Βιβλιοκριτική για τη νουβέλα "Η γη τρέχει πιο γρήγορα" του Παναγιώτη Τσίτου | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

 


Συγγραφέας: Παναγιώτης Τσίτος
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 130
Εκδόσεις: Βακχικόν

                                                                             Γράφει ο Κώστας Τραχανάς


Με τη «Η γη να τρέχει πιο γρήγορα» ο Παναγιώτης Τσίτος βρίσκει την ευκαιρία να εκφράσει όλα του τα ενδιαφέροντα, την ευρυμάθεια και τις αφηγηματικές του αρετές σε αυτή την ζοφερή, υπαρξιακή  νουβέλα.

Η γραφή του είναι ευθεία, άμεση, χωρίς καλλωπισμούς και λάμπει στους διαλόγους. Ο ρυθμός της αφήγησης, κατά βάση γρήγορος και φιλμικός, περιγράφει τόσο τις λεπτομέρειες της ζωής ενός απλού, ήσυχου εικοσιπεντάχρονου τύπου, που δουλεύει ταμίας στην τράπεζα   όσο και μια εφιαλτική, καφκική  σχεδόν ατμόσφαιρα με αποτελεσματικότητα.

Η Νουβέλα βγάζει μια θλίψη, ένα ζοφερό όραμα για τον άνθρωπο, ενώ παράλληλα εστιάζει και στις καταδικασμένες προσπάθειες μοναχικών ανθρώπων να δομήσουν το κενό που τους περιβάλλει όχι με ανθρώπινη επαφή αλλά με συνεχή  ταξίδια.

Η Ζωή του Μ.  είναι άμορφη, χωρίς στόχο και δομή, ζει σαν φτερό στον άνεμο. Είναι ένας περιθωριοποιημένος, απόκληρος, καταραμένος  και εξαθλιωμένος άνθρωπος, που δεν έχει καν όνομα. Απλώς Μ.  

Το σπίτι του του φαίνεται σαν τάφος. Στην δουλειά του στην τράπεζα, δεν ξαναπήγε. Τους βαρέθηκε όλους.Τα βαρέθηκε όλα. Τα μάτια του είχαν αντικρίσει την άβυσσο. Τον είχε φιλήσει ο διάβολος. Δεν του αρέσει αυτό που έχει, όλοι τον πνίγουν και τον τραβάνε κάτω, τον αδειάζουν. Θέλει να είναι ελεύθερος κι ευτυχισμένος. Και τι να την κάνει κανείς τόση ελευθερία; Όλοι έχουν πάντα μια πυξίδα για να βαδίζουν, η δική του, όμως, εκείνη τη στιγμή περιστρεφόταν συνεχώς, έδειχνε παντού και πουθενά…

Θέλει να μάθει τα πάντα, να κάνει και να ζήσει τα πάντα, να γυρίσει τον κόσμο ανάποδα και να δει τι κρύβει από την άλλη μεριά…

Ο Μ. είναι κάποιος που δεν πιστεύει σε τίποτα και δεν ελπίζει σε τίποτα, που διαρκώς θεωρεί την απουσία νοήματος στη ζωή ως τη μόνη σταθερά. Τι κόλαση είναι αυτή, δεν βγαίνουν έτσι οι μέρες, σκέφτεται .Κάτι τέτοιες μέρες απόλυτης εντροπίας και σύγχυσης, έχει κανείς την ευκαιρία να δει τον κόσμο του όχι όπως πιστεύει ότι είναι, αλλά όπως είναι, ίσως, πραγματικά,  καθώς στέκεται και παρατηρεί την απόλυτη αταξία που υπάρχει γύρω του και στο ίδιο το κεφάλι του.

 Ποιος είπε, αναρωτιέται, ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν μια φορά; Υπάρχουν και αυτοί οι καθημερινοί μικροθάνατοι που οδηγούν κάποια στιγμή στο επισφράγισμα και στην οριστική μας αποχώρηση από την σκηνή.

Ο Μ.  έχει γεννηθεί χωρίς να το ζητήσει και βρίσκεται σε μια μίζερη ύπαρξη στην οποία επικρατεί το παράλογο και η διαρκής  επανάληψη χωρίς καμία αλλαγή, μια ρουτίνα που προκαλεί ανία. Όλα είναι ένα τέλμα.  Δεν υπάρχει βεβαίως καμία ελπίδα, προσδοκία, ούτε καν επικοινωνία, αφού μέχρι και η αγάπη ενίοτε παρουσιάζεται σαν ένας θλιβερός αμυντικός μηχανισμός προκειμένου να αποφεύγει ο άνθρωπος να κοιτάξει κατάματα την απόγνωση του παραλόγου.

