Κάλλια Παπαθεοδώρου: “Ο καλλιτέχνης δημιουργεί ένα έργο και προσπαθεί να γρατσουνίσει τις αισθήσεις των θεατών, ώστε να ανακαλύψουν το δικό τους κόσμο και όχι τον δικό του”

 


Η Κάλλια Παπαθεοδώρου έχει να μας παρουσιάσει ένα πλούσιο βιογραφικό, πληθώρα έργων και πάμπολλες συμμετοχές σε ομαδικές και ατομικές εκθέσεις γλυπτικής, ζωγραφικής και ψηφιδωτού στην Ελλάδα και το εξωτερικό.

Σπούδασε στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών και μαθήτευσε πλάι σε μεγάλους δασκάλους (όπως ο Δ. Καλαμάρας, Δ. Μυταράς, Π. Τέτσης, Γ. Μόραλης και Γ. Τσαρούχης), μα παράλληλα υπήρξε και αφοσιωμένη εκπαιδευτικός για περισσότερα από τριάντα χρόνια.

Τρέφει ιδιαίτερη συμπάθεια για το νησί της Αίγινας, το οποίο θεωρεί πως έχει το λαμπρότερο φως σ’ όλη την Ελλάδα.

Έχοντας δημιουργήσει την δική της, ξεχωριστή, εικαστική ταυτότητα, διακρίνεται για την ποιότητα του έργου της και την αφοσίωσή της στην ιδιαίτερη τεχνοτροπία της Εγκαυστικής.

Ας δούμε, όμως, τι έχει να μας πει η ίδια και τι μοιράστηκε μαζί μας.

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Λίχνο


Ο ζωγράφος Α.Κ. Αριδάς, αναφέρει για την Κ.Π. :
«Η απλότητα χαρακτηρίζει το έργο της, καθώς κατορθώνει να αφαιρεί ό,τι ως πλεονασμός και φλυαρία θα είναι αχρείαστο και συγκρατεί αυτό που είναι αναγκαίο για να ψηλαφηθεί το ουσιώδες».

 


Ξεκινώντας θα ήθελα να σας ρωτήσω, πώς ξεκινήσατε την περιήγησή σας στον κόσμο της ζωγραφικής. 

Από πάρα πολύ μικρή ηλικία, περίπου τεσσάρων χρονών, είχα ανακαλύψει στο οικογενειακό μας κτήμα, ένα σημείο που όταν στέγνωναν τα νερά γινόταν λάσπη και μπορούσα να την πλάθω με τα χέρια μου κατασκευάζοντας διάφορα παιχνίδια.

Την εποχή εκείνη, άλλωστε, δεν δινόντουσαν στα παιδιά χαρτιά και μολύβια για να παίζουμε και τα σπίτια δεν είχαν συνήθως υλικά για να ζωγραφίσουμε, οπότε έπρεπε να αυτοσχεδιάζουμε. Εγώ έπαιρνα τα κουτάκι από τα τσιγάρα του πατέρα μου και ζωγράφιζα πραγματάκια πάνω σ’ αυτά.

Η πρώτη μου επαφή με την δημιουργία, λοιπόν, έγινε πριν πάω σχολείο. Ο πατέρας μου, ήταν ένας πάρα πολύ ωραίος, λαϊκός  ζωγράφος και συνεπώς είχα κάποια καλλιτεχνικά ερεθίσματα μέσα στο σπίτι μου. Στο λύκειο, όμως, ήταν που άρχισε να γεννιέται μέσα μου η επιθυμία να σπουδάσω τέχνη. Πήγα, λοιπόν, σε μια σχολή μαρμαρογλυπτικής, πήγα με υποτροφία στην Σουηδία και πέρασα τελικά στη Σχολή Καλών Τεχνών.

Τελειώνοντας, διορίστηκα στο δημόσιο ως εκπαιδευτικός στην Αίγινα. Έτσι ερωτεύτηκα την Αίγινα και έγινε η πατρίδα της επιλογής μου, παρόλο που η καταγωγή μου είναι απ’ τη Μάνη και την Καλαμάτα.

Η Εγκαυστική είναι μια τεχνική αρχαιότατη που χρησιμοποιείται όμως από ελάχιστους. Γιατί την επιλέξατε και τι σημαίνει για εσάς; 

Την εγκαυστική την έμαθα πριν 18 χρόνια από την Ευφροσύνη Δοξιάδη, που είχε δουλέψει στην πόλη Φαγιούμ της Αιγύπτου για 20 χρόνια. Εκεί βρήκε τους τρόπους που δουλεύονταν αυτή η τεχνική, μαζί με τον Τσαρούχη φυσικά, και κάποια στιγμή μας την παρουσίασε σε κάποιο σεμινάριο.

