Ιωάννης Λαδάκης: "Οι ήρωές μου δεν αποτελούν πάρα διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μου που πάντα με στοιχειώνει"

 


O Ιωάννης Λαδάκης είναι ένας νέος λογοτέχνης, που με το έργο του πασχίζει να παρέμβει στο κοινωνικό γίγνεσθαι και να συμβάλει στην αναδιαμόρφωσή του. Να αφυπνίσει και να αφυπνιστεί, όπως δηλώνει και ο ίδιος στο βιογραφικό του. Τα κείμενά του είναι υπαρξιακά, πολιτικοποιημένα, εντόνως φιλοσοφικά, μα συνάμα και γειωμένα στη ζώσα πραγματικότητα και την ανάγκη για την κατανόηση και τον ανασχηματισμό της. Τα όποια υπερρεαλιστικά μυθοπλαστικά στοιχεία ενυπάρχουν στο έργο του (δυστοπικής κατεύθυνσης κυρίως), δεν αποσκοπούν στο να χτίσουν ένα φυγόκοσμο λογοτεχνικό περιβάλλον, αλλά να αναδείξουν, μέσω της υπερβολής και του συμβολισμού, τις αντιφάσεις και τον παραλογισμό του κόσμου που μας περιβάλει.

Με αφορμή το τελευταίο του έργο, «Το βιβλίο της μεγάλης ανοχής» από τις εκδόσεις «Πηγή», τον φιλοξενούμε σήμερα στις Τέχνες με σκοπό να τον γνωρίσουμε καλύτερα.

Ας δούμε τι είχε να μας πει...

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Λίχνο

 

Αγαπητέ κ. Λαδάκη, αρχικά πείτε μας πώς μπήκε στη ζωή σας η συγγραφή; Τι ήταν εκείνο που σας έκανε αρχικά να πιάσετε στο χέρι σας μολύβι και χαρτί; 

Η λογοτεχνία μπήκε στη ζωή μου στην ηλικία των 15. Οι εικόνες, οι ιδέες και οι διαφορετικοί τρόποι έκφρασης με τους οποίους ερχόμουν σε επαφή μέσα από την ανάγνωση διαφόρων σπουδαίων συγγραφέων και ποιητών δεν άργησαν να μου δημιουργήσουν την ανάγκη να προσπαθήσω κι εγώ να γράψω κάτι. Οι κοινωνικοπολιτικές συνθήκες και η διάχυτη, χυδαία υποκρισία των πρώτων χρόνων της κρίσης στην Ελλάδα αποτέλεσαν υπεραρκετά ερεθίσματα προκειμένου να αρχίσει να παίρνει μορφή αυτό που είχα στο μυαλό μου σχετικά με την τέχνη της συγγραφής και την διαδικασία του κοινωνικοπολιτικού στοχασμού. 

Το τελευταίο σας μυθιστόρημα λέγεται «Το βιβλίο της μεγάλης ανοχής» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πηγή». Γιατί επιλέξατε αυτόν τον τίτλο;

Το συγκεκριμένο βιβλίο γράφτηκε το 2016, λίγο πριν την ολοκλήρωση των σπουδών μου και λίγο μετά την ματαίωση όσων μπορούσε να ονειρευτεί ο ελληνικός λαός αναφορικά με τις «επαναστατικές» δράσεις που ευαγγελιζόταν ένα αστικό κόμμα. «Το βιβλίο της μεγάλης ανοχής» αναφέρεται σε όλα όσα εξαναγκάζεται να ανεχτεί ένας νέος άνθρωπος (κοινωνικοί καταναγκασμοί – στερεότυπα ή μοτίβα ζωής, πολιτικοί καταναγκασμοί – συστημική λειτουργία, έκταση της κοινωνικής/ταξικής ανισότητας και αδρανοποίηση/ισοπέδωση της πολιτικής σκέψης). Όλα τα προαναφερθέντα τοποθετούνται στο κάδρο υπό τη σκοπιά ενός νέου, αμόλυντου μυαλού που διαταράσσει την ισορροπία του λόγω της σφοδρής σύγκρουσης με την τυπική πραγματικότητα και την αίσθηση αδυναμίας να την υπερβεί. 

