Πλάσματα λατρείας - Ο παγκόσμιος κύκλος των ιερών ζώων | Ένα δοκίμιο του Χρήστου Ντικμπασάνη

 

   (Απόσπασμα από το ομότιτλο ανέκδοτο δοκίμιό του Χρήστου Ντικμπασάνη, ποιητή, συγγραφέα και μελετητή των θρησκειών, βασισμένο στη μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία του, η οποία έχει εκδοθεί ως βιβλίο με τον τίτλο ΖΩΑ ΘΕΟΙ, ΖΩΑ ΙΕΡΑ)                              

           Η πίστη στα ιερά ζώα είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Ιδίως, όμως, η Αίγυπτος και οι χώρες της Εγγύς Ανατολής, της Μεσοποταμίας και η Ινδία θεωρούνται ως λίκνα των ζωόμορφων θεών. Έλληνες και Ρωμαίοι στοχαστές, αλλά και πολλοί άλλοι επιστήμονες και θεωρητικοί μέχρι σήμερα, προσπάθησαν να εμβαθύνουν σε αυτήν τη λατρεία, να την κατανοήσουν και να την ερμηνεύσουν. Άλλοι από αυτούς τη θεώρησαν τελείως παράδοξη και άλλοι μπόρεσαν να την αντικρίσουν μόνο από την συμβολική της οπτική γωνία.

      Η αλήθεια είναι, ότι ένα από τα πιο αρχαία και μεγάλα ερωτήματα που αφορούν το Θεό, είναι αυτό που σχετίζεται με τη μορφή του. Η ποικιλία των απαντήσεων, η απόδοση δηλαδή κάποιας μορφής στη Δημιουργό Δύναμη είναι φαινόμενο διαχρονικό. Επιβεβαίωση των παραπάνω αποτελεί η τάση θεοποίησης των φυσικών φαινομένων και των έμβιων όντων, που έχουν παρατηρηθεί μέσα στο διάβα των αιώνων. Μάλιστα πολλοί λαοί ακόμη και σήμερα συνεχίζουν να δίνουν διάφορες μορφές ζώων στους θεούς τους. Ίσως προσπαθώντας να τους φέρουν πιο κοντά τους και να τους κάνουν πιο μεθεκτούς (κατανοητούς).

Στις διάφορες αρχαίες λατρείες συναντάται ως επικρατέστερη μορφή θεοποίησης αυτή του ζώου. Χαρίζουν δηλαδή τη μορφή του ζώου στους δημιουργούς του κόσμου και της ζωής. Η λατρεία των ζώων είναι μία από τις πιο πανάρχαιες λατρείες. Μια λατρεία που βέβαια επιβιώνει ακόμη και. σήμερα.

Μάλιστα, σύμφωνα με τις εξελικτικές θεωρίες λέει ο Walter Burkert1, η λατρεία των ζώων ως περισσότερο πρωτόγονη προηγήθηκε της πίστης σε ανθρωπόμορφους θεούς. Επομένως, υπήρχαν ζώα που λατρεύονταν ως θεοί, ζώα-θεοί και ζώα-τοτέμ. Όταν, λοιπόν, ένας θεός ταυτίζεται με το προς τιμή του θυσιαζόμενο ζώο, τότε θυσιάζεται και τρώγεται ο ίδιος ο θεός.

Ο ίδιος ερευνητής αναφέρει2 επίσης ότι, θα έπρεπε βεβαίως να γίνει διάκριση – η οποία εύκολα παύει να υπάρχει στην έννοια του «ζωόμορφου θεού», ιδίως του θεού-ταύρου – μεταξύ ενός θεού που ονομάζεται, περιγράφεται, εικονίζεται και τιμάται ως ζώο, ενός πραγματικού ζώου που λατρεύεται ως θεός, ζωικών συμβόλων και ζωικών προσωπείων στην λατρεία, και τέλος των ζώων που είναι αφιερωμένα και προορισμένα για θυσία. Λατρεία ζώων, όπως η αιγυπτιακή λατρεία του Άπι, δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Η μυθολογία, φυσικά, βρίσκεται σ’ένα συνεχές παιχνίδι με τις ζωικές μεταμορφώσεις. ΄Ένα παράδειγμα, το οποίο αφορά την Ελλάδα και την Αίγυπτο είναι, ότι η Ιώ, η ιέρεια της Ήρας στο Άργος, με μορφή αγελάδας φυλάσσεται από ένα φρουρό ντυμένο με δέρμα ταύρου, τον Άργο, μένει έγκυος από τον Δία και καταδιώκεται από την Ήρα σε όλη τη γη. Εδώ είναι φανερές οι σχέσεις μεταξύ ελληνικών και αιγυπτιακών λατρειών. Η Ίσιδα της Αιγύπτου είναι η ελληνική Ιώ3, αλλά και η Περσεφόνη4. Εντούτοις, οι Έλληνες αποφεύγουν να ονομάζουν τον Δία και την Ήρα «ταύρο» ή «αγελάδα» ακόμη και μεταφορικά, ενώ αντιθέτως στην Αίγυπτο αποκαλούσαν τους θεούς τους έτσι ακριβώς. Για παράδειγμα, η Ίσιδα στην  Αίγυπτο αποκαλούταν «πρώτη από τις αγελάδες»5. 

