπλοκότητα των κοινωνικών εκφάνσεων και την έκπληξη που μας προκαλούν κάθε φορά οι ιστορικές συγκυρίες.

Αυτό με έκανε να βγω από τα αρχεία και τις βιβλιοθήκες - χώρους στους οποίους πέρασα μεγάλο μέρος του συγγραφικού μου χρόνου- και να προσπαθήσω να αφουγκραστώ τον ενδότερο εαυτό μου. Όσο προχωράει ο χρόνος και ο άνθρωπος γίνεται πιο πλούσιος σε εμπειρίες, τόσο πολλαπλασιάζονται τα ερωτήματα της ζωής και οι απώλειες. Και με τον όρο απώλειες, δεν εννοώ μόνο την απώλεια αγαπημένων προσώπων. Και τόσο φουντώνουν οι σκέψεις, τα ερωτήματα, οι αμφιβολίες. Φεύγει η βεβαιότητα της νεότητας. Νομίζω πως αυτό σημαίνει ωριμότητα. Όχι η βεβαιότητα που υποτίθεται πως αποκτιέται με την πάροδο του χρόνου, αλλά αντίθετα η αμφιβολία και η αμφισβήτηση. Και αυτός είναι ο πιο γόνιμος χώρος για τη λογοτεχνία. Γιατί λογοτεχνία δεν είναι η συγγραφή μιας «πιασάρικης» πλοκής. Λογοτεχνία είναι η κατάδυση στα ερωτήματα που κατατρύχουν τους ανθρώπους. Και νιώθω πως έφτασα σε αυτό ακριβώς το στάδιο της ζωής μου. Το στάδιο των ασίγαστων ερωτημάτων, των πολλών αποχρώσεων της αλήθειας. Και έκλεισα τις πόρτες στα αρχεία και στις βιβλιοθήκες και άνοιξα τις πόρτες της ψυχής μου. Μόνο που οι εσωτερικές μου αναζητήσεις πιστεύω πως γίνονται πιο γόνιμες ακριβώς λόγω της πρότερης θητείας μου στους πνευματικούς αυτούς χώρους. 

Πώς θα περιγράφατε εν συντομία το μυθιστόρημά σας; Nα υποθέσουμε ότι η ιστορία του διαδραματίζεται και πάλι στην Ύδρα;

Δεν θα μπορούσε να λείψει και η Ύδρα από το μυθιστόρημά μου, αλλά δεν είναι ούτε ένα βιβλίο για την Ύδρα, όπως είναι η νουβέλα μου «Στάκα καρδιά μου», ούτε ένα μυθιστόρημα που διαδραματίζεται μόνο στην Ύδρα. Ο φακός περνάει από διάφορα μέρη της Ελλάδας και της Ευρώπης, όχι απλά για το ταξίδι, την απόλαυση, την αναψυχή, αλλά γιατί ο κάθε τόπος παίζει ένα κομβικό ρόλο στην εξέλιξη ή στις ανατροπές της πλοκής. Από το Ναϊμέχεν της Ολλανδίας στα περίχωρα του Παρισίου. Από την Ύδρα στη Σίφνο. Από το Νόρφολκ και τα Μπρόαντς της Αγγλίας στα χωριά της βόρειο-ανατολικής Γαλλίας. Και δεν είναι μόνο ταξίδια στον χώρο, είναι και ταξίδια στην τέχνη, στη μουσική, στη λογοτεχνία. Αλλά ναι, η κορύφωση και η λύση της πλοκής, το τέλος συντελείται στην Ύδρα, γιατί η Ύδρα είναι μια από τις απώλειες της ηρωίδας, της Νάντιας. 

Τι πρόκειται να συναντήσει κάποιος που θα το επιλέξει ως ανάγνωσμα; Ποιο είναι το μήνυμα που εσείς θέλετε να περάσετε; 

Το γενικότερο μήνυμα, εάν αποστασιοποιηθούμε από την πλοκή είναι το εξής: Ποτέ η ζωή δεν ήταν στρωμένη με ροδοπέταλα. Ο κάθε άνθρωπος, σαν άτομο, σαν κοινωνικό περιβάλλον, σαν γενιά, σαν ιστορική συγκυρία έχει να αντιμετωπίσει τις δικές του προκλήσεις στη ζωή. Η ζωή είναι μια αέναη πάλη. Μην κλαίγεσαι. Μην μοιρολατρείς. Πάτα σε ό,τι έχεις και προχώρα. Μας παίρνει μια ολόκληρη ζωή να καταλάβουμε ότι κανείς δεν μας χρωστάει τίποτα, όλοι παλεύουμε σε έναν δύσκολο κόσμο. 

