Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Γδικιωμός" της Παρασκευής Αδαμίδου Κηπουρίδου | Γράφει η Ιωάννα Κανελλοπούλου


Συγγραφέας: Παρασκευής Αδαμίδου Κηπουρίδου
Έτος έκδοσης: 2020
Σελ.: 463
Εκδόσεις: Υδροπλάνο

                                                       Γράφει η Ιωάννα Κανελλοπούλου


«Ο Γδικιωμός αφανίζει τον αρσενικό πληθυσμό. Γραπτοί νόμοι ανύπαρκτοι. Τα «θέλω» και οι ελευθερίες δεν καρπίζουν. Η γυναίκα βράχος. Εργατική, τίμια, υποταγμένη στον άνδρα. Το σπίτι, η βοσκή του κοπαδιού, οι αγροτικές δουλειές, το ψάρεμα, οι αλυκές, η μεταφορά νερού, το μεγάλωμα των παιδιών δική της υπόθεση. Τα νεαρά κορίτσια έχουν την ίδια μοίρα».

ΓΔΙΚΙΩΜΟΣ της Παρασκευής Αδαμίδου Κηπουρίδου, ένα ιδιαίτερα προσεγμένο βιβλίο που ομολογουμένως, διάβασα δύο φορές για να μπορέσω να έχω αντικειμενική άποψη.

Η ιστορία του βιβλίου διαδραματίζεται στη Μάνη και μας ταξιδεύει πολλές δεκαετίες πίσω, σ έναν τόπο σκληρό αλλά και όμορφο, άνυδρο και άγονο.  Τοπίο σμιλεμένο στην πέτρα. Πυργόσπιτα που η εικόνα τους παραπέμπει σε νεράιδες και πειρατές, με μια θάλασσα λουσμένη σε αντανακλάσεις χρωμάτων.  Ένας τόπος που η συγγραφέας φροντίζει να μας γνωρίσει καλά μέσα απ’ τις σελίδες του βιβλίου της, δίνοντας έτσι τόνο αυθεντικότητας στην ιστορία του έργου της.

Βιγλάτορας ο Σαγγιάς, πότε βυθισμένος σε ρόδινα χρώματα αυγινά και πότε στη χρωματική σαγήνη του γέρματος, δίνει μια γλυκιά, μελωμένη ηρεμία στο σκληρό τοπίο. Άνθρωποι του μόχθου και της επιβίωσης, που  γι’ αυτούς οι γραπτοί νόμοι, είναι ανύπαρκτοι. Οι άγραφτοι νόμοι γίνονται οι ρυθμιστές της ζωής τους και  δεν αφήνουν περιθώριο για να καρπίσουν οι ελευθερίες, τα θέλω και οι έρωτες.

 Τα αρσενικά της οικογένειας, επιφορτισμένα με την υποχρέωση να εκδικούνται σε κάθε περίπτωση προσβολής της τιμής και της υπόληψης, ειδικά των γυναικών τους. Όλοι λίγο πολύ ξέρουμε πως εκείνα τα χρόνια η τιμή ήταν το παν για την οικογένεια και πως οι άντρες φρόντιζαν με κάθε τρόπο να διατηρηθεί καθαρό το όνομα της.

 Ο Γδικιωμός όμως, αφανίζει τον αρσενικό πληθυσμό και η μανιάτισσα γυναίκα οφείλει να σταθεί βράχος και να στηρίξει τη γενιά της. Μέσα απ’ το βιβλίο, βλέπουμε τη γυναικεία φιγούρα να στέκεται ισάξια και δυναμικά μπροστά στις δυσκολίες, σε εποχές «ανδροκρατούμενες». Η σιωπή της γυναίκας που υπομένει πολλά… όμως αντέχει, παρά τον πόνο και την άηχη κραυγή των συναισθημάτων της.

 Ένας αγνός έρωτας, γεννιέται εκείνη την εποχή, ανάμεσα σε δυο νέους. Η Αλεξάνδρα και ο Παντελής, δύο νέα παιδιά που ανήκουν σε φατρίες, που στο παρελθόν έχουν ξεκληρίσει η μία την άλλη θα ερωτευτούν και θα δοκιμαστούν.  Τι περιθώρια αφήνει μια τέτοια κατάσταση να ανθίσει και να καρπίσει μια τέτοια αγάπη; Θα το ανακαλύψετε ξεφυλλίζοντας τις 463 σελίδες του βιβλίου, που κάθε άλλο παρά κουραστικές θα σας φανούν.

