Χαρούλα Βερίγου: "Οι λέξεις στον ποιητικό λόγο γίνονται σκαλοπάτια για την ελευθερία"



Η κυρία Χαρούλα Βερίγου (Ζωή Δικταίου φ,ψ), γεννήθηκε στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης, αλλά διαμένει στην Κέρκυρα. Λατρεύει τα γιασεμιά, τα κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, τους ξεχασμένους δρόμους, τα βουνά, τα ξέφτια από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Ακουμπά στο παρελθόν κι όμως η λέξη που την ορίζει είναι το «Αύριο». Γοητεύεται από τη μνήμη της Όστριας και την περηφάνια της Κρήτης. Αγαπά τον πεζό λόγο, κι όμως επιστρέφει πάντοτε στην ποίηση.
Με αφορμή την έκδοση του νέου της βιβλίου, «Λασίθι, τόπος Μέγας - Η κούπα των θεών» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Φίλντισι, τη φιλοξενούμε σήμερα στις Τέχνες με σκοπό να την γνωρίσουμε καλύτερα.

Ας δούμε τι είχε να μας πει....


Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Λίχνο


Κυρία Βερίγου, καλώς ήρθατε. Αρχικά θα ήθελα να σας ρωτήσω πώς μπήκε στη ζωή σας η συγγραφή. Τι ήταν εκείνο που σας ώθησε να πιάσετε στο χέρι μολύβι και χαρτί;

Καλώς ανταμώσαμε. Σας ευχαριστώ από καρδιάς για αυτή τη συνάντηση. Οι πρώτες επιρροές και παροτρύνσεις ήρθαν από την φιλόλογό μου, την αείμνηστη Σωσώ Χατζηδάκη κι όταν δεν άντεχα κάποιες πατημασιές στην ψυχή (προδοσία, άρνηση, φόβος, θάνατος), το να γράφω μού επέτρεπε να έχω μια διέξοδο, αλλά μόνο αυτό, χωρίς άλλες αξιώσεις. Αφήνοντας την ιδιαίτερη πατρίδα μου την Κρήτη, έκαψα ημερολόγια και λευκώματα και άνοιξα καινούργιο σημειωματάριο στην Κέρκυρα το φθινόπωρο του 1983. Από τότε η γραφή είναι ένας άλλος τρόπος επικοινωνίας και αναμφισβήτητα παραμένει ανάγκη. Γράφοντας μαθαίνω ν’ αντέχω, δοκιμάζω το ρίσκο διερευνώντας τα όρια μου, ασκούμαι, γράφοντας κάποιες φορές ανακαλύπτω πως έχω φωνή. Πιέζεται η ψυχή και αποτυπώνεται η σκέψη στο χαρτί. Καμιά φορά με πολλές μουτζούρες στα σχεδιάσματα, ώσπου έπειτα από διορθώσεις και διορθώσεις, αν δεν καταλήξει στην πυρά, να εξελιχτεί σε πιο ευανάγνωστη φόρμα ποιητικού ή πεζού λόγου.


Μέχρι το 2020 είχατε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, δύο συλλογές διηγημάτων και δύο μυθιστορήματα, ενώ πρωτοεμφανιστήκατε το 1996 με ένα βιβλίο παιδικής λογοτεχνίας («Ιστορίες για φεγγάρια»). Μιλήστε μας λιγάκι για την πορεία σας αυτή και πώς τελικά σας οδήγησε στην έκδοση του τελευταίου βιβλίου σας.

Παλιομοδίτισσα είμαι και μοναχική. Μου αρέσει η βροχή. Αφήνομαι με εμπιστοσύνη στην ψιχάλα όπως και στη μπόρα. Προτιμώ τη μωβ ομπρέλα, μα έχω πάντα και μια κόκκινη, για να μπορώ να πληγώνω τις άφεγγες νύχτες το σκοτάδι. Από τούτο το πληγωμένο σκοτάδι, με τις σπίθες που μαζεύω πορεύομαι και γράφω. Αφήνω το βλέμμα να γυρνάει πίσω απ’ τον καιρό, εκεί που ακόμη οι ψυχές φορούν το πανωφόρι της αθωότητας. Χρώματα και φαντασία, αναγκαία εργαλεία στην παιδική λογοτεχνία όταν φτάνει η γραφίδα ακόμη και στην ουρά ενός κομήτη, με ποδήλατο, εκεί που τρέχουν τα παιδιά και ίσως περιμένουν ν’ ακούσουν, «Ιστορίες για φεγγάρια».