Πείτε μας λίγα λόγια για τον τίτλο του μυθιστορήματός σας «Amor Fati» και την έμπνευση πίσω από την δημιουργία του. 

Amor fati αποτελεί μια λατινική έκφραση που σημαίνει «αγάπα τη μοίρα σου». Αλλά το μυθιστόρημα δεν είναι καθόλου μοιρολατρικό. Ακριβώς το αντίθετο: αποδέξου αυτά που σου συμβαίνουν, αγάπα δηλαδή τη μοίρα σου με τη μεταφορική σημασία του όρου, για να μπορέσεις να προχωρήσεις μπροστά. Όσο κοιτάς πίσω, δεν θα μπορέσεις ποτέ να ερμηνεύσεις τις συμπεριφορές των ανθρώπων και αυτές θα σε κρατούν εγκλωβισμένο. Κοίτα την πυξίδα σου και μην χάνεις τον προσανατολισμό σου. 

Υπάρχει κάποια κεντρική θεματική που συνέχει την πλοκή, μια διοικούσα ιδέα που διατρέχει συνολικά το σύγγραμμα και που νιώθατε την ανάγκη να μοιραστείτε οπωσδήποτε; 

Ο τίτλος του μυθιστορήματός μου Amor fati, όπως προείπα, σημαίνει «να αγαπάς τη μοίρα σου». Το μυθιστόρημα δεν είναι καθόλου μοιρολατρικό. Ακριβώς το αντίθετο: πάτα σε αυτό που έχεις -αποδέξου το δηλαδή- μην κλαίγεσαι και προχώρα μπροστά.

Θέλω να στείλω το μήνυμα της συμπόνοιας που είναι διαφορετικό από εκείνο της συγχώρεσης. Η πλοκή που διερευνά τα προσωπικά κίνητρα του κάθε μέλους της οικογένειας της επαναστατημένης έφηβου Νάντιας, οδηγεί στη συμπόνοια προς τη μάνα για όσα ένιωσε και όσα έκανε, αλλά όχι στη συγχώρεση, γιατί τα αποτελέσματα των πράξεών της θα επηρεάζουν την πορεία που πήρε η κόρη εφ’ όρου ζωής. Αυτό όμως δεν την εμποδίζει να αναπτύξει το αίσθημα της ενσυναίσθησης.

Ήθελα να μοιραστώ τις σκέψεις μου με όσους και όσες ενδιαφέρονται να αναλύσουν τις ανθρώπινες σχέσεις, ιδιαίτερα τις σχέσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας-και δεν αναφέρομαι απλά και μόνο στην ερωτική σχέση ενός ζευγαριού. Στις οικογένειες υπάρχουν κρυμμένα μυστικά και κρυφά κίνητρα που υπαγορεύουν συμπεριφορές που μας παίρνει μια ολόκληρη ζωή να ερμηνεύσουμε, αν και πάντα θα παραμένουν σκοτεινές πτυχές τους.

Τέλος, ήθελα να μοιραστώ και τα ταξίδια, όπου όμως, πέρα από την ομορφιά της φύσης και του τόπου γενικότερα, υπάρχει το αποτύπωμα του ανθρώπου και οι μνήμες. 

Υπάρχουν αυτοαναφορικά στοιχεία στο νέο σας μυθιστόρημα, όπως και στο προηγούμενο «Στάκα καρδιά μου»; 

Ναι, υπάρχουν αυτοαναφορικά στοιχεία, αλλά τελείως διαφορετικής υφής σε σχέση με εκείνα της νουβέλας μου «Στάκα καρδιά μου». Για να είμαι ειλικρινής, εάν ο όρος «πεζογράφημα» που είχε προτείνει ο Θεσσαλονικιός συγγραφέας Γιώργος Ιωάννου είχε καθιερωθεί στη λογοτεχνική ορολογία, θα χαρακτήριζα πεζογράφημα τη νουβέλα μου. Δεν πρωταγωνιστεί η πλοκή, αλλά η ματιά της αφηγήτριας, η οποία ακολουθεί τα τεκταινόμενα και τα ενδύει με τις σκέψεις της.

