Στέφανος Κωνσταντινίδης: "Είναι θέμα ιστορικής δικαιοσύνης η ανάδειξη όλων των πτυχών της Επανάστασης του 1821"

 


Καθηγητής Πανεπιστημίου, Διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά, εκδότης, αρθρογράφος, συγγραφέας, ποιητής και άλλα πολλά είναι ο σημερινός μας καλεσμένος, που με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στις Τέχνες. Μιλάμε για τον κ. Στέφανο Κωνσταντινίδη και το μυθιστόρημά του «Γράμμα στον Αντώνη Οικονόμου» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Βακχικόν».
Πάμε να τον γνωρίσουμε καλύτερα...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου



Κύριε Κωνσταντινίδη, διαβάζοντας κανείς το βιογραφικό σας, εύλογα θα αναρωτηθεί: Γιατί ένας καθηγητής Πανεπιστημίου κι επιπλέον Διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά, που έχει ασχοληθεί αρκετά με τη μελέτη και μάλιστα έχει μέχρι τώρα κυκλοφορήσει επτά βιβλία Πολιτικής Επιστήμης, Κοινωνιολογίας και Ιστορίας και έχει δημοσιεύσει δεκάδες επιστημονικά άρθρα στους ίδιους τομείς, θέλησε να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία; Τι ήταν εκείνο που σας ώθησε στην πεζογραφία, αλλά και στην ποίηση; 

Δεν ξεκίνησα ως επιστήμονας αλλά ως ποιητής και συγγραφέας από τα μαθητικά μου χρόνια. Και δεν σταμάτησα ποτέ να γράφω, κυρίως ποίηση, αλλά και διηγήματα και φιλολογικά-κριτικά σημειώματα. Η επιστημονική ενασχόληση ήρθε μετά τη λογοτεχνία. Σε κάθε περίπτωση όμως η διασύνδεση ανάμεσα στις δύο ενασχολήσεις ήταν πάντα στενή. Και θα έλεγα ότι και οι δύο τράφηκαν από μια τρίτη ενασχόληση, τον ακτιβισμό, που με συνοδεύει εκ νεότητος. Υπήρξε, θα έλεγα, μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε αυτές τις ενασχολήσεις μου. 

Θα ήθελα να επιμείνω λίγο περισσότερο στην επιστημονική σας ιδιότητα, καθώς θεωρώ πως έπαιξε σημαντικό ρόλο και στο βιβλίο το οποίο κρατώ στα χέρια μου και φέρει το όνομά σας. Πείτε μας λίγα λόγια για το ερευνητικό σας έργο, αλλά και για το Κέντρο Ελληνικών Ερευνών Καναδά το οποίο διευθύνετε. 

Το ερευνητικό μου έργο περιστράφηκε γύρω από τη νεότερη Ελλάδα, τη Διασπορά και την Κύπρο. Αναγκαστικά διασυνδέθηκε και με τα διεθνή κέντρα που επηρεάζουν τις αποφάσεις για την πορεία του ελληνισμού και ειδικά τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Και οπωσδήποτε το τελευταίο μυθιστόρημα μου διασυνδέεται με τα ερευνητικά μου ενδιαφέροντα. Γενικότερα όμως με διακατείχε πάντα το αναγεννησιακό στοιχείο της παιδείας και ποτέ δεν περιορίστηκα στα στενά καλούπια της εξειδίκευσης. Στο πανεπιστήμιο δίδαξα ταυτόχρονα διεθνείς σχέσεις, ιστορία των πολιτικών ιδεών και πολιτική ανάλυση, και κάποια στιγμή ακόμη και ιστορία.

Το Κέντρο Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ ιδρύθηκε σε μια εποχή που άκμαζαν  και άλλα ερευνητικά ιδρύματα στη Διασπορά με τα οποία συνεργαστήκαμε. Συνεργαστήκαμε όμως και με ελλαδικά και κυπριακά ερευνητικά ιδρύματα σε πολλαπλά ερευνητικά πεδία.