Φυσάει αεράκι δροσερό, τόσο όσο χρειάζεται για να γέρνει η καρδιά σε μια θύμηση, σε μια σκέψη, για να ανοίγει το παράθυρο της νοσταλγίας και να αγιάζουν οι στιγμές όπως συμβαίνει στο μυθιστόρημα «Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο». Η πλοκή εξελίσσεται μέσα από έντονη συναισθηματική φόρτιση, με ακραίες σκηνές οικογενειακής βίας. Η ελληνική κοινωνία σίγουρα έχει να θυμάται πολλές τραγικές περιπτώσεις σαν αυτή της ηρωίδας του βιβλίου, τής Ζωής. Το ‘τι θα πει ο κόσμος’ και ‘αυτό είναι για το καλό σου και το ξέρω μόνο εγώ’ ταλαιπώρησαν γενιές. Ο έρωτας κρίθηκε διακοσμητικός και ενδιαφέρον μόνο ως ανάγνωσμα, όχι σαν στάση ζωής…

Όσο για το δεύτερο μυθιστόρημα «Μια κούρσα για τη Χαριγένεια» , έρχεται να μας θυμίσει πως η κοινωνία ποτέ δεν τους χωράει όλους, γι’ αυτό έχει δημιουργήσει το περιθώριο, για να στέλνει κάποιους εκεί. Όμως, τυχαίνει καμιά φορά κι αυτό το περιθώριο σημαίνει ό,τι και η κορνίζα στις φωτογραφίες των αγαπημένων μας. Συμβαίνει, επειδή η φύση της αγάπης μπορεί να κρύβεται οπουδήποτε, ακόμη κι εκεί. Τη δεκαετία του εβδομήντα, η Χαριγένεια, έρχεται από το πουθενά κι από το περιθώριο και εγκαθίσταται με τη μητέρα και τα δυο της παιδιά στην Κρήτη. Την παρουσία της στη γειτονιά αντιλαμβάνονται πρώτα δυο μάτια καθαρά, της μικρής Ζωής. Μέσα από το βλέμμα και την αισθητική του παιδιού, έτσι όπως μεγαλώνει και εξελίσσεται στο χρόνο, καταγράφεται η διαδρομή της ζωής αυτής της γυναίκας και των ανθρώπων που συναναστρέφεται σε κωμικοτραγικές ή και ακραία τραγικές καταστάσεις. Η Χαριγένεια θα ζήσει τα πάντα, από ένα «αθώο» χαστούκι μέχρι τη βαριά σωματική βία, αλλά και τον έρωτα. Με αντάλλαγμα τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής της και με όρκο σιωπής, (στη διάρκεια της χούντας) θα ανταποκριθεί σε μια απρόσμενη πρόταση. Το τίμημα ακριβό. Ένα μενταγιόν, τα όνειρα και το τυχαίο θα καθορίσουν τη σχέση ανάμεσα στη Ζωή και στη Χαριγένεια στα σαράντα χρόνια που θα ακολουθήσουν μετά τον Ιούλιο του 1974. Όταν θέλει η ζωή να σε λυτρώσει, σου ανοίγει την πόρτα σε έναν καινούριο παράδεισο, εκεί που το αχ του έρωντα ξοδεύεται στη μνήμη του νερού, για να κυλάει ο Αχέροντας με τον καιρό της αγάπης, όταν το τέλος έρχεται απλά και ανώδυνα προοικονομημένο από τη φύση. Έγραψα αυτό το βιβλίο - μνημόσυνο, σε εκείνη την πονεμένη γυναίκα.