Στο μυθιστόρημά μου, οι αφηγηματικές τεχνικές που χρησιμοποιώ είναι διαφορετικές. Και πράγματι, υπάρχουν αυτοαναφορικά στοιχεία, καθώς η επαναστατημένη έφηβος Νάντια, ουσιαστικά είμαι εγώ. Είμαι εγώ με όλη την ελευθερία που μου δίνει το λογοτεχνικό σύμπαν. Με κάνω ό,τι θέλω και βάζω όσες παγίδες θέλω στον εαυτό μου να τις αντιμετωπίσει. Ο βασικός πυρήνας του μυθιστορήματος πέρα από το κοινωνικο-πολιτιστικό πλαίσιο είναι η δύσκολη συγκρουσιακή σχέση μάνας-κόρης. Και είχα μια πολύ δύσκολη σχέση με τη μητέρα μου που ακόμα προσπαθώ να ερμηνεύσω.

Στο μυθιστόρημά μου έχτισα ένα alter ego, την Τίνα, τη συμμαθήτρια της Νάντιας, η οποία πετυχαίνει όπου η Νάντια αποτυγχάνει. Είναι ο ανάστροφος εαυτός της Νάντιας. 

Να περιμένουμε να βρούμε λαογραφικά στοιχεία του νησιού της Ύδρας, όπως και στο προηγούμενο έργο σας; 

Υπάρχουν κάποια λαογραφικά στοιχεία- ελάχιστα- αλλά πλήρως ενσωματωμένα στην πλοκή, π.χ. όταν η Νάντια μιλάει στον σύντροφό της για τον παππού της και τις αφηγήσεις του. Όμως, όχι, δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση στο μυθιστόρημά μου. Άλλωστε, η Ύδρα δεν είναι ο πρωταγωνιστικός χώρος, αλλά ο καταληκτικός. Θα βρείτε περισσότερα στοιχεία σχετικά με τη σύγχρονη με την εποχή της ηρωίδας Ύδρα (δεκαετία του ’70), την περιβόητη ντισκοτέκ Κάβος στην οποία χόρευε, τον Λέοναρντ Κοέν που σύχναζε στην ταβέρνα του Ντούσκου με την κιθάρα του… Και φυσικά τις μνήμες που αφορούν στις ανθρώπινες σχέσεις στο χώρο του νησιού-μνήμες που πρέπει να δεις με τέτοιο τρόπο (Amor fati), ώστε να έχεις τη δύναμη να αφήσεις πίσω σου. Μια τελική και συγκινητική μνήμη, μια φωτογραφία ενός μικρού κοριτσιού με κόκκινο σορτς που ακουμπάει πάνω σε ένα σαμάρι τοίχου παίζοντας «ακούνητα, αμίλητα, αγέλαστα στρατιωτάκια» αποτελεί την αφορμή στο να παιχτεί η τελική πράξη αποδοχής από τη μεριά της Νάντιας της απώλειας της σύνδεσής της με το νησί. 

Τα προηγούμενα έργα σας, «Μια καλοκαιρινή παρτίδα σκάκι» (Διήγημα) και «Στάκα καρδιά μου», έχουν βραβευτεί από τον Όμιλο της UNESCO. Τι σήμανε αυτό για εσάς και πώς επηρέασε την προσέγγισή σας για τα επόμενα έργα σας; 

Πράγματι, πρώτα το νεανικό μου διήγημα «Μια καλοκαιρινή παρτίδα σκάκι κι άλλη μια» ήταν αυτό που βραβεύτηκε από τον Όμιλο UNESCO Τεχνών, Λόγου κι Επιστημών Ελλάδος. Αναφέρεται σε μια παρτίδα σκάκι μεταξύ δύο νεαρών φίλων του καλοκαιριού, την οποία οργανώνει ο παππούς του ενός στα ασπρόμαυρα πλακάκια στο ταρατσάκι του σπιτιού του στην Ύδρα με πιόνια σκαλισμένα από τον ίδιο σε μέγεθος μικρού παιδιού. Αυτή η παρτίδα θα εξελιχθεί σε ένα παιχνίδι αυτογνωσίας για τα παιδιά. Αλλά θα ακολουθήσει και μια δεύτερη παρτίδα, ακόμα πιο σημαντική.