 Μια έξυπνη και προσεγμένη πινελιά, αυτή του έρωτα των δύο νέων, έρχεται να δώσει έναν προβληματισμό στον αναγνώστη και να τον καθηλώσει με μεγάλη προσοχή, μέχρι το τέλος της ιστορίας του Γδικιωμού.

Λιτή και κατανοητή γραφή, με παραστατικές σκηνές και καθόλου κουραστικό. Ο λόγος της συγγραφέα είναι περιγραφικός και λυρικός. Οι πιο παλιοί σίγουρα γνωρίζουν πως τα έθνη κι έθιμα που προβάλει η συγγραφέας μέσα απ’ το βιβλίο της αν και σκληρά, ήταν υπαρκτά εκείνη την εποχή. Η Παρασκευή Κηπουρίδου, με την πένα της καταφέρνει να μας μυήσει στα ήθη εκείνης της εποχής και οι ήρωες της ιστορίας της είναι τόσο αριστοτεχνικά δομημένοι, ώστε μέσα από την αφήγηση να γνωρίσουμε τον καθένα σε βάθος. Οι σκέψεις τους, ο πόνος, τα τραύματα που τους σημάδεψαν, τα μυστικά που κουβαλάνε και θα φέρουν την ανατροπή . Η χρήση τοπικών ιδιωμάτων, κάτι που σίγουρα δεν κουράζει τον αναγνώστη, μιας και στο τέλος του μυθιστορήματος υπάρχει λεξιλόγιο με όλες τις τοπολαλιές που συμπεριλαμβάνονται στην ιστορία, δίνει πινελιές αυθεντικότητας στην ιστορία.

 

ΠΕΠΕΡΊΛΗΨΗ:    Μάνη. Τόπος όμορφος, σκληρός, άγονος, άνυδρος. Πυργόσπιτα που θυμίζουν νεράιδες και πειρατές. Θάλασσα ιριδίζουσα. Ο Σαγγιάς βιγλάτορας. Πότε βυθισμένος σε ρόδινα χρώματα και πότε στη σαγήνη του γέρματος, απαλύνει το σκληρό τοπίο.  Άνθρωποι του μόχθου και της επιβίωσης. Πρόσωπα σμιλεμένα με την σκληράδα του τοπίου. Τα αρσενικά επιφορτισμένα με το καθήκον να εκδικούνται σε περίπτωση προσβολής της τιμής και της υπόληψης της οικογένειας. Ο Γδικιωμός αφανίζει τον αρσενικό πληθυσμό. Γραπτοί νόμοι ανύπαρκτοι. Τα «θέλω» και οι ελευθερίες δεν καρπίζουν.  Η γυναίκα βράχος. Εργατική, τίμια, υποταγμένη στον άνδρα. Το σπίτι, η βοσκή του κοπαδιού, οι  αγροτικές δουλειές, το ψάρεμα, οι αλυκές, η μεταφορά νερού, το μεγάλωμα των παιδιών δική της υπόθεση. Τα νεαρά κορίτσια έχουν την ίδια μοίρα.   Σ’ αυτές τις συνθήκες, γεννιέται ένας αγνός έρωτας, σε γόνους φατριών, οι οποίες αφού ξεκλήρισαν η μία την άλλη, είναι σε «ψυχαδερφοσύνη».  Αλήθεια τι πιθανότητες υπάρχουν να ανθίσει και να καρπίσει κάτι τέτοιο;

 

Αποσπάσματα βιβλίου

1ο   Στο μεταξύ, η μαμή γλίστρησε μέσα στην ομίχλη και κατευθύνθηκε προς το σπίτι της αδερφής της, ένα πυργόσπιτο σε άλλη γειτονιά του χωριού. Ο δρόμος φάνταζε ατέλειωτος, κουραστικός και η εκκωφαντική σιωπή τρομακτική. Η ομίχλη, ένας τρομακτικός, άυλος μανδύας που την κύκλωνε απειλητικά και την έκανε να αναπνέει με δυσκολία. Βάδιζε βιαστικά, με έναν ανεξήγητο φόβο να της τριβελίζει το νου, στέλνοντας αλλεπάλληλα κύματα ρίγους στη ραχοκοκαλιά της. Δεν έπαυε μάλιστα, σε τακτά χρονικά διαστήματα, να ρίχνει κλεφτές ματιές, γύρω και πίσω της, σαν αλλοπαρμένη. Όλα γύρω έμοιαζαν ακίνητα. Ούτε μια γάτα, ούτε ένα αδέσποτο σκυλί. Λες και το ζοφερό τοπίο τα έκανε όλα να λουφάξουν τρομαγμένα. Ψυχή δεν κυκλοφορούσε. Ερημιά και εκκωφαντική σιγή.