Στην Ήπειρο έχω ισχυρούς δεσμούς αγάπης. Με τα χρόνια ένιωσα να μεγεθύνεται ο θαυμασμός μου απέναντι στις μορφές των γυναικών, αυτών των που δεν λογάριασαν φτώχεια, πόλεμο, θάνατο, ξενιτιά και μπήκαν μπροστά στη ζωή. Όταν κατεβαίνει παγωμένος o αέρας από τη Μουργκάνα, τον Γράμμο, το Μιτσικέλι, τα Τζουμέρκα, την Πίνδο, θαρρείς φυσά για να γυρίσει ακόμη μια φορά σελίδες της μνήμης και της ιστορίας. Πρόκληση και πρόσκληση μιας άλλης ανάγνωσης για να συλλαβίσεις το χρέος, να ψιθυρίσεις και να συμπληρώσεις ονόματα. Σε τούτη την άγονη φλούδα της γης, καθεμιά γυναίκα του παλιού καιρού, είναι ένας θρύλος, ένα σύμβολο. Γυναίκες Ηπειρώτισσες, της αντοχής, της υπομονής, της περηφάνιας, της αυτοθυσίας, της τιμής. Θα τις ανταμώσεις, στα καταράχια και στα ρέματα, στις βρύσες, στις ρούγες, στα ρόγκια ζαλωμένες ξύλα ή και με τη σαρμανίτσα στην πλάτη καμιά φορά. Θα τις αναγνωρίσεις από την πυρωμένη ψυχή, αυτή που κρατούν απαράδοτη στα δόντια και δεν θα τις αστοχήσεις ποτέ. Μέσα σου, θα καίει και θα φέγγει το βλέμμα τους. Γυναίκα Ηπειρώτισσα, της άγρυπνης πάλης… Με ευγνωμοσύνη η κατάθεση της δικής μου ψυχής στο βιβλίο «Οι άλλες ν’ απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα».

Όμως, γυναίκα παλαιάς κοπής και η γιαγιά μου, η Γαρυφαλλιά Σιγανού, το γένος Χιονά, μού ξεφύλλισε πρώτη το αλφαβητάρι τής χαράς με σελιδοδείκτη μια φέτα φεγγάρι. Στον περίβολο τής ζωής ποτίζω από τότε την αγάπη και θερίζω, μάγια και θαύματα στο φεγγαρόφωτο όπως με δίδαξε. Επτά διηγήματα, στο βιβλίο «Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα» , κόντρα στον πηλό τής λήθης που βαραίνει μέρα με τη μέρα όλο και περισσότερο απειλώντας να καταστρέψει το ταξίδι και τις αναπολήσεις μου. Δεν μού προκαλεί θλίψη η παροδικότητα από αυτή τη φλούδα τής γης, όχι, την αλλοτρίωση του ανθρώπου στον σύγχρονο κόσμο αισθάνομαι μόνιμη απειλή, όλο και περισσότερο και φοβάμαι και θλίβομαι, γι’ αυτό ο νους συνεταιρίστηκε την καρδιά, έτσι γράφτηκε το βιβλίο τιμώντας τη μνήμη της.

Και περνούν τα χρόνια… Ανοίγεις έπειτα από καιρούς τα συρτάρια και ανακαλύπτεις τα λάφυρα της μνήμης. Θα περάσουν από πολλές αναγνώσεις. Κάτι θα κάψεις, κάτι θα κρατήσεις, κάτι καινούργιο θα σε γοητεύσει από την αρχή. Ας δοκιμάσω το ρίσκο λες. Ο ουρανός χαμηλώνει και ακούει. Ψηλώνει η καρδιά. Ψιθυρίζεις ευχαριστώ. Τα στάχυα γέρνουν με ευγνωμοσύνη στη γη, από αγάπη στην αθέατη ρίζα στο χώμα. Ξεφυλλίζοντας την πρώτη μου ποιητική συλλογή, «Αύριο, στάχυα οι λέξεις», αισθάνομαι πως χρειάστηκε να συλλαβίσω τριάντα χρόνια παρελθόν για να φτάσω στη δεύτερη ποιητική συλλογή «Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις» , αναζητώντας και πάλι την λύτρωση σε έναν άλλο κύκλο ζωής με την προσδοκία για ένα πιο φωτεινό αύριο…


Το τελευταίο σας βιβλίο τιτλοφορείται «Λασίθι, τόπος Μέγας - Η κούπα των θεών» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Φίλντισι». Μιλήστε μας λιγάκι γι’ αυτό.

Ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω για τους θρύλους, τους μύθους, την ιστορία και τους ανθρώπους της γενέθλιας γης του Οροπεδίου Λασιθίου, μέσα από την προσωπική «μυθολογία» και το νόστο επιστροφής στη γενέτειρα. Γράφοντας αισθάνθηκα να συνδιαλέγομαι με τους νεκρούς, με τους απόντες, με ψυχές που δεν γνώρισα. Δρόμοι της ζωής που πήρα δεύτερη φορά, με πάθος, δρόμοι της απουσίας και της απώλειας που ακόμη φοβάμαι. Δρόμοι της ανεμελιάς κάποτε. Δρόμοι που μιλούν τη δική τους γλώσσα ψιθυριστά, καθώς μοιράζουν πεπρωμένα, εκεί που η αγάπη γίνεται περιουσία. Από το μωσαϊκό της μνήμης ξεχωρίζω «Το απάνω δώμα τής γης» ανάγοντας στην καρδιά και στη συνείδησή μου, το Λασίθι σε τόπο Μέγα, συμβολικό ενός κόσμου αγνού και παραδείσιου. Με εξομολογητικό ύφος, προσκυνώ τη ρίζα μου με ευγνωμοσύνη, ελπίζοντας η κατάθεση αυτή της ψυχής να απελευθερώσει όχι μόνο εμένα, αλλά και τον αναγνώστη σε καινούργιο καιρό.

Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Φίλντισι»;

Εξαιρετική η συνεργασία μας. Έχουμε κάνει μαζί επτά βιβλία σε διάστημα επτά χρόνων και θα συνεχίσουμε μαζί με τα επόμενα πέντε βιβλία που είναι έτοιμα από καιρό, ελπίζοντας και σε άλλα. Η κυρία Σύσση Καπλάνη διαθέτει την εμπειρία να αξιολογήσει αντικειμενικά ένα λογοτεχνικό έργο και λειτουργεί με αισθητήριο και αγάπη τόσο για το βιβλίο, όσο και για τον συγγραφέα. Και κάτι ακόμη σπουδαίο για εμένα τουλάχιστον, ο εκδοτικός οίκος «Φίλντισι», είναι πρόθυμος πάντα να καλύψει όλα τα έξοδα της έκδοσης, σπάνιο για πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, μπορεί όμως να συμβεί.

Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης πιάνοντας στα χέρια του αυτό το ογκώδες, ομολογουμένως, βιβλίο θα διαπιστώσει ξεφυλλίζοντάς το ότι πρόκειται για μία συνύπαρξη πεζού και ποιητικού λόγου, ένα φωτογραφικό και αφηγηματικό λεύκωμα, ένας φόρος τιμής στην ιερή γη του Λασιθίου. Ποια συναισθήματα σας παρακίνησαν στην συγγραφή του, πέρα από την αγάπη σας που είναι διάχυτη γι’ αυτό τον τόπο;

Ναι, πρώτα η αγάπη με ώθησε. Παντοδύναμη καθώς είναι, με οδήγησε θαρρείς και ήταν ένστικτο επιβίωσης σε μια δύσκολη περίοδο της ζωής μου, θέλοντας αρχικά να κρατηθώ κοντά στους ανθρώπους με αξιοπρέπεια και μετά επαναπροσδιορίζοντας τη ζωή, να θαυμάσω με ενεργό αίσθημα ενθουσιασμού τον γενέθλιο τόπο από την αρχή. Μετά ήρθε η ευγνωμοσύνη να με κινητοποιήσει, να με κάνει να αναγνωρίσω και να θέλω να ανταποδώσω όσα όφειλα. Ένιωσα τρυφερότητα για πολλά από τα πρόσωπα που αναφέρονται στο βιβλίο, αλλά και μελαγχολία και λύπη, αυτό ενίσχυε την ανάγκη μου να μιλήσω για τις ζωές τους. Και η υπερηφάνεια όμως για το Λασίθι, η χαρά, η συγκίνηση στάθηκαν χορηγοί στη σκέψη κρατώντας το ενδιαφέρον μου να συνεχίσω αμείωτο.

Η πεζογραφία και η ποίηση είναι διαφορετικά είδη λογοτεχνίας, όμως τα καταφέρνετε και στα δύο. Προτιμάτε, ωστόσο, κάποιο είδος περισσότερο και γιατί;

Επιστρέφω συνειδητά από μεγαλύτερη εσωτερική ανάγκη στην ποίηση. Είναι μια πράξη ρομαντική που θεραπεύει τον ανήσυχο νου στο ταξίδι τού χρόνου, μια παραξενιά πολυτελείας αν θέλετε, μια ευεργεσία συνείδησης που μού επιτρέπει να ζω χωρίς ενοχές. Αισθάνομαι πως η Χαρούλα Βερίγου έμεινε για πάντα στην Κρήτη, να γοητεύεται από τη μνήμη της Όστριας και την περηφάνια του τόπου. Στην Κέρκυρα, ως Ζωή Δικταίου, δόκιμη της ποίησης, καταθέτω την ψυχή μου στο Ιόνιο φως και στη βροχή.