Για πάνω από τριάντα χρόνια εκδίδαμε το ακαδημαϊκό -επιστημονικό περιοδικό Études helléniques/ Hellenic Sudies στα γαλλικά και τα αγγλικά με ειδικά αφιερώματα στην ελληνική εξωτερική πολιτική, τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, το Κυπριακό, την Ευρωπαϊκή Ένωση, τη Διασπορά  αλλά και ειδικά αφιερώματα στην ελληνική εκπαίδευση και την  ελληνική λογοτεχνία. Τα τελευταία χρόνια το περιοδικό εκδιδόταν σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια Κρήτης και Αιγαίου.

Ειδικά με το Πανεπιστήμιο Κρήτης συνεργαστήκαμε σε ένα μακροχρόνιο πρόγραμμα για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στη Διασπορά, το «Παιδεία Ομογενών». 

Έχετε πολλαπλές συμμετοχές, επίσης, σε συλλογικούς τόμους, είστε εκδότης και διευθυντής επιστημονικού περιοδικού, ενώ ασχολείστε παράλληλα και με τη δημοσιογραφία αρθρογραφώντας στον κυριακάτικο τύπο. Θεωρείτε τη μετάβασή σας στο μυθιστόρημα ως μια ανάγκη αλλαγής ενδιαφέροντος ή μια πολύ καλή ευκαιρία να ξαναθυμηθεί ο αναγνώστης την ιστορία του με τη βοήθεια της μυθοπλασίας; 

Είχα προσπαθήσει να γράψω μυθιστόρημα από τα μαθητικά μου χρόνια! Οι δύσκολες συνθήκες ζωής, οι σπουδές, ο ακτιβισμός, με περιόρισαν στο διήγημα και φυσικά την ποίηση. Το μυθιστόρημα όμως το κουβαλούσα πάντα μέσα μου. Έτσι μόλις μου δόθηκε η ευκαιρία την άδραξα για να πραγματοποιήσω το όνειρο μου. Από την άλλη η μυθιστορηματική μυθοπλασία είναι ως ένα σημείο και συνέχεια της επιστημονικής μου δουλειάς  από την οπτική γωνία της λογοτεχνίας.

Όπως το ανάφερα και πιο πάνω δεν υπήρξε μετάβαση από την επιστημονική ενασχόληση στη λογοτεχνική, αλλά μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα στις δύο δραστηριότητες. Προπάντων που η λογοτεχνική δραστηριότητα προηγήθηκε της επιστημονικής.

Παραμένω ενεργός και στα δύο πεδία: και αυτό της επιστήμης και αυτό της λογοτεχνίας. 

Θυμάστε το πρώτο σας βιβλίο; Ήταν επιστημονικό ή λογοτεχνικό; Ποια ήταν η αντίδρασή σας όταν το κρατήσατε στα χέρια σας για πρώτη φορά; 

Το πρώτο μου βιβλίο ήταν η ποιητική μου συλλογή «Επένδυση στο χρόνο ενός ονείρου και κάποιων μαρτυριών».  Και μάλλον η επένδυση φαίνεται να ήταν καλή και να απέδωσε! Ένιωσα βέβαια συγκίνηση κρατώντας στα χέρια μου το πρώτο μου αυτό βιβλίο. Συγκίνηση και περηφάνια! 

Ποιο υπήρξε το κίνητρο για να γράψετε το «Γράμμα στον Αντώνη Οικονόμου»; Ποια είναι  περιληπτικά η υπόθεση του βιβλίου; 

Τον Αντώνη Οικονόμου τον κουβαλούσα μέσα μου από τα φοιτητικά μου χρόνια. Το κίνητρο ήταν βασικά το αίσθημα της αδικίας για τον δολοφονημένο αυτό αγωνιστή του ΄21 που παραγνωρίστηκε από το συμβατικό ιστορικό αφήγημα. Και που τον ανέδειξε ένας ποιητής μέσα από το έργο του, ο Νίκος Εγγονόπουλος, τοποθετώντας τον δίπλα στον Ρήγα Φεραίο.