Ακολούθησε, την επόμενη χρονιά η βράβευση της νουβέλας μου «Στάκα καρδιά μου», η οποία έχει μια εθνογραφική χροιά και στην οποία αναφέρθηκα σε προηγούμενη ερώτησή σας. Μόνο που οι δύο αυτές συνεχόμενες βραβεύσεις (και δεν είναι οι μόνες στη ζωή μου), αντί να με φουσκώσουν από υπερηφάνεια, με έκαναν να πω στον εαυτό μου σιωπηλά «προχώρα». Έχω απόλυτη συναίσθηση πως εκεί έξω, στον συγγραφικό χώρο, γράφουν πολλοί και γράφουν καλά. Απλά, αυτό που συνέβη είναι ότι μου έδωσε μια πιο αποφασιστική ώθηση να στραφώ στη λογοτεχνία, αφήνοντας πίσω μου το ερευνητικό μου έργο.

Από κει και πέρα, έκανα ένα βήμα μπροστά και ξανοίχτηκα στον κόσμο της μυθοπλασίας, του μυθιστορήματος. 

Ως διακεκριμένη ερευνήτρια της λαογραφίας, θεωρείτε σημαντική την ανάδειξη στοιχείων του πολιτισμού μας μέσα από τη λογοτεχνία; 

Η προσέγγιση του πολιτισμού μας μέσω της Λαογραφίας έχει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με την ιστορική προσέγγιση- και κατ’ επέκταση ένα λογοτεχνικό κείμενο με λαογραφικά στοιχεία (όπως η εθνογραφική προσέγγιση στη νουβέλα μου ‘Στάκα καρδιά μου») σε σχέση με π.χ. ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Και η ιδιαιτερότητα έγκειται στο πώς προσεγγίζουμε το παρελθόν. Ο Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος Πωλ Βαλερί διατεινόταν πως «επερχόμαστε το μέλλον πισωπατώντας». Σπάνια η σχέση του μελετητή προς το παρελθόν και το παρόν είναι ουδέτερη. Για άλλους, το παρελθόν είναι ο χρυσούς αιών, η υποδειγματική χρονική περίοδος της αγνότητας και της αρετής, η εποχή των μεγάλων προγόνων και των παραδόσεων. Για άλλους, αντιπροσωπεύει τη βαρβαρότητα, τον αρχαϊσμό, την εποχή των χαμηλών φυσικών και πνευματικών ικανοτήτων. Όσο για το παρόν, αντίστοιχα, είναι είτε η ευτυχισμένη περίοδος της προόδου, της δημιουργικότητας και του πολιτισμού είτε η επικίνδυνη περίοδος της απερισκεψίας και της παρακμής. Η Αναγέννηση είχε ως πρότυπο το παρελθόν, ο Διαφωτισμός πίστευε στο μέλλον, ο Ρομαντισμός στην «ψυχή του λαού». Οι Γάλλοι, οι διαμορφωτές του Διαφωτισμού, δεν αποδέχονται τη Λαογραφία και δεν υπάρχουν λαογραφικές σπουδές στα πανεπιστήμια τους. Έχουν την Εθνολογία που μελετούσε τους λαούς των αποικιών τους που βρίσκονταν σε προηγούμενα πολιτισμικά εξελικτικά στάδια. Αντίθετα οι Άγγλοι, είναι κατεξοχήν θιασώτες της παράδοσης.

Τι θέλω να πω; Σήμερα, είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε εάν η κοινωνία μας έχει ως πρότυπο το παρελθόν ή προσβλέπει στο μέλλον. Μάλλον στέκεται καταμεσής, σε μια κατάσταση τραγικού διχασμού και σύγχυσης. Αν αποδεχθούμε την άποψη του Γάλλου εθνολόγου André Leroi-Gourhan πως «η κοινωνική πρόοδος εξαφανίζει τους πολιτισμούς και μάλιστα χωρίς να χύσει το αίμα των ανθρώπων», θα έλεγα πως είναι πιο αναγκαίο από ποτέ να μελετήσουμε και κυρίως να αφουγκραστούμε τον παραδοσιακό πολιτισμό μας. Γιατί αλλιώς θα νιώσουμε σαν το παιδί που θεωρούσε ότι είχε πάντα το χρόνο μπροστά του να πει στον πατέρα του «αφηγήσου, τι έζησες στη ζωή σου» μέχρι τη μέρα που θα είναι πολύ αργά.