Μαγεύτηκα απευθείας από την τεχνική της εγκαυστικής, γιατί μου δίνει τη δυνατότητα να έχω τον όγκο της γλυπτικής πάνω στη ζωγραφική επιφάνεια. Αυτό ταιριάζει πολύ στη δουλεία και τον χαρακτήρα μου κι έτσι, τα τελευταία 17 χρόνια, δουλεύω μονάχα εγκαυστική. 

Το να επιτύχεις αίσθημα πολυχρωμίας, περιορίζοντας οικειοθελώς τη χρωματική σου παλέτα στα 4 χρώματα που χρησιμοποιούσαν οι αρχαίοι στην τεχνική της εγκαυστικής, ακούγεται εγχείρημα δύσκολο. Είναι πράγματι έτσι; Τι δυνατότητες υπάρχουν να δημιουργήσετε άλλες αποχρώσεις και ποιο είναι το εικαστικό αποτέλεσμα; 

Στην αρχαιότητα θεωρούσαν, πως όσο πιο λίγα χρώματα χρησιμοποιεί ο ζωγράφος τόσο πιο σπουδαίος ήτανε. Αυτό εμένα με εξιτάρει!

Στην ουσία, τα χρώματα που χρησιμοποιούμε δεν είναι 4 όπως ανέφερες, αλλά δύο. Η ώχρα και το χοντροκόκκινο. Το μαύρο και το άσπρο παίζουν το ρόλο της σκιάς και του φωτός. Αναμιγνύοντας αυτά τα δύο χρώματα με το φως και τη σκιά, μπορείς να δημιουργήσεις άπειρες αποχρώσεις. Βάζοντας δε, τα ψυχρά δίπλα στα θερμά μπορείς να δημιουργήσεις και διαφορετική αίσθηση.

Το κερί, μάλιστα, έχει τη δυνατότητα – γιατί η εγκαυστική γίνεται με εξαγνισμένο κερί, μαστίχα Χίου και σκόνη χρώματος – να βαθαίνει το χρώμα και να το ενδυναμώνει. Όσο περνά ο καιρός, λοιπόν, τα έργα που δημιουργήθηκαν με εγκαυστική, γίνονται ολοένα και καλύτερα. Τουλάχιστον, αυτό έχω διαπιστώσει εγώ.

Αυτή τη στιγμή, δεν μπορώ να σου πω πόσες αποχρώσεις χρησιμοποιώ, γιατί μπορεί η κάθε πινελιά μου να είναι πλέον και μια διαφορετική απόχρωση. Ακόμη και η θάλασσα γίνεται με γκρίζο, δεν βάζεις μπλε. Δίπλα στα κόκκινα και την ώχρα, όμως, μοιάζει με μπλε. 


«Το υποδηλούμενο φως, στα έργα της Κάλλιας Παπαθεοδώρου, είναι πάντα το τελευταίο της ημέρας, σπανίως δε και του συννεφιασμένου απογεύματος. Στα τοπία της η ανθρώπινη φιγούρα απουσιάζει, και όταν υπάρχει εκφράζεται σαν όρθια σκιά, που την μοναξιά της εντείνει το λυκόφως ή ένα πυρακτωμένο ηλιοβασίλεμα. Οι σκιές αυτές ζουν υπο ιδιωτείαν, που την επιτείνουν έως ζόφου, ο γκρίζος ουρανός και οι απρόσωπες προσόψεις των πολυκατοικιών, χωρίς ένα μπαλκόνι, έναν εξώστη ή έστω μιαν επιγραφή» (Α.Κ. Αριδάς)

 

Η ενασχόληση με τις τέχνες, αποτελεί για εσάς έναν τρόπο έκφρασης, μια αποτύπωση του εσωτερικού σας κόσμο ή κάτι περισσότερο; 

Σίγουρα κάτι περισσότερο. Δεν μπορείς να κάνεις τέχνη μόνο για να εκφραστείς. Είναι κάτι πιο βαθύ. Άλλωστε, τέχνη δεν κάνεις όταν είσαι χαρούμενος, κάνεις όταν τα προβλήματα σ’ έχουν κυριεύσει και πρέπει να βγάλεις κάπου την πίεση για να ξαλαφρώσει η ψυχή σου. Η καταγραφή της ψυχής, βέβαια, δεν βγαίνει συνειδητά επάνω στα έργα μας, γιατί απλούστατα δεν γνωρίζουμε σε πληρότητα τον εαυτό μας και όσα εργάζονται μέσα του. 