Ο Οικονόμου, υδραίος πλοίαρχος, μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Παπαφλέσσα στην Κωνσταντινούπολη. Με τον ξεσηκωμό στο Μοριά ήταν θέμα ζωής και θανάτου για την Επανάσταση η συμμετοχή σε αυτή των νησιών με τα πλοία που διέθεταν. Από τα νησιά που διέθεταν πλοία, τα Ψαρά και οι Σπέτσες προσχώρησαν αμέσως στην Επανάσταση. Οι Υδραίοι πρόκριτοι όμως, ενθυμούμενοι, σύμφωνα με το συμβατικό ιστορικό αφήγημα, την προηγούμενη αποτυχημένη εξέγερση του 1770 με τα Ορλωφικά, αρνούνταν να προσχωρήσουν στον αγώνα.

Η Ύδρα όμως, με τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο,  ήταν εκ των ουκ άνευ για την  Eπανάσταση. Ήταν, με τον εμπορικό στόλο της και τον πλούτο της, η Μικρή Αγγλία της Μεσογείου, κατά τον Ιμπραήμ. Άλλοι την χαρακτήρισαν, λόγω του μεγάλου πλούτου της, την τράπεζα της Eπανάστασης. Με σημερινούς όρους θα μιλούσαμε για το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο της εποχής.

Τότε έγινε η επέμβαση του Οικονόμου και των συντρόφων του, από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, που ανέτρεψε την ολιγαρχική εξουσία των προκρίτων και επέβαλε μια μορφή λαϊκής κυριαρχίας και εξουσίας. Αμέσως μετά ύψωσε τη σημαία της Επανάστασης και ο στόλος της Ύδρας ενώθηκε με αυτό των άλλων νησιών.

Για να κρατήσει την ενότητα του λαού, ο Οικονόμου δεν πήρε μέτρα εναντίον των κοτζαμπάσηδων, ούτε δήμευσε τις περιουσίες τους. Το αποτέλεσμα ήταν να τον ανατρέψουν λίγο αργότερα με αντεπανάσταση και να προσπαθήσουν να τον δολοφονήσουν. Μετά την ανατροπή  και τη φυγάδευση του, τελικά  φυλακίστηκε στο μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου Φενεού Κορινθίας, με επιμονή των Υδραίων κοτζαμπάσηδων που εκβίαζαν τους Πελοποννήσιους ότι θα έπαιρναν, στην αντίθετη περίπτωση, τα πλοία τους και θα εγκατέλειπαν τον αγώνα.

Κι όταν καταφέρνει και δραπετεύει και οδεύει προς το Άργος όπου βρίσκονταν μαζεμένοι οι αντιπρόσωποι που θα έπαιρναν μέρος στην Α’ Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, μεθοδεύουν, μαζί με κάποιους κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου, τη δολοφονία του, παρά τις προσπάθειες του Κολοκοτρώνη να τον διασώσει.

Στη συνέχεια έκαναν ότι μπορούσαν για να εξαλείψουν τη μνήμη του. Κι ως ένα σημείο το πέτυχαν. 

Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας πως το μυθιστόρημά σας διατρέχει τα γεγονότα του ’21 με μια νέα ματιά και ρίχνει φως σε όσα, το σχολικό ιστορικό αφήγημα αλλά και αυτό της συμβατικής ιστορίας, αποσιωπούν ή αφήνουν στο περιθώριο. Για ποιο λόγο το πιστεύετε αυτό και γιατί θεωρείτε πως, δυστυχώς, στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει; 

Η περίπτωση του Αντώνη Οικονόμου είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτών των αποσιωπήσεων αλλά δεν είναι το μόνο. Και αυτό προκύπτει μέσα από την ιστορική έρευνα και τις συζητήσεις  των τελευταίων χρόνων που κορυφώθηκαν με αφορμή τα 200 χρόνια της Επανάστασης του 1821. Έρευνες βεβαίως υπήρχαν και παλιότερα αλλά δεν αξιοποιούνταν ούτε  από το συμβατικό ιστορικό αφήγημα, ούτε από το αντίστοιχο σχολικό.