Δεν ξέρει τι ακριβώς θέλει. Ένα μεγάλο κενό μεγαλώνει μέσα του και αρχίζει να κατασπαράζει ό,τι έχει και δεν έχει.

 Ό,τι έχουμε είμαστε εμείς. Μα εγώ τίποτα δεν έχω, σκέφτεται. Πρόκειται για μια διαδικασία αναζήτησης του αληθινού εαυτού. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εαυτό του. Κανείς δεν μπορεί να τρέξει τόσο γρήγορα. Κανείς δεν είναι πραγματικά ελεύθερος, εάν δεν είναι πρώτα ολοκληρωτικά σκλαβωμένος, εάν δε δει ό,τι πιο όμορφο και αγνό να κυλιέται στη λάσπη…

Είναι ξένος σε ένα κόσμο ξένων.

 Ένιωθε  ήδη το κάλεσμα το νέου σκοπού να του κατακλύζει και να του καίει τα σωθικά. Το άγνωστο τον καλούσε, χωρίς να μπορεί ή να θέλει να αντισταθεί. Έτρεξε γρήγορα στο σταθμό των τρένων. Να φύγει από την πόλη και να γλιτώσει από τον γέρο που συνάντησε σε ένα παγκάκι , μια μαϊμού που βρήκε στο δρόμο , τη δουλειά του, την οικογένειά του. Εκείνη.

Η ζωή του ήταν μπροστά και αυτός έτρεχε μανιασμένα από πίσω της.

Ο  Μ. αποφασίζει να κάνει την υπαρξιακή υπέρβαση και να ακολουθήσει το ένστικτό του που ανέκαθεν λαχταρούσε: την ελευθερία που υποδήλωνε ο ήχος του περαστικού τρένου. Παρατάει σπίτι, οικογένεια, κοινότητα και ταυτότητα σε ένα ταξίδι από το  Θρι Χιλς  ως το Ίντεν,  όπου πλέον δοκιμάζει να ζήσει προκαλώντας ευθέως ηθικούς και νομικούς κώδικες μιας συντεταγμένης κοινωνίας, αφήνοντας τον εαυτό του να λειτουργήσει ελεύθερα με βάση τις επιθυμίες του. Αναζητά στο καινούργιο μέρος να βρει ένα νόημα στη ζωή του.

Ενδιαφέρεται περισσότερο για το ταξίδι παρά για τον προορισμό. Δείχνει τον δρόμο ανοίγοντας την όρεξη σε όποιον αναγνώστη θέλει να αφήσει την φαντασία του να συνεχίσει την περιπλάνηση. Ο αληθινός λόγος της περιπλάνησης του Μ. είναι η αυτογνωσία. Γι΄ αυτό οι περιπλανώμενοι είναι συχνά νέοι, άβγαλτοι, ανώριμοι, θωρακισμένοι . Ο Μ. έχει πολύ μεγάλο δρόμο να διανύσει στα χωράφια της αυτογνωσίας…

Στη νέα πόλη ο Μ. γνωρίζει την Λιζ και τον Ντιν. Σύντομα συνεχίζει, σαν κυνηγημένος, αλλού τις μικρές του περιπέτειες, φτάνει στο Νόρθπορτ. Εδώ η πόλης είναι μονίμως  εν βρασμώ. φασαρίες, ξενύχτια, μπαρ, μουσική, ζωή και τσακωμοί στους δρόμους τα βράδια με πιωμένους τουρίστες. Εδώ θα γνωρίσει και την Ρόουζ με τον Μαξ. Όλοι αυτοί θα είναι πλέον το σπίτι του, η μόνη πατρίδα που γνώρισε ποτέ.

Ήρθε η ώρα να φύγουν για το Ίντεν, ένα μεγάλο χωριό.

Η γη γυρνούσε πιο γρήγορα αυτές τις μέρες. Ο ουρανός βρέχει καθημερινά ανεμώνες. Ο Μ. βγαίνει έξω στη δική του Επιπεδοχώρα.