Σπουδάσατε γλυπτική και ζωγραφική, έχοντας μαθητεύσει δίπλα σε μεγάλους δασκάλους. Θεωρείτε πως κάποιος εξελίσσεται σε σπουδαίο ζωγράφο μέσω των σπουδών και της εξάσκησης ή πως υπάρχουν έμφυτα ταλέντα; 

Σίγουρα υπάρχουν έμφυτα ταλέντα! Αν δεν καλλιεργηθούν, όμως, είναι σαν λουλούδια που αφήνονται απότιστα· μαραίνονται και χάνονται. Παρ’ όλ’ αυτά, όλοι μπορούν να ζωγραφίσουν! Η ζωγραφική είναι κάτι, που τα παιδιά το μαθαίνουν πριν μάθουν να γράφουν. Πρώτα ζωγραφίζουν αυθόρμητα τον κόσμο που βλέπουν ή τον κόσμο που έχουν στο μυαλό τους και μετά γράφουν.

Ο άνθρωπος που έχει έμφυτο ταλέντο δεν θα φτάσει πουθενά αν δεν κοπιάσει. Κάποιος με έρωτα για την τέχνη – που είναι κάτι εντελώς απαραίτητο για να γίνεις καλλιτέχνης – μπορεί να φτάσει, ακόμη κι αν δεν είχε έμφυτο ταλέντο.

Η τέχνη, άλλωστε, δεν σου αποκαλύπτεται εύκολα. Πρέπει να της αφιερωθείς και να θυσιάσεις πράγματα για να σου αποκαλυφθεί και οι σπουδές είναι πολύ σημαντικός τρόπος για να δεις ευκολότερα την αποκάλυψή της.


«Η Κάλλια Παπαθεοδώρου, καταγγέλλει με τα έργα της ό,τι ξεχάστηκε και εγείρει ένα μεγάλο Γιατί. Γιατί κάναμε έτσι τη μία και μοναδική ζωή μας;... Έρημε, σχεδόν παρατημένες στη στεριά, οι βάρκες στα έργα της. Πνιγμένες στα ψηλάγκαθα, τα αγριοβλάσταρα που τις έχουν ξεπεράσει σε μπόι. Μια ¨ανάσα¨ από τη ζωογόνα θάλασσα, μα της έχουν γυρίσει την πλάτη». (Α.Κ. Αριδάς)
 

Υπήρξαν εικαστικά κινήματα που επηρέασαν το ύφος του έργου σας; 

Όλα επηρεάζουν το ύφος του έργου σου, αλλά τελικά τα φιλτράρεις και βρίσκει το ύφος που σου ταιριάζει. Ο Ιμπρεσιονισμός είναι πολύ σημαντικός για μένα, όπως και ο Εξπρεσιονισμός, αλλά δεν μπορείς να ακολουθήσεις αποκλειστικά ένα ρεύμα αν δεν είναι δικό σου δημιούργημα. Θα πάρεις στοιχεία μεν, αλλά δε θα μείνεις εκεί. 




Έχετε αγαπημένους ζωγράφους, από τους οποίους και επηρεαστήκατε; 

Πολλούς! Από Έλληνες, αγαπώ πολύ τον Τσαρούχη, τον Μόραλη, τον Χατζηκυριάκο Γκίκα, τον Παρθένη και άλλους. Από τους ξένους, αυτός που θαυμάζω ιδιαίτερα είναι ο Βάν Γκόγκ. Πολλές φορές, στοιχεία της δουλείας μου – χωρίς να το κάνω συνειδητά – είναι παρμένα από αυτόν. Ο Βαν Γκόγκ ακουμπάει περισσότερο πάνω μου και με συγκλονίζει ο τρόπος του, η πινελιά του, ακόμη και τα χρώματά του. 

Ποια είναι τα θέματα που κυρίως προτιμάτε να απεικονίζεται στα έργα σας;

Δεν περιορίζομαι σε τίποτα! Μ’ αρέσει πάρα πολύ και η φύση, την οποία όμως δεν αντιγράφω. Ανακαλύπτω πράγματα σ’ αυτήν κα την επανασυνθέτω. Παίρνω στοιχεία από το περιβάλλον, τα οποία τα μετατρέπω για να δημιουργήσω τις δικές μου εικόνες, κι αυτό αυτομάτως σε απομακρύνει από την πιστή αναπαράσταση της πραγματικότητας.

Δεν θα αντιγράψω κάτι, έτσι ακριβώς όπως είναι. Άλλωστε, όλα τα έργα έχουν απο μέσα τους μια δομή που βασίζεται σε γεωμετρικές αρχές, αρμονικές χαράξεις κλπ. Δεν είναι τοποθετημένα τυχαία τα πράγματα σ’ ένα έργο. Θέλω να τοποθετηθούν εκεί, που εγώ θεωρώ ότι πρέπει να μπουν για να έχουν μια δυναμική.

Υπάρχει στα έργα σας προσωπικό στίγμα, ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό που προδίδει την ταυτότητά σας ως δημιουργό τους; 

Δεν μπορώ να το πω αυτό. Υπάρχουν άνθρωποι που αναγνωρίζουν τους τρόπους της γραφής μου, το υλικό που χρησιμοποιώ, την παλέτα μου, αλλά δεν νομίζω ότι έχω κάποιο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό. Τουλάχιστον, δεν μπορώ να το διακρίνω εγώ. Ίσως κάποιος άλλος να μπορούσε. 