Επομένως είναι θέμα ιστορικής δικαιοσύνης η ανάδειξη όλων των πτυχών της Επανάστασης του 1821, πέρα από ιδεολογικές ή όποιας άλλης μορφής αγκυλώσεις. Η Ιστορία άλλωστε δεν είναι μονοδιάστατη. Δεν υπάρχει μονοσήμαντη ερμηνεία της Ιστορίας.

Ακόμη και να υποθέσουμε ότι όλοι όσοι γράφουν την Ιστορία έχουν το ίδιο υλικό, το υλικό από μόνο του δεν μιλά! Πρέπει να οργανωθεί από τον ιστορικό και στη συνέχεια να του υποβληθούν τα κατάλληλα ερωτήματα. Τί σημαίνει να οργανωθεί; Σημαίνει ότι ο ιστορικός θα επιλέξει εκείνα τα γεγονότα τα οποία θα μελετήσει και θα αναδείξει. Και στα οποία θα υποβάλει τα ερωτήματά του. Άρα τα ιστορικά γεγονότα αποκτούν ύπαρξη στα χέρια του ιστορικού. Προηγουμένως είναι απλώς γεγονότα του παρελθόντος. Αλλά και από τη στιγμή που θα γίνουν ιστορικά γεγονότα δεν είναι ιστορία. Ιστορία θα γίνουν από την ερμηνεία του ιστορικού. Ο Νίτσε μάλιστα είπε κάτι πιο ακραίο. «Δεν υπάρχουν γεγονότα, αλλά ερμηνείες». 

Ο ιστορικός είναι επιλεκτικός. Στα οκτώ χρόνια της Επανάστασης συνέβαιναν γεγονότα κάθε μέρα. Δεν μπορεί να αναφερθεί σε όλα, αλλά μόνο σε αυτά που θα αξιολογήσει ως σημαντικά και που δίνουν την εικόνα του όλου. Οι επιλογές του ιστορικού όπως και οι ερμηνείες του έχουν σχέση με τις αξίες της κοινωνίας μέσα στην οποία ζει. Με τις ιδεολογίες αυτής της κοινωνίας, με το πολιτισμικό κλίμα της εποχής.  Υπάρχει «διαμεσολάβηση» επομένως  ανάμεσα σε ό,τι πραγματικά συνέβη και τι πραγματικά φτάνει σε μας. Ακόμη και σε σύγχρονα γεγονότα υπάρχει «διαμεσολάβηση». Ένα γεγονός γίνεται «γεγονός» από τη στιγμή που θα καταγραφεί. Διαφορετικά δεν υπάρχει. Αλλά και καταγεγραμμένο να είναι στις πηγές, αν δεν το ανασύρει ο ιστορικός και δεν το περιλάβει στη σύνθεση του, δεν το ερμηνεύσει, δεν το διασυνδέσει με άλλα γεγονότα σε μια ερμηνευτική αλληλουχία, πάλι δεν υπάρχει. Ένα γεγονός αναδεικνύεται διότι  υπάρχει μια διασύνδεση του με άλλα που επιτρέπουν τη θέαση του όλου.

 Η Ιστορία δεν είναι κανένα αρχείο. Είναι οι απαντήσεις στα ερωτήματα που θέτει ο ιστορικός στο παρελθόν.

Χωρίς τα   γεγονότα ο ιστορικός είναι μετέωρος και αυθαίρετος. Χωρίς τον ιστορικό τους τα γεγονότα είναι νεκρά και δίχως νόημα.