Εξαίρεση αποτελεί ο Διόνυσος, τονίζει ο W. Burkert6. Σε ένα λατρευτικό ύμνο από την Ηλεία γίνεται επίκληση να έλθει ως ταύρος, τω βοέω ποδί δύων7. Πολύ συχνά εικονίζεται με κέρατα ταύρου και στην Κύζικο υπάρχει ταυρόμορφο λατρευτικό άγαλμά του.

Στην εικονογραφία, επισημαίνει ο W. Burkert8, θεός και ζώο εμφανίζονται να έχουν στενή συνάφεια μεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει, όμως, και στην Αίγυπτο. Έτσι, στην Ελλάδα με τον Δία εμφανίζεται ο ταύρος, στην Αίγυπτο ο Όσιρις, στην Ελλάδα με τον Ποσειδώνα ο ταύρος ή το άλογο, στην Αίγυπτο με τη μορφή της αγελάδας εμφανίζεται η Ίσιδα και η Άθωρ, στην Ελλάδα με τον Ερμή ο κριός ή ο τράγος, στην Αίγυπτο με τις μορφές αυτών των ζώων ο Χνουμ9. Η εικονογραφική παράδοση όμως έχει την δική της ξεχωριστή ζωή, ιδίως επειδή πρέπει να διαφοροποιήσει τους θεούς μέσω των ιδιοτήτων τους.

Η θυσία ζώων, επίσης, είναι ένα βασικό γεγονός, υποστηρίζει ο W. Burkert10. Κατά τη θυσία δοκιμάζονται η δύναμη και η παρουσία του πανίσχυρου, του θεού. Επίσης, οι ιερείς φορούσαν μάσκες ζώων κατά τη θυσία. Δεν εικονίζεται απ’ευθείας ένας θεός-ζώο, αλλά ιερείς. Ο θύτης κρύβεται εξομοιούμενος με το θύμα, ενώ συγχρόνως φαίνεται να φέρνει πίσω στην ζωή το πλάσμα που νωρίτερα σκότωσε. Μπορεί κανείς να εικάσει ότι στη θυσία τράγου, ο τράγος ο οποίος θρηνείται από τους «τραγωδούς»  

«ανασταίνεται» στο πρόσωπο κάποιου ανθρώπου μεταμφιεσμένου με το δέρμα του11. Με τον ίδιο τρόπο η ένδυση με δέρμα κριού με σκοπό τον εξαγνισμό ήταν συνδεδεμένη με την θυσία κριού. Δεν υπάρχει όμως άμεση μαρτυρία. Στην Αίγυπτο, ένα κείμενο του Ηρόδοτου αναφέρεται στο ζευγάρωμα μεταξύ ενός τράγου και μιας γυναίκας στη Μένδη και της σεξουαλικής επαφής μιας γυναίκας με τον Θηβαϊκό Δία στις Θήβες12, όπου το ζώο βέβαια δεν σφαγιάζεται, αλλά πρωταγωνιστεί στην ιεροτελεστία.

Έτσι, τα ζώα υπέστησαν σε όλες τις εποχές αμέτρητες παραλλαγές και μεταμορφώσεις, περιπέτειες και βάσανα από τους θεούς, όταν τα ίδια δεν θεωρήθηκαν θεοί. Άλλοτε προξενώντας το φόβο και άλλοτε την τρυφερότητα και την συμπάθεια, όλα τα ζώα ακόμη και τα κατοικίδια ιεροποιήθηκαν κάτω από διάφορες συνθήκες13.

Γι’αυτό το λόγο, ο άνθρωπος έκανε ανέκαθεν επίκληση στα ζώα μέσω της εικόνας, της μάσκας, των διατροφικών ταμπού, του τοτέμ14 ή των μυθικών μεταμορφώσεων, τόσο για να εκφραστεί όσο και για να επικοινωνήσει με τους άλλους, αλλά και με τον εσώτερο εαυτό του. Το φαινόμενο αυτό από την αρχαιότητα πέρασε και διασώθηκε και στην ελληνιστική και την ελληνορωμαϊκή περίοδο και σε αυτό το σημαντικότερο ρόλο έπαιξε η αιγυπτιακή ζωολατρία. Το ίδιο το μονοπάτι της αιγυπτιακής, όπως και της ελληνικής και της ρωμαϊκής, μυθολογίας είναι γεμάτο μεταμορφώσεις, σχέσεις παρά φύσιν, αλλά συγχρόνως και εκθαμβωτικές εικόνες του ζωικού βασιλείου.

