Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Το κισσόσπιτο" του Γιώργη Ξηρογιάννη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Συγγραφέας: Γιώργης Ξηρογιάννης
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 214
Εκδόσεις: Βακχικόν


Η αξία των ιστορικών μυθιστορημάτων είναι πολύ σημαντική, καθώς δίνει μια νέα ώθηση στον αναγνώστη να ξαναθυμηθεί την ιστορία του ή και να τη γνωρίσει καλύτερα προσεγγίζοντάς την από μια νέα σκοπιά, περισσότερο ελκυστική και ενδιαφέρουσα, αυτή της μυθοπλασίας.

Στο τελευταίο βιβλίο του Γιώργη Ξηρογιάννη με τίτλο «Το Κισσόσπιτο», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν», είναι εμφανής η πρόθεση του συγγραφέα να καταπιαστεί με το συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Ωστόσο, η πρόθεσή του αυτή δεν του απαγορεύει να προχωρήσει τη σκέψη του ένα βήμα παρακάτω. Ιστορία και μυθοπλασία ανακατεύονται τόσο πολύ μεταξύ τους, που προκαλούν σύγχυση των ορίων της αλήθειας με το ψέμα. Τη σύγχυσή του έρχονται να αποδιώξουν η φιλοσοφία, η ποίηση και η μουσική.

Τελικά, θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης, πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα, για ερωτικό ή για κάποιο άλλο είδος; Το αινιγματικό ύφος που κυριαρχεί στο έργο του συγγραφέα, το ιδιαίτερο και αρκετά συμβολικό, το ρομαντικό, αλλά ταυτόχρονα και υπερβολικά θρασύ και εκδηλωτικό, το ποιητικό και βαθιά μελαγχολικό και στοχαστικό, σε ένα συμπέρασμα μονάχα καταλήγει, πως το μυθιστόρημα αυτό, πέρα από την ιστορία και τη μυθοπλασία, καταπιάνεται επίσης και με τη φιλοσοφία.

Αρχική επιδίωξη του συγγραφέα φαίνεται πως είναι να φέρει ξανά στο προσκήνιο τη φιγούρα ενός ηγετικού στελέχους του ΚΚΕ του προηγούμενου αιώνα και μιας από τις τραγικότερες μορφές αυτού, του Νίκου Πλουμπίδη. Φυσικά, ο αναγνώστης δεν πρόκειται να μάθει πολλά πράγματα για τη ζωή και τη δράση του μέσα από αυτό το βιβλίο, καθώς τα ιστορικά στοιχεία είναι δεδομένο για τον συγγραφέα πως οφείλει να τα γνωρίζει ήδη. Άλλωστε, εδώ η ιστορία εμπλέκεται, όπως ήταν αναμενόμενο, με τη μυθοπλασία. Για το λόγο αυτό και ο συγγραφέας τολμά να διαφοροποιήσει τις τελευταίες στιγμές του μεγάλου επαναστάτη δίνοντας μια νέα όψη στην εικόνα της εκτέλεσής του και μια συνέχεια αυτής αρκετά σκοτεινής, αινιγματικής και μυστηριακής, που εμπλουτίζεται εμφανώς από φιλοσοφικά και ποιητικά στοιχεία, ενώ μεταφέρει τελετουργικά τη συνέχεια της ιστορίας στη σφαίρα του φανταστικού.

Ο Π.Ν. προς έκπληξη του αναγνώστη, αλλά και του δεσμώτη του, θα αφήσει στην άκρη τις ιδέες του περί τυφλής αφοσίωσης στο κόμμα και θα καταπιαστεί πλέον με νέες ιδέες, περισσότερο ουτοπικές, περί του πραγματικού νοήματος της έννοιας της ελευθερίας. Ο βαθύς στοχασμός του και η διαρκής εσωτερική του αναζήτηση θα καθορίσουν εν τέλει και τον τρόπο που ο Π.Ν. θα θελήσει να τερματίσει τη ζωή του.

Ο Ζουμπουλάκος, που πρωταγωνίστησε στη σύλληψη του Π.Ν., καλείται να σκιαγραφήσει, από συναισθηματική ανάγκη αρχικά και έπειτα από προτροπή του ίδιου, τη μορφή αυτού του αινιγματικού σαφέστατα άνδρα, που αν και φυλακισμένος ένιωθε, παρόλ’ αυτά, απόλυτα ελεύθερος. Ένα δικό του ταξίδι εσωτερικής αναζήτησης ξεκινά, το οποίο τον οδηγεί στο Κισσόσπιτο, σε έναν ακατοίκητο πύργο στην ακριτική Μάνη, τον οποίο σφιχταγκαλιάζουν, ανεξήγητα ως φαίνεται αρχικά, δικαιολογημένα όπως θα φανεί στην πορεία, αμέτρητοι κισσοί.