Καιρός όμως  να σταματήσει να τρέχει…

Η ζωή είναι μια χαοτική αταξία, που προσπαθούμε μάταια να βάλουμε σε τάξη. Και λέμε ψέματα, αποκτούμε στόχους, συνήθειες και ρουτίνες, δίνουμε υποσχέσεις, τις οποίες δε θα τηρήσουμε, σε μας και αυτούς γύρω μας. Όλα αλλάζουν, διαλύονται συνεχώς και την επόμενη μέρα είναι κάτι άλλο. Μέχρι όμως να το συνειδητοποιήσεις, έχουν αλλάξει και πάλι, όπως κι εσύ. Εμείς απλά επιλέξαμε να το δούμε, να το αναγνωρίσουμε. Θυμήσου… Είμαστε απλώς μια χούφτα αστερόσκονη και τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει αυτό…

Ο ρόλος της τέχνης είναι η αισθητική απεικόνιση της ανθρώπινης προσπάθειας για εύρεση νοήματος μέσα στο χάος…

Ο κόσμος όπως τον εκφράζει ο Παναγιώτης Τσίτος, στο κείμενό του είναι συντριπτικός, αβάσταχτος, ένας κόσμος νεκροζώντανων.

Αποσπάσματα του βιβλίου, που πράγματι επιδεικνύουν μια ανεπτυγμένη ναμποκοφική ευαισθησία κι ένα αμφίβολο ταλέντο, ακολουθούνται από αποσπάσματα τόσο πυκνά και κρυπτικά που υπερβαίνουν τα όρια του δήθεν και της αχρείαστης επιτήδευσης.

Μια παραληρηματική γραφή που επιχειρεί να ερμηνεύσει τα όρια ανάμεσα στις παραισθήσεις, τα όνειρα, την συνείδηση και το υπαρξιακό κενό, μια προυστική σπουδή πάνω στη φύση των αναμνήσεων, της ζωής, της ελευθερίας, επάλληλοι συμβολισμοί, εξάρσεις λυρισμού, ρεαλισμός, στοιχεία που παραπέμπουν στο υπερφυσικό, το γκροτέσκο και το σουρεαλιστικό.

Πνευματώδεις και σαρκαστικές  ατάκες.

Πρόκειται για ένα έργο σχεδόν καφκικό, το οποίο προκαλεί αλληγορικές πολυεπίπεδες αλληγορίες και ερμηνείες, σχεδόν παραβολές, χωρίς όμως εύκολο και μονοσήμαντο συμπέρασμα ή ηθικό μήνυμα.

Η πένα του Παναγιώτη Τσίτου είναι κομψή, περίπλοκη, στοχαστική, γεμάτη ευαισθησία λεπτομερείς περιγραφές, που μπορούν να αποτυπώνουν ανεπαίσθητες διαβαθμίσεις συναισθημάτων, ενώ οι εσωτερικοί μονόλογοι καταλήγουν σε πεζοποποιητικές εξάρσεις.

Διαβάστε το.

Ο Παναγιώτης Τσίτος είναι 27 ετών, γεννήθηκε στην Αθήνα και μεγάλωσε στο Ίλιον Αττικής. Σπούδασε Κοινωνιολογία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και ολοκλήρωσε το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα του τμήματος, με κατεύθυνση την Κοινωνική και Πολιτική Θεωρία. Η επαφή του με τη λογοτεχνία ξεκίνησε από σχετικά νεαρή ηλικία, κυρίως με έργα κλασικών συγγραφέων, όπως ο Ντίκενς, ο Τολστόι και ο Ντοστογιέφσκι. Στα φοιτητικά του χρόνια, ήρθε σε επαφή με τους Μπουκόφσκι, Καμύ και Ουισμάνς, καθώς και με τους «καταραμένους ποιητές» και την μπιτ γενιά. Οι παραπάνω τον ενέπνευσαν να ασχοληθεί με την υπαρξιστική λογοτεχνία, τα ανθρώπινα πάθη και τη λογοτεχνία του περιθωρίου. Παράλληλα, σημαντική επιρροή αποτελεί η ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία - η νιτσεϊκή και μετανιτσεϊκή σκέψη, τα έργα των Μαρξ, Χάιντεγκερ, Σαρτρ και Μαρκούζε. Ακόμη, παραστάσεις αντλεί τόσο από τη μουσική - κλασική τζαζ, μπίμποπ, ροκ, ραπ -, όσο και από τον κινηματογράφο. Συμμετείχε με το δοκίμιο «Προς μια φιλοσοφική επαναδιαπραγμάτευση της έννοιας του ανθρώπου. Η περίπτωση του Peter Sloterdijk» στο συλλογικό έργο Ο άνθρωπος και τα άλλα ζώα, Άννα Λυδάκη (επιμ.), Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα, 2019.