Υπάρχει συγκεκριμένη ψυχική διάθεση, που προηγείται της συγγραφής ποιήματος ή πεζογραφήματος; Γνωρίζετε από πριν τι θα προκύψει ή πιάνετε «το μολύβι» και γράφετε αυθόρμητα, αδιαφορώντας αν αυτό που θα προκύψει θα είναι ποίημα, διήγημα ή μυθιστόρημα;

Δεν θυμάμαι να έχω γράψει ποτέ από ευτυχία. Συνήθως όταν πιέζεται η ψυχή, όταν μετρώ πληγές, άδικο και κρίματα, τότε αντιδρώ. Η ψυχή διαισθάνεται, ο νους γνωρίζει κάθε φορά με τι καταπιάνεται. Συνήθως κάνω πολλά σχεδιάσματα τόσο στον πεζό όσο και στον ποιητικό λόγο αντλώντας κίνητρα από την καθημερινότητα, τα διαβάσματά μου, τους ταμιευτήρες της μνήμης, της εμπειρίας, της παρατήρησης, των γεγονότων.

Τι σημαίνει η ποίηση για εσάς; Έχει, θεωρείτε, να προσφέρει κάτι στη σημερινή εποχή;

Η ποίηση απαλλαγμένη από γήινους δεσμούς είναι ένα ανοικτό παράθυρο, ένα μακρινό φως που ταξιδεύει και μοιράζεται για να μένει αιώνιο. Μου υπενθυμίζει την ανάγκη της εγρήγορσης, την αξία της αρμονίας, τη δύναμη του νου. Είναι θητεία ζωής, καταφύγιο, περιπλάνηση, προσήλωση, δοκιμασία, αγώνας, όλα αυτά και πολλά άλλα. Οι λέξεις στον ποιητικό λόγο γίνονται σκαλοπάτια για την ελευθερία. Ποίηση σημαίνει λύτρωση, μια βαθιά αναζήτηση του ανθρώπου, ίσως και η ακριβή μεταγωγή της σκέψης στη σφαίρα της συνείδησης.

Ένας λογοτέχνης, πρέπει να πασχίζει να αποτυπώνει τον κόσμο του όπως είναι ή να τον αναπαριστά όπως τον πλάθει με το μυαλό του;

Με τις λέξεις ο ανθρώπινος εγκέφαλος αιχμαλωτίζει τον κόσμο, ακόμη και το σύμπαν, μέσα στις φόρμες των λέξεων γεννιούνται οι σκέψεις, οι ιδέες, τα συναισθήματα, οι ανάγκες, οπότε ο λογοτέχνης καλείται να μην απομακρυνθεί υπερβολικά, να μην ξεμακραίνει από την αποτύπωση τού κόσμου του ως έχει.

Από τι εμπνέεστε; Υπάρχουν λογοτέχνες που σημάδεψαν τη γραφή σας;

Η ίδια η ζωή και οι ρόλοι που μοιράζει καθημερινά αποτελούν πηγές έμπνευσης. Με γοητεύουν φεγγάρια, γιασεμιά, κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, συναισθήματα, βλέμματα, δακρυσμένα μάτια, έρημοι δρόμοι, ακρογιάλια, βουνά, όσο και τα ξεφτισμένα αποκόμματα από τις δαντέλες του παλιού καιρού. Με εμπνέει η αγάπη, η προσήλωση, η αφοσίωση, η ευαισθησία. Μου αρέσει η βροχή. Η βροχή είναι μοναδική εμπειρία και αποτελεί για εμένα την ιδανικότερη πηγή έμπνευσης. Τότε ανοίγουν οι δρόμοι τού νου και ό,τι υπάρχει εκεί βρίσκει τρόπο να κυλήσει, με το δάκρυ, με το νερό, με το παράπονο για να φτάσει αύριο, εκεί που γέρνουν οι ψυχές, εκεί που ακόμη είναι χτες και να ανακαλύψει την αρχαιότερη γεύση ζωής, την αλμύρα. Θεωρώ ότι ο Νίκος Καζαντζάκης έχει σημαδέψει πολύ τη γραφή μου.

Η γραφή αποτελεί για εσάς μια διέξοδο από τα προβλήματα της ζωής ή εξυπηρετεί κάποιο σκοπό διαφορετικό;

Η γραφή είναι ιερή υπόθεση, αποτελεί επιθυμία και ανάγκη ασυμβίβαστη τελικά. Γράφω, θαρρείς και κάνω ανακωχή και πόλεμο μαζί, με τον μέσα μου άνθρωπο ανάβοντας όλα τα σκοτάδια. Στη δημιουργική μου μοναχικότητα δεν υπάρχει σύνορο. «Το έργο που παράγει ο άνθρωπος είναι ιερό κι ας μην είναι ιερός αυτός ο ίδιος» λέει ο Άγγελος Τερζάκης και συμπληρώνει: «Όλη η μυστική διαδικασία της Τέχνης σε αυτό στηρίζεται. Στο να παράγεις ιερότητα από την αμαρτία σου». Αγαπώ τις ώρες που γράφω, παίρνουν μεταγραφή οι αμαρτίες μου.

Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να πείτε ως αναγνώστης στους συγκαιρινούς σας συγγραφείς ή κάτι που θα θέλατε να μοιραστείτε ως ποιήτρια με τους αναγνώστες σας;

Να μείνουμε όσο πιο μακριά γίνεται από τα εύκολα και τις ψευδοδραστηριότητες εκτιμώντας τη σιωπή περισσότερο από τις ανόητες αντιπαραθέσεις. Η λογοτεχνία, μπορεί να εκφράσει ορισμένα μοναδικά πράγματα. Είναι το μέσον που έχει τη δύναμη να διευρύνει το νου, να μας οδηγήσει στην εναντίωση στα στερεότυπα, στις προκαταλήψεις, να στρέψει το ενδιαφέρον μας σε αξίες ξεχασμένες. Ένα βιβλίο ανοίγει δρόμους σε ό, τι αφορά την ανθρώπινη δραστηριότητα. Ελάτε να χτίσουμε μια καινούργια γέφυρα, να θυμηθούμε την αξία της κουλτούρας του λόγου, να μιλήσουμε, γιατί και έτσι μπορεί να μεταδώσουμε το καλό, γιατί και έτσι μπορούμε να επικοινωνούμε με αξίωση την ελεύθερη σκέψη. Και επειδή, με καμιάν άλλη πνευματική κατάκτηση του ανθρώπινου γένους δεν μπορεί να συγκριθεί η γλώσσα, ας την σεβαστούμε, αφού με όχημα εκείνη, όχι μόνο εκφράζουμε τις επιθυμίες και τα πιστεύω μας, αλλά συνειδητοποιούμε και τις διαθέσεις προς την κοινωνία και τον ίδιο τον εαυτό μας. Μακάρι να αλλάξει η μοίρα των λέξεων, να σταματήσουν να φθείρονται στο στόμα του ανθρώπου, όχι από την πολλή χρήση, αλλά από την κακή χρήση.


Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο δημιουργό που πασχίζει να πραγματοποιήσει τα πρώτα του βήματα στο χώρο της λογοτεχνίας;

Η διαδικασία της γραφής προϋποθέτει αγάπη για το βιβλίο, αλλά δεν φτάνει μόνο αυτό. Εφόδια θα έλεγα πως είναι η αυτογνωσία, η αυτοπειθαρχία, η αφοσίωση. Ας πορευτεί ο νέος δημιουργός με αισιοδοξία, αγαπώντας τον εαυτό του και το ρίσκο, με γνώμονα την ευαισθησία και σεβασμό στη γλώσσα και να είναι βέβαιος πως αν κοπιάσει, στο τέλος θα τα καταφέρει, ό,τι κι αν είναι αυτό που προσπαθεί.

Τέχνη πάνω απ’ όλα σημαίνει συγκίνηση, έλεγε ο Μπερξόν. Τι σας συγκινεί ως αναγνώστρια και τι είδους συγκινήσεις προσπαθείτε να μεταδώσετε ως ποιήτρια;

Ευτυχώς ναι, η Τέχνη έχει τη δύναμη που μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο να νιώσει καλύτερα. Ίσως η λογοτεχνία να μην κάνει τίποτε περισσότερο από αυτό, όμως και αυτό είναι πολύ σημαντικό γιατί όντως η συγκίνηση που αφήνει η ανάγνωση, ή η μελέτη ενός καλού βιβλίου είναι ένας σηματοδότης στο τρόπο τής έκφρασης. Νιώθω πως η λογοτεχνία είναι τροφή του νου. Ως αναγνώστρια με συγκινεί η ωραία, η ώριμη γραφή, τα βιβλία που θέτουν ερωτήματα ή διλήμματα, αυτά με βοηθούν να κατανοήσω τον εαυτό μου και τον κόσμο. Ο ποιητικός μου λόγος είναι καθαρά λυρικός. Θα ήθελα μέσα από αυτή τη μουσικότητα του λόγου να εισπράξει ο αναγνώστης όχι μόνο τη συγκινησιακή αύρα και φόρτιση, αλλά και το μήνυμα και το κλίμα μιας δεδομένης κατάστασης ή εμπειρίας, να αισθανθεί εκείνη τη χαρά τής συγκίνησης που δεν κρύβεται και δεν μπορεί να περάσει στο παρασκήνιο, αντιθέτως επιβεβαιώνει την ανθρωπιά, την τιμή, την ευαισθησία κάθε φορά που οι μισοξεχασμένες προσδοκίες έρχονται στην επιφάνεια, σαν να περίμεναν πάντα την κατάλληλη ευκαιρία.