Για τους παραπάνω λόγους, η λογοτεχνία μπορεί να παίξει κάποιο ρόλο στη διάσωση στοιχείων του παραδοσιακού πολιτισμού μας, όχι όμως ως αυτοσκοπό. Αυτό προσπάθησα στη νουβέλα μου «Στάκα καρδιά μου». Ωστόσο, βασικός στόχος της λογοτεχνίας δεν μπορεί να είναι αυτός. Υπάρχει το παρελθόν, υπάρχει το παρόν, υπάρχει το μέλλον, καθώς επίσης υπάρχει και η ενδοσκόπηση στον εσώτερο εαυτό μας. Και η λογοτεχνία πρέπει να στρέφεται προς όλες τις κατευθύνσεις. 

Θα μπορούσατε να μας πείτε λίγα λόγια για τον τρόπο που αποτυπώνετε τις σκέψεις σας στο χαρτί; Είναι μια διαδικασία που συμβαίνει προγραμματισμένα και μεθοδικά ή κάτι το αυθόρμητο; 

Γνωρίζω πως σε μαθήματα δημιουργικής γραφής, συνήθως οι διδάσκοντες ζητούν από τους μαθητές τους να εξοικειωθούν με πλάνα, τα οποία υποτίθεται πως θα πρέπει να αποτελούν την προεργασία ενός λογοτεχνικού έργου. Ο Σόμερσετ Μομ είχε γράψει πως γράφει μόνο όταν έχει έμπνευση και ευτυχώς η έμπνευση του έρχεται κάθε μέρα στις 9.00 το πρωί. Για μένα η συγγραφή δεν αποτελεί εργασία που πρέπει να διεκπεραιωθεί με επιμέλεια, αλλά διερεύνηση των εσωτερικών μου ανησυχιών. Προσπαθώ να ερμηνεύσω τις ανθρώπινες σχέσεις. Και η διαδικασία αυτή είναι μια διαδικασία ζωής. Σαν ένα ποτάμι που ρέει είναι οι αέναες σκέψεις μας και ο συγγραφέας σκύβει και με τις χούφτες του ξεκλέβει λίγες σταγόνες νερού. Αναρωτιέμαι πότε θα μπορέσει να γεμίσει το λαήνι του και να προσφέρει στον αναγνώστη γάργαρο νερό. Όσο δεν καθυστερεί κοιτάζοντας αυτάρεσκα τον εαυτό του στο νερό που κυλάει. Όταν σταμάτησα να σκύβω στο νερό και να κοιτάζω αυτάρεσκα τον εαυτό μου, την επαναστατημένη έφηβο, άρχισαν οι σταγόνες του νερού να γεμίζουν το λαήνι. Όμως το λαήνι ξεχείλισε όταν έφυγε από τη ζωή η μητέρα μου με έναν τραγικά μακρόσυρτο τρόπο.

Αρνούμαι λοιπόν να εργαστώ γραμμικά και οργανωμένα, γιατί θεωρώ πως αυτός ο τρόπος καταστρέφει ό,τι πηγαίο μπορεί να αναβλύσει από μια αφήγηση. Ενόσω γράφω, έχω την αυταπάτη πως χειραγωγώ τους ήρωές μου, όμως, δεν σας κρύβω πως συχνά αυτοί με χειραγωγούν. Με οδηγούν στα επόμενα βήματα. Σε κάθε πράξη υπάρχει δράση και αντίδραση. Εάν συνηθίζεις να προκαθορίζεις τη δράση, πώς γνωρίζεις ποια αντίδραση θα προκαλέσει αυτή στους ήρωές σου, η οποία θα τροφοδοτήσει ένα νέο κύκλο δράσης-αντίδρασης; Γιατί οι ήρωές σου, αν και τους θεωρείς υποχείριά σου, έχουν κι αυτοί ζωή.