2ο   Στο βάθος η απέραντη θάλασσα λουζόταν στις αντανακλάσεις των χρωμάτων, ενώ ο Σαγγιάς έμοιαζε κι αυτός βυθισμένος στη χρωματική σαγήνη του γέρματος, με τις κορυφογραφές του να διαγράφονται στον ορίζοντα, βαμμένες σε όλες τις χρωματικές αποχρώσεις του μοβ. Τα λιόδεντρα κουνούσαν απαλά τις χνουδωτές φυλλωσιές τους, σκορπώντας μια ασημόγκριζη μαγεία, η οποία απάλυνε τις σκληρές γραμμές του τοπίου, με μια μελωμένη αίσθηση ηρεμίας, που χάιδευε μητρικά το βλέμμα και την ψυχή. Οι συκιές στην αυλή του πυργόσπιτου, φουντωτές, ντυμένες με τη φρέσκια φυλλωσιά τους, καμάρωναν φορτωμένες νιόβγαλτους καρπούς. Κάτω από μια μεγάλη συκιά, δυο κοριτσάκια φλυαρούσαν χαρούμενα ενσαρκώνοντας τον ρόλο της μαμάς. Τάιζαν τις κούκλες και μιλούσαν ασταμάτητα. Κι ήταν τόσο όμορφες εκείνες οι κούκλες. Η γιαγιά Αλεξάνδρα τις είχε φτιάξει από πανιά, παραγεμισμένα με κουρελάκια. Είχε βάλει όλη της την αγάπη και την υπομονή, αλλά και τέχνη περισσή. Τους είχε  κεντήσει φρύδια, μάτια, μύτη, στόμα, ρόδινα μάγουλα και τους είχε ράψει πανέμορφα φορέματα από ρετάλια, που είχε φυλαγμένα στο μπαούλο. Μία κούκλα για την Αλεξάνδρα και άλλη μια για την Αθηνά της.

 

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Παρασκευή Αδαμίδου Κηπουρίδου

Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Χαραυγή Κοζάνης. Εργάστηκε για τριάντα ένα χρόνια, ως Νηπιαγωγός στον Δημόσιο τομέα. Ασχολείται με ποίηση, πεζογραφία, παραμύθι, εκπαιδευτικό βιβλίο για παιδιά προσχολικής ηλικίας, εικονογράφηση παραμυθιού και ζωγραφική.

 Έχει λάβει μέρος σε ομαδικές εκθέσεις, και έχει κάνει μία ατομική. Έχει εκδώσει ένα βιβλίο εκπαιδευτικού περιεχομένου από τις εκδόσεις «Διηνεκές». Από τις εκδόσεις «Υδροπλάνο» έχει εκδοθεί το παραμύθι: «Η απαγωγή του Αϊ – Βασίλη», το μυθιστόρημα: «Γδικιωμός» και είναι υπό έκδοση το δεύτερο μυθιστόρημά της «Πενταύγενη» Το βιβλίο της «Η απαγωγή του Αι Βασίλη» έχει πάρει πρώτο βραβείο στον δεύτερο Πανελλήνιο διαγωνισμό βιβλίου του λογοτεχνικού περιοδικού Κέφαλος, παραμυθιών που έχουν εκδοθεί το 2019.

Ποιήματά της έχουν δημοσιευθεί σε λογοτεχνικές σελίδες, ποιητικά ανθολόγια και στον πρώτο τόμο της Εγκυκλοπαίδειας σύγχρονων Ελλήνων λογοτεχνών «Κέφαλος».

Έχουν βραβευθεί παραμύθια, χαϊκού, μουσικοί στίχοι και έχει μελοποιηθεί ένα ποίημά της. Της έχει δοθεί το βραβείο «Θεά Αθηνά» από το λογοτεχνικό περιοδικό «Κέφαλος» για την συνολική παρουσία της στη λογοτεχνία και την ποίηση.

 

Βαθμολογία: 10