Στην Ιστορία δεν υπάρχει τελική σύνθεση, σημείωνε ένας από τους πιο σημαντικούς μας ιστορικούς, ο δάσκαλος μου, ο Νίκος  Σβορώνος.  Επειδή ακριβώς υπάρχει αυτή η διασύνδεση ερμηνείας του παρελθόντος με το παρόν. Κι όταν αλλάζει το παρόν αναγκαστικά αλλάζει και η θέαση του παρελθόντος. Φυσικά και  το παρελθόν δεν αλλάζει! Αλλάζει όμως η θέαση του.

Με το ιστορικό υπόβαθρο που έχω, ακολούθησα και στη μυθιστορηματική γραφή την ίδια μεθοδολογία. Ανέδειξα γεγονότα στα οποία  υπέβαλα τα ερωτήματα μου και τα οποία η συμβατική ιστορία και το σχολικό αφήγημα άφηναν  στην αφάνεια ή τα τοποθετούσαν στις υποσημειώσεις.

Στην περίπτωση του Αντώνη Οικονόμου αναδείχτηκε  πρώτα η δράση του ως ιστορικό γεγονός και στη συνέχεια  ερμηνεύτηκε η σημασία που είχε. Θεώρησα  δηλαδή την εξέγερση του Οικονόμου στην Ύδρα ως αξιομνημόνευτο γεγονός, το ίδιο και την ανατροπή του, το ίδιο και τη δολοφονία του. Τα ανέδειξα και τα συνέδεσα με τα άλλα τρέχοντα γεγονότα της εποχής. Και ειδικά με το γεγονός ότι η Ύδρα μπήκε στην Επανάσταση του 1821 χάρη στον Οικονόμου και το κίνημα του. 

Δεν μπορεί να αποκρυβεί ο τρόπος με τον οποίο η Ύδρα μπήκε στον αγώνα. Ήταν η μεγαλύτερη ναυτική δύναμη της Επανάστασης. Και αυτός που την έσυρε στην Επανάσταση, κόντρα στη θέληση των κοτζαμπάσηδων, ήταν ο Οικονόμου, που με το κίνημά του  ανέτρεψε, έστω και πρόσκαιρα, την εξουσία του κοτζαμπασισμού. Και η είσοδος της Ύδρας στον αγώνα του ’21 είναι ένα κομβικό γεγονός για τους λόγους που εξηγώ, απαντώντας σε προηγούμενη ερώτηση σας. 

Υπάρχουν κάποια μηνύματα που θέλετε οπωσδήποτε να περάσετε μέσω του βιβλίου σας αυτού και γιατί επιλέξατε να το πράξετε μέσω της μυθοπλασίας και όχι μέσα από κάποιο επιστημονικό σας βιβλίο; 

Σίγουρα υπάρχουν μηνύματα και αφορούν την ιστορική έρευνα, το επιστημολογικό και το μεθοδολογικό πεδίο, αλλά και το ρόλο της λογοτεχνίας με τις δυνατότητες που παρέχει από τη δική της οπτική γωνία να αναδειχτούν τα ιστορικά γεγονότα. Αφορούν επίσης την επέκταση του ιστορικού πεδίου πέρα από την πολιτική ιστορία στην κοινωνική και πολιτιστική πλευρά της που είτε αποσιωπάται, είτε είναι ο φτωχός συγγενής. Υπάρχει ακόμη η έμφυλη σκοπιά της ιστορίας, ο ρόλος των γυναικών, καθώς όπως είναι γνωστόν  η ιστορία είναι ανδροκρατούμενη. 