Η πλούσια ποιητική παραγωγή των ημερών μας και ο κοινωνικός αναβρασμός που εκδηλώνεται στην Ελληνική Πολιτεία, λόγω των οξυμένων οικονομικών προβλημάτων, υπάρχει περίπτωση να θέσει της προϋποθέσεις για τη δημιουργία μιας «Ποίησης της Κρίσης», που θα ασχοληθεί με τα φλέγοντα ζητήματα της εποχής μας;

Φυσικά ναι. Διαπιστώνουμε όλο και περισσότερο πως υπάρχει μια καινούργια πολιτική συνείδηση ποιητών η οποία έχει την ευαισθησία να αντιδρά, να διαμαρτύρεται και σίγουρα στοχεύει στο να παρέμβει κοινωνικά μη αντέχοντας τη συνενοχή και το άδικο. Έγραψα και εγώ κάποιους μονολόγους πιεσμένη μέσα σε αυτή την περίοδο που διανύσαμε και διανύουμε.

Έχετε κάποια αξίωση από τους ομότεχνούς σας για τον ρόλο που θα έπρεπε να διαδραματίσουν σήμερα; Ποια είναι, πιστεύετε, η μεγαλύτερη πλάνη που θα πρέπει να αποφύγει ένας λογοτέχνης;

Ο λογοτέχνης ζει και δέχεται ερεθίσματα από το περιβάλλον του, οπότε είναι προσωπική υπόθεση καθ’ ενός ο ρόλος που θέλει να έχει. Η μόνη αξίωσή μου έχει να κάνει με τον σεβασμό στη γλώσσα και την ειλικρίνεια. Όσο για την μεγαλύτερη πλάνη, τι άλλο από το να γίνει κάποιος δέσμιος συμπεριφορών που ακυρώνουν την λογική και να πέσει στην παγίδα τού «εγώ είμαι...»

Από αυτά που γνωρίζετε με βεβαιότητα για τον εαυτό σας, πείτε μου ένα χαρακτηριστικό που θα θέλατε να διατηρήσετε οπωσδήποτε κι ένα που θα θέλατε να αλλάξετε πάση θυσία.

Το να παραμείνω αισιόδοξη, να συνεχίσω να αντιμετωπίζω τις δυσκολίες με καλή διάθεση, ευέλικτη σκέψη και το πείσμα της γυναίκας. Η Ιαπωνική κουλτούρα, διδάσκει την τέχνη της επισκευής των σπασμένων κεραμικών με δυνατή κόλλα και σκόνη χρυσού. Στο τέλος της διαδικασίας, το επισκευασμένο κεραμικό είναι πιο δυνατό και με μεγαλύτερη αξία από πριν. Αυτό μού αρέσει σαν παράδειγμα, όταν αγαπάς τη ζωή, μπορείς να διορθώσεις πολλά. Εμπιστεύομαι εύκολα, αυτό θα ήθελα να το άλλαζα, είναι ευχή και κατάρα μαζί.

Ο Γκαίτε έλεγε: «Το ταλέντο τρέφεται στη μόνωση, μα ο χαρακτήρας στις τρικυμίες της ζωής». Ένας ποιητής πρέπει να είναι, κατά την γνώμη σας, μοναχικός άνθρωπος ή άτομο κοινωνικό που που βυθίζεται στην τύρβη της ζωής;

Πιστεύω πως τα βιβλία γράφονται κυρίως από ανθρώπους μοναχικούς, από εκείνους που δεν βολεύονται και που όσο κι αν προσπάθησαν δεν κατάφεραν ποτέ να περπατήσουν για πολύ σε στράτες ευτυχίας, δεν τους αφήνουν οι μέσα φωνές. Ο μοναχικός άνθρωπος, έχει μια πιο έντιμη και πιο ειλικρινή συμπεριφορά, μένει ελεύθερος, αφουγκράζεται και τολμά να ζητά ακόμη και τις αλήθειες που στέκονται απέναντί του με σκληρότητα πολλές φορές, για να τον λυτρώσουν όμως. Στην ποίηση, η μοναχικότητα γίνεται συνοδοιπόρος για την πνευματική ανύψωση και ας είναι μια μόνο σπιθαμή από το πάτωμα.