Το μόνο «σχέδιό» μου είναι οι ασίγαστες σκέψεις μου. Αυτές καταγράφω. Και συχνά είναι χαοτικές. Και αυτό μου αρέσει. Γιατί το χάος είναι απύθμενο, από εκεί μπορείς να αντλήσεις ιδέες χωρίς όρια. Έτσι δεν γράφω το ένα βιβλίο μετά το άλλο. Στο μυαλό μου και στις σημειώσεις μου κυλούν παράλληλα βιβλία, διηγήματα, παραμύθια, μπλέκονται και ξαναχωρίζουν, το ένα τροφοδοτεί το άλλο, και μόνο κάποια στιγμή ένα απ’ όλα έρχεται στο προσκήνιο, γίνεται ο πρωταγωνιστής, ωριμάζει και ολοκληρώνεται. 

Υπήρχαν κάποιοι συγγραφείς που αποτέλεσαν πρότυπο για εσάς; Ξεχωρίζετε ως αγαπημένο κάποιο συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος; 

Κορυφαίος για μένα συγγραφέας είναι ο Μαρσέλ Προυστ στο έργο ζωής του «Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο». Και δεν θα μπορούσε να μην είναι, αφού κι αυτός, όπως κι εγώ, προσπαθεί να ξαναδιαβάσει το βιβλίο της ζωής του στην ωριμότητά του, τότε που όλα ανοίγονται σε πιο υποψιασμένες προσεγγίσεις.

Επιπλέον, έχω ιδιαίτερη προτίμηση στην αγγλοσαξονική λογοτεχνία με κοινωνικο-ψυχολογικό υπόβαθρο. Ενδεικτικά, έχω διαβάσει όλο τον Φιλίπ Ροθ και τον Ίαν ΜακΓιούαν, τον Τζόναθαν Κόου, τον Πωλ Όστερ, τον Τζούλιαν Μπαρνς, τον Λόρενς Ντάρρελ, αλλά και τον Τζον Φόουλς και τον Καζούο Ισιγκούρο, έτσι όπως κεντάει με κάθε λεπτομέρεια τα κείμενά του. Και ο Ναμπόκοφ αγαπημένος μου, και όχι μόνο για τη Λολίτα. Και η Άλι Σμιθ για το ιδιόμορφο γράψιμό της. 

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο δημιουργό που πασχίζει να πραγματοποιήσει τα πρώτα του βήματα  στο χώρο της λογοτεχνίας; 

Δεν πιστεύω σε συγκεκριμένες συνταγές επιτυχίας. Θα τον προέτρεπα ωστόσο να διαβάζει μέχρι τελικής πτώσης και μην σταματά να γράφει. Θα έρθει η ώρα που θα ξεδιαλέξει τις σκέψεις του και θα πει «αυτές είναι, ωρίμασαν». 

Τι να περιμένουμε από εσάς στο εγγύς μέλλον; Έχετε κάποια συγγραφικά σχέδια που μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας; 

Αυτή τη στιγμή εργάζομαι πάνω σε ένα νέο μυθιστόρημα με θέμα δύο οικονομικές κρίσεις (1929 και 1932) και τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και την επίδρασή τους στις σχέσεις των ανθρώπων. Το ότι βιώσαμε μια ακραία οικονομική κρίση, μας έκανε να κατανοήσουμε το πώς αυτή μπορεί να διαλύσει την κοινωνική συνοχή. Ο παππούς μου, με την οικονομική κρίση του ’29 έχασε έναν πύργο στη Γαλλία (Chateau des Coteaux- το αναφέρω στο μυθιστόρημά μου Amor fati) και το ’32 ένα Μέγαρο πενταόροφο Art Deco στη Μαυρομματαίων. Στον δε, πόλεμο, λίγα χρόνια μετά, ο πατέρας μου δεν βρήκε ούτε τον τάφο του όταν γύρισε από το αλβανικό μέτωπο. Βίωσα στα στερνά της ζωής του πατέρα μου τα σπαρακτικά κλάματά του για τον αγαπημένο του σκύλο, τον Άργο, που αναγκάστηκε να αφήσει πίσω του, μικρό παιδί, όταν εγκατέλειψαν τον πύργο και επέστρεψαν στην Ελλάδα, ενώ μέχρι τότε δεν μιλούσε ποτέ για τις απώλειες της ζωής του. Επρόκειτο για οικογενειακές αφηγήσεις βιωμάτων. Όμως, μια δεκαετία τώρα, μέσα στη κρίση, προσπάθησα να δω διαφορετικά τα συμβάντα της ζωής και τις επιπτώσεις τους. Αυτός είναι ο πυρήνας της αφήγησης. Αλλά ως παντογνώστης αφηγητής έχω το προνόμιο να χειραγωγώ τους ήρωές μου. Κι αυτό είναι το πιο προκλητικό κομμάτι στη λογοτεχνία. 