Ένα σχόλιο για την αξία του μαθήματος των εικαστικών στην εκπαίδευση;

Τα παιδιά δεν καταλαβαίνουν από μόνα τους, πόσο σημαντικό είναι να βγάζουν την ψυχή τους σ’ ένα χαρτί. Νομίζουν πως τα εικαστικά είναι παιχνίδι, μια ώρα διαλείμματος. Κι όμως, η ώρα αυτή είναι καταλυτική για τη ψυχή τους.

Η τέχνη είναι το πιο σημαντικό κομμάτι στην εκπαίδευση. Είναι εντελώς απαραίτητη για το σχολείο.  Είναι ο μόνος τρόπος τα παιδιά να απελευθερώνονται, να μην καταπιέζονται, να χτίζουν την αυτοπεποίθηση και να διεγείρουν την φαντασία τους. Να μαθαίνουν να παρατηρούν τον κόσμο, να τον κρίνουν και να τον συγκρίνουν.

Μην ξεχνάμε πως, πριν λίγες ημέρες που έγινε η εκδήλωση για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση πραγματοποιήθηκε στην Πινακοθήκη. Αυτοί που έκοψαν την τέχνη από το σχολείο, χρησιμοποιούν την τέχνη για να κάνουν τη φιγούρα τους.

Και μια τελευταία ερώτηση. Δουλεύετε πάνω σε κάτι αυτό το διάστημα; Έχετε κάποια σχέδια για το μέλλον; 

Πάντα δουλεύω πάνω σε κάτι! Πάντοτε κάνω μεγάλα όνειρα και ελπίζω ότι θα πραγματοποιήσω όσα γεννιούνται στο μυαλό μου. Προσπαθώ να μην μένω ποτέ μακριά από τη δημιουργία, αλλά καθημερινά να προσθέτω κι ένα λιθαράκι στη δουλεία μου.

Αυτή τη στιγμή συμμετέχω με τρία έργα μου, σε μια έκθεση για τα 200 χρόνια από την επανάσταση του 1821. Ετοιμάζω μια σειρά με τοπία συγκεκριμένου μεγέθους και για το μέλλον εικάζω, πως ύστερα από την συνταξιοδότησή μου – παρόλο που το σχολείο με τροφοδοτούσε – θα έχω το χρόνο να κάνω περισσότερα πράγματα από όσα κατάφερα να κάνω τα τελευταία 35 χρόνια που εργαζόμουν παράλληλα και ως εκπαιδευτικός. 

Σας ευχαριστούμε για αυτή την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση κ. Παπαθεοδώρου. Ευχόμαστε αστείρευτη δημιουργικότητα και κάθε επιτυχία!  


Βιογραφικό

Η Παπαθεοδώρου Κάλλια γεννήθηκε και εργάζεται στον Πειραιά. Σπούδασε γλυπτική στην Α.Σ.Κ.Τ. της Αθήνας με τον Δ. Καλαμάρα, ζωγραφική με τους Δ. Μυταρά, Π. Τέτση, Τ. Πατρασκίδη (ακροάτρια τρία χρόνια στον Γ. Μόραλη), ψηφιδωτό με τους Γ. Κολέφα, Γ. Βαλαβανίδη και Π. Αγγελοπούλου, γυψοτεχνία, χαλκοχυτική και τορευτική με τον Γ. Κυρλή, εγκαυστική με την Ε. Δοξιάδη, καθώς και τεχνικές χαρακτικής μαύρου-άσπρου και ακουαρέλλας με τον Arn Issackson στο Gergerboscholan της Σουηδίας, με υποτροφία του Υπουργείου Πολιτισμού. Είναι μέλος του Εικαστικού Επιμελητήριου της Ελλάδας, του Επιμελητήριου της Κεντρικής Ελλάδας, του Δ.Σ. του συλλόγου Εικαστικών Εκπαιδευτικών Μέσης Εκπαίδευσης. Εκπροσωπεί το Εικαστικό Επιμελητήριο στην επιτροπή Παιδείας του Δήμου της Αθήνας. Έχει χρηματίσει μέλος της επιτροπής κρίσης και κατάταξης του Εικαστικού Επιμελητηρίου, και είναι ιδρυτικό μέλος της θεατρικής ομάδας Χίου. Έχει παρουσιάσει το εικαστικό της έργο σε 5 ατομικές εκθέσεις και έχει συμμετάσχει σε πολλές ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Έργα της υπάρχουν σε πολλές δημόσιες και ιδιωτικές συλλογές στην Ελλάδα, στην Αμερική και στην Αυστραλία.