Τι να περιμένουμε από εσάς στο εγγύς μέλλον; Έχετε κάποια συγγραφικά σχέδια που μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας;

Ο εκδοτικός οίκος Φίλντισι έχει πέντε βιβλία μου υπό έκδοση. Δύο ποιητικές συλλογές, «Αύριο, νηπενθής άνεμος οι λέξεις» και «Αύριο, ασύνορη βροχή οι λέξεις», δύο οδοιπορικά αφιερώματα, «Κέρκυρα σμίλη της ψυχής, φως στη βροχή» και «Οιστρήλατος, Ιόνιος πλους» και τη συλλογή διηγημάτων, «Της Όστριας, αναλφάβητος νόστος». Κατά τα άλλα, όλο και κάτι γράφω, όλο και κάτι διορθώνω από παλιές γραφές σε παιδική λογοτεχνία και θεατρικά έργα.

Κυρία Βερίγου, σας ευχαριστούμε για την όμορφη συζήτηση και σας ευχόμαστε κάθε επιτυχία, προσωπική και συγγραφική.

Από την ψίχα της ψυχής ευχαριστώ. Να θέλει η ζωή!


Βιογραφικό:

Γεννήθηκα στον Άγιο Νικόλαο της Κρήτης το 1962 και μεγάλωσα στο Τζερμιάδων του Οροπεδίου Λασιθίου. Εκεί έμαθα τα πρώτα μου γράμματα. Η ζωή με έφερε στην Κέρκυρα, όπου για πολλά χρόνια εργάστηκα ως Διοικητικός Υπάλληλος στη Σχολή Τουριστικής Εκπαίδευσης.
Με γοητεύουν τα γιασεμιά, τα κιτρινισμένα χαρτάκια της θύμησης, οι ξεχασμένοι δρόμοι, τα βουνά, τα ξέφτια από τις δαντέλες το παλιού καιρού. Όπως αναπνέω, μιλάω, ονειρεύομαι, συμφιλιώνομαι με τη ζωή και τον θάνατο, έτσι και γράφω. Ακουμπώ στο παρελθόν κι όμως η λέξη που με ορίζει είναι το «Αύριο». Πιστεύω στην αγάπη.
Αγαπώ τον πεζό λόγο κι ας επιστρέφω πάντοτε στην ποίηση.
Ως «Χαρούλα Βερίγου» γοητεύομαι από τη μνήμη της Όστριας και την περηφάνια της Κρήτης.
Ως «Ζωή Δικταίου» επιστρέφω την ευγνωμοσύνη μου στο Ιόνιο φως και στη βροχή.
Στίχοι μου έχουν μελοποιηθεί από τον Νίκο Ανδρουλάκη, τον Γιώργη Κοντογιάννη, τον Ανδρέα Ζιάκα, τον Γιάννη Νικολάου, τον Αλέξανδρο Χατζηνικολιδάκη και τον Θοδωρή Καστρινό.


Εργογραφία

Αύριο, αφή αλμύρας οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, εκδόσεις Φίλντισι, Νοέμβριος 2020.
Αθιβολή γαρύφαλλο και θύμηση κανέλλα, Διηγήματα, εκδόσεις Φίλντισι, Νοέμβριος 2019.
Αύριο στάχυα οι λέξεις, Ποιητική συλλογή, εκδόσεις Φίλντισι, Σεπτέμβριος 2018.
Οι άλλες ν' απλώνουν ρούχα κι εσύ τριαντάφυλλα, Διηγήματα, εκδόσεις Φίλντισι, Φεβρουάριος 2018.
Μια κούρσα για τη Χαριγένεια, Μυθιστόρημα, εκδόσεις Φίλντισι, Μάιος 2017.
Αύριο, νυχτώνει φθινόπωρο, Μυθιστόρημα, Εκδόσεις: Φίλντισι, Ιούνιος 2015.
Ιστορίες για φεγγάρια, Παιδική Λογοτεχνία, εκδόσεις Έψιλον, 1996.

Συμμετοχές σε συλλογικά έργα

«Γράμματα της ποίησης», Ποιητική ανθολογία, εκδόσεις Ατέχνως, 2020.
«Μονόλογοι», Ποιητική ανθολογία, εκδόσεις το βιβλίο, 2017.