Σας ευχαριστούμε γι’ αυτή την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση. Ευχόμαστε αστείρευτη δημιουργικότητα και κάθε επιτυχία στο νέο σας βιβλίο!

Βιογραφικό: 

Η Νέλλη Σπαθάρη (Ελένη Σπαθάρη-Μπεγλίτη) γεννήθηκε στην Αθήνα το 1956. Είναι πτυχιούχος της Γαλλικής Φιλολογίας του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και της Ελληνικής Φιλολογίας, τμήματος ΜΝΕΣ του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, στον τομέα Λαογραφίας του οποίου εκπόνησε και τη διδακτορική της διατριβή («Οι αγγειοπλάστες της Σίφνου. Κοινωνική συγκρότηση, παραγωγή, μετακινήσεις», εκδ. Αρσενίδη, 1992). Συνέχισε μεταδιδακτορικές σπουδές στο Παρίσι, ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών, στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στους τομείς της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και της Κοινωνικής και Οικονομικής Ιστορίας. Η μελέτη της «Ιστορική και Κοινωνική Λαογραφία της Ανατολικής Θράκης» βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών το 1994 (εκδ. Α. Α. Λιβάνη, 1997). Διορίστηκε στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, δίδαξε στο Πειραματικό Γυμνάσιο και Λύκειο Αναβρύτων, διετέλεσε επί έντεκα έτη Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων. Δίδαξε στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο (ΕΑΠ) και συμμετείχε στην επιστημονική ομάδα συγγραφής του τρίτομου διδακτικού εγχειριδίου της Θεματικής Ενότητας «Ο Δημόσιος και ο Ιδιωτικός Βίος των Ελλήνων. Οι νεότεροι χρόνοι ΙΙ» (ΕΑΠ, 2002). Παράλληλα ανέλαβε να συντάξει για την ίδια Θεματική Ενότητα το «Ανθολόγιο Δοκιμίων για το Δημόσιο και Ιδιωτικό Βίο στην Ελλάδα (19ος-20ος αιώνας)» (ΕΑΠ, 2008). Συνέγραψε το εκπαιδευτικό εγχειρίδιο για τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας με θέμα «Αισθητική Εκπαίδευση και Αγωγή» (Ινστιτούτο Διαρκούς Εκπαίδευσης Ενηλίκων, 2000). Έχει δημοσιεύσει εκπαιδευτικά εγχειρίδια για τους μαθητές και τις μαθήτριες της Γ΄ Λυκείου («Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας Γ΄ Λυκείου. Επιλογή και ανάλυση ιστορικών πηγών», εκδ. Πατάκη, 2011 και «Θέματα Νεοελληνικής Ιστορίας Γ΄ Λυκείου. Διαγωνίσματα προσομοίωσης», εκδ. Πατάκη, 2017). Έχει πλήθος δημοσιευμένων εισηγήσεων σε ελληνικά και διεθνή συνέδρια, καθώς και άρθρων σε επιστημονικά περιοδικά. Έχει συμμετάσχει σε εκπαιδευτικά προγράμματα του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Μια νουβέλα της και δύο διηγήματά της έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς, μεταξύ των οποίων και στον 6ο και 7ο Διεθνή Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ομίλου UNESCO Τεχνών, Λόγου και Επιστημών («Μια καλοκαιρινή παρτίδα σκάκι κι άλλη μία», 2020, και «Στάκα καρδιά μου», 2020). Το 2021 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ελκυστής το μυθιστόρημα Amor fati. Έχει ασχοληθεί με τη μετάφραση από τη γαλλική γλώσσα κειμένων Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, καθώς και παιδικών βιβλίων.