Γιατί επιλέξατε τις εκδόσεις «Βακχικόν» ως εκδοτικό σας σπίτι; Είστε ευχαριστημένος με την μέχρι τώρα σας συνεργασία; 

Ναι, βεβαίως. Η επιλογή ήταν λίγο τυχαία, αλλά αποδείχτηκε θετική.  Το γεγονός ότι επρόκειτο για νέους ανθρώπους στον τομέα, τους έδινε τη δυνατότητα να ξεφύγουν  από τους συμβατικούς εκδοτικούς κανόνες και να δουν το βιβλίο με ένα νέο δημιουργικό βλέμμα. Η συνεργασία συγγραφέα-εκδότη  είναι η λυδία λίθος της επιτυχίας ενός βιβλίου.

 

Έχετε σκεφτεί να κυκλοφορήσει το βιβλίο σας και στο εξωτερικό, δεδομένου ότι παντού υπάρχουν Έλληνες που σίγουρα θα τους ενδιέφερε να το διαβάσουν; 

Η κυκλοφορία του ελληνικού βιβλίου στους Έλληνες του εξωτερικού αντιμετωπίζει δυσκολίες. Όμως μια κάποια διακίνηση υπάρχει. Τόσο ο εκδοτικός οίκος όσο και τα μεγάλα βιβλιοπωλεία της Αθήνας αποστέλλουν βιβλία στο εξωτερικό με ηλεκτρονικές παραγγελίες. Ίσως θα έπρεπε να επιδιωχτεί η συνεργασία με μεγάλα βιβλιοπωλεία  του εξωτερικού που θα μπορούσαν να διακινούν το ελληνικό βιβλίο σε περιοχές όπου ζουν Έλληνες, μια και απ΄ο,τι ξέρω δεν υπάρχουν ελληνικά βιβλιοπωλεία. 

Υπάρχουν άλλα λογοτεχνικά βιβλία σας που κυκλοφορούν στο εξωτερικό; Έχει μεταφραστεί κάποιο από αυτά;

Ναι, κυκλοφορούν τα ποιήματα μου κυρίως. Έχουν μεταφραστεί στα γαλλικά και αγγλικά. Ποιήματα μου στα γαλλικά βρίσκονται σε  ανθολογίες σε μετάφραση του νεοελληνιστή καθηγητή του Πανεπιστημίου του Μόντρεαλ Jacques Bouchard.

Κυκλοφορεί επίσης μια δίγλωσση ποιητική μου συλλογή, με τίτλο «Anthumes» με μια εμπεριστατωμένη εισαγωγή του Jacques Bouchard που έκανε και τη μετάφραση των ποιημάτων. Με έκπληξη είδα να τη διαθέτει η περίφημη αλυσίδα Amazon μαζί με κάποια άλλα ξενόγλωσσα βιβλία μου. 

Έχετε ιδιαίτερη αδυναμία σε κάποιο από τα βιβλία σας; 

Όχι! Όπως και στα παιδιά μου, το διώχνω μακριά κάτι τέτοιο! Ίσως αυτό να συμβαίνει με κάποια ποιήματα μου. 

Υπάρχουν κάποια βιβλία σας, τα οποία θα προτείνατε οπωσδήποτε να διαβάσουν οι αναγνώστες;

Εξαρτάται από τα ενδιαφέροντα τους. Για παράδειγμα αν κάποιος είχε ενδιαφέρον να μάθει κάτι περισσότερο για την Κύπρο, θα του πρότεινα την «Επισκόπηση της Κυπριακής Ιστορίας», ένα έργο ζωής για μένα. Αν τον ενδιέφερε η Διασπορά, θα του πρότεινα να διαβάσει το βιβλίο μου «Οι Έλληνες του Καναδά», μια ιστορική μονογραφία με ευρύτερες αναφορές στην ελληνική μετανάστευση και τον παροικιακό ελληνισμό. Από τα λογοτεχνικά μου βιβλία δεν θα πρότεινα κανένα. Νομίζω αν το έκανα θα υποβίβαζα τα άλλα. 