Η πίστη στα ιερά ζώα είναι παγκόσμιο φαινόμενο. Ιδίως, όμως, η Αίγυπτος και οι χώρες της Εγγύς Ανατολής, της Μεσοποταμίας και η Ινδία θεωρούνται ως λίκνα των ζωόμορφων θεών. Έλληνες και Ρωμαίοι στοχαστές, αλλά και πολλοί σύγχρονοι, προσπάθησαν να εμβαθύνουν σε αυτήν τη λατρεία, να την κατανοήσουν και να την ερμηνεύσουν. Άλλοι από αυτούς τη θεώρησαν τελείως παράδοξη και άλλοι μπόρεσαν να την αντικρίσουν μόνο από την συμβολική της οπτική γωνία. Πάντως εκείνο που μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι, ότι δεν λατρεύεται το ίδιο το πλάσμα, αλλά η θεία δύναμη που αποκαλύπτεται μέσα από αυτό ή συμβολίζεται από αυτό και η οποία μπορεί να πάρει ποικίλες χροιές γινόμενη από ευεργετική έως επικίνδυνη. Έτσι τα πλάσματα αυτά μπορούν να χρησιμοποιηθούν στην ιατρική, τη μαγεία κ.λ.π., ή να υπάρχουν ταμπού15 σχετικά με τη χρήση τους ή την θανάτωσή τους. Πίσω από τις αναστολές αυτές, αν ανατρέξουμε στην καταγωγή τους, υπάρχει η πίστη πως τα ζώα ανήκουν σε μία εντελώς διαφορετική σφαίρα από την ανθρώπινη και πως εκείνος που θα τα αγγίξει, και με τον τρόπο αυτόν θα έρθει σε επαφή με τη σφαίρα αυτή, θα το κάνει θέτοντας τον εαυτό του σε μεγάλο κίνδυνο.

Οι παλιές λατρείες των ζώων διατήρησαν τη σημασία τους, κατόρθωσαν μάλιστα μερικές φορές και να την επεκτείνουν. Παρ’όλα αυτά υπήρχαν και νέα στοιχεία, ή μάλλον διεύρυνση και συμπλήρωση των παλιών παρά αναμόρφωση και μεταβολή τους16.


1Walter, Burkert, Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, (μετφρ.: Νικ. Π. Μπεζαντάκος-Αφροδίτη Αβαγιανού), Αθήνα: «Καρδαμίτσα», 1993, σελ. 151.

2 Walter, Burkert, Αρχαία Ελληνική Θρησκεία, ό.π., σελ. 152.

3 Λουκιανός, Θεών Διάλογοι 7(3).

4 Πλούταρχος, Περί Ίσιδος και Οσίριδος, κεφ. 14.

5 Νόιμαν, Έρικ, Καταγωγή και Ιστορία του Ανθρώπινου Συνειδητού, Θεσσαλονίκη: «Σπαγειρία», 1997, σελ. 110. Βλ., επίσης, KrappeAlexΠαγκόσμιος Μυθολογία, (μετφρ.: Ν. Βώκου, επιμ.: Δ. Τσουράκη και ομάδας ειδικών), Αθήνα: εκδ. «Αφοι Συρόπουλοι & Κ. Κουμουνδουρέας Ο.Ε.», 1957, σελ. 392.  

6 Walter, Burkert, ό.π.

7 Ευριπίδης, Βάκχες στ. 1017.

8  Walter, Burkert, ό.π., σελ. 153.
9 Foot Moore, George, History of Religionsτομ. 1, 3η έκδοση, Edinburgh: “T. & T. Clark”,  1950, σελ. 147.
10 Walter, Burkert, ό.π.

11 Εντούτοις η σχέση της Τραγωδίας με το Σατυρικό Δράμα και ο συσχετισμός των σατύρων προς τον τράγο έχει προ πολλού αμφισβητηθεί έντονα. Εδώ είναι αρκετό να αναφερθούμε στον A. Lesky, «Η Τραγική Ποίηση των Αρχαίων Ελλήνων», (μετάφρ. Νικ. Χ. Χουρμουζιάδης), τομ. Α΄, Αθήνα: 1987, σελ. 37-85.

12 Ηρόδοτος, Ιστορίες, ΙΙ.46: Μένδη, Ι.182:Θήβες, βλ. επίσης ΙΙ.64, σχετικά με την επαφή ενός τράγου με μια γυναίκα στη Μένδη, βλ. επίσης Στράβων XVII.  1.19. Πρβλ. Lloyd, Alan B., Herodotus, Leiden: “E. J. Brill”, Book II,  1976, σελ. 216.

13 ΗρόδοτοςΙστορίες ΙΙ. 65Πρβλ. Lloyd, Alan B., Herodotus, Leiden: “E. J. Brill”, Book II, 1976, σελ. 296-298.

14 Παραδέλλης, Θ., λήμα «τοτέμ-τοτεμισμός», Θρησκειολογικό Λεξικό, Αθήνα: «Ελληνικά Γράμματα», 2000, σελ. 533.

15 Παραδέλλης, Θ., ό.π., «ταμπού», σελ. 515-516. 

16 Gehrke, Hans-Joachim, Ιστορία του Ελληνιστικού Κόσμου, (μετφρ. Άγγελος Χανιώτης), Αθήνα: «ΜΙΕΤ», 2000, σελ. 116-117.

 

Φωτογραφία: Marly Mele