Ο πύργος αυτός αρκετά χρόνια αργότερα αγοράζεται από ένα αλλόκοτο ζευγάρι, προκειμένου να στεγάσει τον παράξενο έρωτά του, παραβλέποντας τις προειδοποιητικές ενστάσεις του μεσίτη του, ότι δηλαδή ο πύργος αυτός είναι στοιχειωμένος. Θα μεσολαβήσουν αναχρονιστικά σκηνές πάθους, διαλείμματα ποίησης, στοχασμού και εσωτερικής αναζήτησης, γράμματα, επαναστατικές ιδέες, φανταστικές εικόνες και ερμηνείες του ανεξήγητου, αλλά και μουσική, που ενώ φαινομενικά αποπροσανατολίζουν τον αναγνώστη από τη ροή των γεγονότων που πρωταγωνιστούν στην ιστορία, ωστόσο συμπληρώνουν απόλυτα το ιδεολογικό υπόβαθρό της, κορυφώνουν την αγωνία του στα ύψη και οξύνουν το ενδιαφέρον του για την εξέλιξή της.

Η απολογία του Π.Ν. που ακολουθεί συγκλονίζει με την απολυτότητα της σκέψης του πρωταγωνιστή της, με την βαθιά φιλοσοφική του ματιά και την επαναστατική του αντίληψη περί ελευθερίας. Είναι αυτή που στην ουσία περικλείει όλο το νόημα του βιβλίου.

Απομένουν η μοίρα του πύργου και η μοίρα του ζευγαριού να χαρίσουν τις δικές τους συγκλονιστικές σκηνές δράσης στον αναγνώστη, ο οποίος καλείται με τη σειρά του να δώσει τη δική του ερμηνεία σ’ αυτές και να εμβαθύνει τη σκέψη του σε εμφανή υπαρξιακά ζητήματα.

Αναμφισβήτητα, πρόκειται για ένα μυθιστόρημα για απαιτητικούς αναγνώστες, που οδηγεί σε βαθύ προβληματισμό και γεννά πολλά νοήματα.


Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου:

Ένα παράδοξα ερωτευμένο ζευγάρι, στον παρόντα χρόνο, αγοράζει έναν ακατοίκητο πύργο στη Μάνη. Στην πρώτη τους επίσκεψη όμως στον πύργο αντιλαμβάνονται ότι δεν είναι και τόσο ακατοίκητος. Φάντασμα ή υπαρκτό πρόσωπο η βιβλική μορφή που τους υποδέχεται στην αυλή του πύργου; Η εμβληματική μορφή είναι ο πρώην ιδιοκτήτης του πύργου αλλά φέρει και ένα ιδιαίτερο ιστορικό βάρος στους ώμους του. Είναι ο χωροφύλακας στον οποίο παραδόθηκε, με δραματικό τρόπο, ο Π.Ν.. Είναι ο μετέπειτα δεσμοφύλακάς του και εν τέλει ο θεματοφύλακας των τελευταίων υπαρξιακών ιδεών του μεγάλου επαναστάτη. Ο τελευταίος φίλος του. Η δίκη του Π.Ν., η ανατρεπτική του απολογία και η Ιστορία, η οποία αναμετράται με τις σκοτεινές της δυνατότητες. Ο έρωτας και η επανάσταση αντιμάχονται, ταυτίζονται, αλληλοσπαράσσονται. Συναντιούνται. Και στο τέλος, όλα καταστρέφονται δημιουργώντας συντρίμμια ή όλα καταρρέουν και αναδημιουργούνται.

Λίγα λόγια για τον συγγραφέα, Γιώργη Ξηρογιάννη:

O Γιώργης Ξηρογιάννης γεννήθηκε το 1961 στην Καλαμάτα και ζει στην Αθήνα. Σπούδασε εμποροπλοίαρχος, μπάρκαρε για έξι μήνες, αλλά παρέμεινε στεριανός. Θεραπεύει, πλέον, τη λογοτεχνία ασκώντας το «επάγγελμα» του βιβλιοπώλη και καβγαδίζοντας διαρκώς με τις λέξεις. Έχουν εκδοθεί πέντε ποιητικές συλλογές του και τρία μυθιστορήματα. Το κισσόσπιτο είναι το όγδοο βιβλίο του.