Τα προβλήματα της καθημερινότητας σας επηρεάζουν έμμεσα ή άμεσα είτε ως επιστήμονα είτε ως λογοτέχνη; 

Ναι, η επίδραση υπάρχει. Ο άνθρωπος είναι ένα ον με συναισθηματικό κόσμο και τα προβλήματα της καθημερινότητας επηρεάζουν και τον επιστήμονα και τον λογοτέχνη. Περισσότερο ίσως τον λογοτέχνη που εργάζεται με τον μυθοπλαστικό λόγο και είναι πιο κοντά στο συναισθηματικό απ΄ ό,τι ο επιστήμονας που έχει ένα πιο ψυχρό βλέμμα απέναντι στην καθημερινότητα. 

Πιστεύετε πως ένας συγγραφέας έχει τη δύναμη μέσω της πένας του να αφυπνίσει τον αναγνώστη του και να τον διδάξει; Αυτός είναι, εν τέλει, ο δικός σας σκοπός σε αυτό το μυθιστόρημα; 

Να τον αφυπνίσει δεν ξέρω. Να τον προβληματίσει θα έλεγα περισσότερο. Τουλάχιστον  αυτός  είναι ο  δικός μου στόχος. Ο συγγραφέας αγγίζει ένα κοινό που γίνεται ο συνομιλητής του. Αναπτύσσεται μια διαλεκτική σχέση ανάμεσα τους που οδηγεί πέρα από την αισθητική απόλαυση στον αναστοχασμό του κόσμου. 

Η διαμονή σας στο εξωτερικό έχει επηρεάσει, θεωρείτε, τον τρόπο σκέψης σας; Νιώθετε νοσταλγία για την πατρίδα την οποία επιχειρείτε να μετριάσετε μέσω της ενασχόλησής σας με την ιστορία; 

Νομίζω η διαμονή στο εξωτερικό επιτρέπει μια πιο ψύχραιμη θεώρηση των ελληνικών πραγμάτων. Η νοσταλγία πάντα υπάρχει αλλά προσωπικά δεν νιώθω να απουσιάζω από το ελληνικό γίγνεσθαι. Ποτέ δεν είχα το αίσθημα της αποκοπής από αυτό το γίγνεσθαι στο οποίο πάντα συμμετείχα. Ζω την Ελλάδα στην καθημερινότητα της. Ειδικά στις μέρες μας, η τεχνολογία επιτρέπει σε κάποιο να ζει έντονα, όταν το θέλει, το καθημερινό ελληνικό γίγνεσθαι και να συμμετέχει σε αυτό. 

Τι θα συμβουλεύατε τον αναγνώστη, που μόλις ξεκινά να διαβάσει το βιβλίο σας;

Να έχει υπομονή.  Θα διαβάσει κάτι για προβληματισμό και λιγότερο για αναψυχή. Φυσικά αυτό δεν αφαιρεί την αισθητική ικανοποίηση. Άρα χρειάζεται μια κάποια  προσπάθεια. 

Φοβάστε την κακή κριτική; Την κριτική γενικότερα; 

Καθόλου. Η όποια κριτική είναι ευπρόσδεκτη. Πάντως όμως είναι πολύ καχεκτική και εμπλέκεται με την επικοινωνιακή τακτική και τις δημόσιες σχέσεις. 

Ποια είναι η γνώμη σας για την εκδοτική πραγματικότητα στην Ελλάδα; 

Δεν θα έλεγα ότι είμαι και ο καλύτερος γνώστης της για να εκφέρω γνώμη. Απ΄ ό,τι ξέρω αντιμετωπίζει δυσκολίες και προβλήματα. Όμως το φαινόμενο δεν είναι μόνο ελληνικό. Από τη μια είναι η εμπορευματοποίηση του βιβλίου και από την άλλη η ηλεκτρονική μορφή του που αλλάζουν την εκδοτική πραγματικότητα. Για να επιβιώσει το ποιοτικό βιβλίο χρειάζεται οπωσδήποτε μιας μορφής κρατική στήριξη. Ειδικά όταν η κυκλοφορία του, λόγω της μικρής επικράτειας της ελληνικής γλώσσας, είναι περιορισμένη. 

Ετοιμάζετε κάτι νέο συγγραφικά ή είναι πολύ νωρίς ακόμα; 

Συνήθως οι συγγραφείς πάντα κάτι έχουν στα συρτάρια τους!  Αυτό είναι το τέταρτο μου μυθιστόρημα και αυτή τη στιγμή δεν έχω στα σχέδια μου άλλο πεζό. Θεωρώ τον εαυτό μου περισσότερο ποιητή από πεζογράφο και έχω την αίσθηση ότι και στα μυθιστορήματα μου εναλλάσσονται στιγμές ποίησης με τη πεζή αφήγηση. Ίσως μάλιστα να μη έγραφα ποτέ μυθιστόρημα χωρίς αυτή την ποιητική προσέγγιση της γραφής.

Υπολογίζω στην έκδοση μιας νέας ποιητικής συλλογής, ενδεχομένως αυτή τη χρονιά. Στα σχέδια μου είναι επίσης και η δοκιμιακή γραφή. Υπάρχουν ιδέες και σημειώσεις αλλά δεν ξέρω πότε θα υλοποιηθούν. Ars longa, vita brevis. 

Κύριε Κωνσταντινίδη, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συνέντευξη και σας εύχομαι να είστε πάντα δημιουργικός. 

Εγώ σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε να εκφράσω τις σκέψεις μου. 


Βιογραφικό:

Ο Στέφανος Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Πενταλιά της Κύπρου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην Κοινωνιολογία και τις Πολιτικές Επιστήμες στη Σορβόννη, στο Παρίσι (Docteur d’État). Δίδαξε Πολιτικές Επιστήμες και Ιστορία στα Πανεπιστήμια του Laval, του Κεμπέκ και του Μόντρεαλ. Είναι διευθυντής του Κέντρου Ελληνικών Ερευνών Καναδά-ΚΕΕΚ.

Έχει εκδώσει επτά βιβλία Πολιτικής Επιστήμης, Κοινωνιολογίας και Ιστορίας, ενώ δημοσίευσε δεκάδες επιστημονικά άρθρα στους ίδιους τομείς και είχε πολλαπλές συμμετοχές σε συλλογικούς τόμους. Έξι βιβλία δημοσιεύτηκαν, επίσης, κάτω από την εποπτεία και τη διεύθυνσή του. Έχει εκδώσει έξι ποιητικές συλλογές, δύο συλλογές διηγημάτων και τρία μυθιστορήματα. Συνεργάστηκε με πολλά περιοδικά και εφημερίδες της Ελλάδας, της Κύπρου και της Διασποράς. Δημοσίευσε χρονογραφήματα, κριτική και δοκίμια. Ασχολήθηκε, επίσης, με τη δημοσιογραφία και είναι αρθρογράφος στον κυριακάτικο Φιλελεύθερο της Κύπρου.

Από το 1983 είναι εκδότης και διευθυντής του επιστημονικού περιοδικού Études helléniques / Hellenic Studies. Πολυσέλιδες εκδόσεις του περιοδικού αφιερώθηκαν στη λογοτεχνία της Διασποράς, την κυπριακή λογοτεχνία, την ελληνική εκπαίδευση και σε θέματα διεθνών σχέσεων. Από το 1997 είναι επιστημονικός συνεργάτης του Πανεπιστημίου Κρήτης στο πρόγραμμα «Παιδεία Ομογενών» για την ελληνόγλωσση εκπαίδευση στη διασπορά (έρευνα, επιμόρφωση εκπαιδευτικών και παραγωγή διδακτικού υλικού). Από τις εκδόσεις Βακχικόν κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά του Νομάδας Α' Η Έξοδος, Νομάδας Β' Εκβάτανα, Νομάδας Γ' Μετά τα Εκβάτανα και η ποιητική συλλογή Λεξήματα.