Στο προηγούμενο έργο σας «Απομόνωση», παρακολουθήσαμε έναν απλό άνθρωπο να απορροφάται από την εικονική πραγματικότητα που είχε χτίσει για εκείνον το σύστημα. Στο «βιβλίο της μεγάλης ανοχής», ο κεντρικός ήρωας εισέρχεται στον σκληρό ανταγωνιστικό στίβο της ζωής και καλείται να παραμείνει συνειδησιακά αλώβητος. Πόση ομοιότητα έχουν οι δύο αυτοί χαρακτήρες κατά τη γνώμη σας; 

Και τα δύο βιβλία αναφέρονται στη σαρωτική επίδραση που έχουν στη συνείδηση ενός ανθρώπου οι συστημικές δράσεις και οι υποδείξεις τυπικών («κανονικών») ροών ζωής. Στο «βιβλίο της μεγάλης ανοχής» ο ήρωας απορροφάται από μη διακριτά συστήματα, αλέθεται απλώς από την κοινωνικοπολιτική κίνηση και την επέκταση των αντιφάσεων που την συνέχουν. Ωστόσο, πράγματι οι δύο ήρωες έχουν αρκετές ομοιότητες, με βασική την πρόκληση που αντιμετωπίζουν να διατηρήσουν τη συνειδησιακή τους ισορροπία ή, για την ακρίβεια, να δομήσουν τη συνείδηση τους και να διεκδικήσουν την αυτονομία της μέχρι τέλους. Η πραγματικότητα του ήρωα της «ανοχής» αποτελεί μία γενίκευση (και με λογοτεχνικούς όρους) της πραγματικότητας του ήρωα της «Απομόνωσης».    

Τι πρόκειται να συναντήσει, κάποιος που θα επιλέξει «Το βιβλίο της μεγάλης ανοχής» ως ανάγνωσμα; 

Σαρωτικές εικόνες, τόσο πραγματικές όσο και συμβολικές, αναμιγμένες με τη μαγιά του συναισθήματος και του κοινωνικοπολιτικού στοχασμού σε μια προσπάθεια διαύγασης όσων θίγουν και αλλοτριώνουν τις δυνατότητες ενός κόσμου βασισμένου στις έννοιες της συνύπαρξης και της ισότητας και όσων καθημερινών καταναγκαστικών στοιχείων υποχρεώνουν το άτομο σε υποχώρηση ή επανάπαυση.  

Πείτε μας λίγα περισσότερα πράγματα για την υπόθεσή του. 

Ένας νέος άνθρωπος εισέρχεται στον εργασιακό στίβο και αυτομάτως αρχίζει να διαπιστώνει τη γενική υποκρισία της κοινωνίας και τον παραλογισμό της. Τα στοιχεία αυτά παρατηρούνται τόσο στο εργασιακό όσο και στο γενικότερο κοινωνικό περιβάλλον, όπου δηλαδή υπεισέρχεται η αναγκαιότητα της διαπροσωπικής σχέσης. Τα στοιχεία που παρατηρούνται έντονα είναι η ατομικιστική αδιαφορία αφουγκρασμού του «Άλλου» και η αναμενόμενη δυστοκία που δημιουργεί στην ανάπτυξη υγιών σχέσεων (όλες οι σχέσεις αναδύονται ως τυπικές, μια συναλλαγή νεκρωμένων λέξεων και εμπειριών). Μέσα από μια εφιαλτική εμπειρία, που παρατίθεται στο κείμενο με τη μορφή ποίησης, ο πρωταγωνιστής συνειδητοποιεί την αδράνεια του και αποφασίζει να αντιδράσει με εμφατικό τρόπο, τινάζοντας από πάνω του όσα τον καταπιέζουν. Η επιτυχία του εγχειρήματος έγκειται στη λυτρωτική του επενέργεια, παρά στα απτά αποτελέσματα (άλλωστε, είναι μόνος στον συνειδησιακό του αγώνα). 

Οι ήρωες του βιβλίου σας είναι άνθρωποι των σημερινών καιρών; Βασίζονται σε πραγματικούς ανθρώπους ή είναι ολοκληρωτικά αποκυήματα της φαντασίας σας; 

Οι ήρωες βασίζονται στους ανθρώπους της καθημερινότητας. Προσπάθησα να εντοπίσω και να αναδείξω βασικά χαρακτηριστικά τυπικών ανθρώπων και να τα εντάξω συμβολικά στο έργο. Ο πρωταγωνιστής είναι ένας τυπικός νέος τρομαγμένος μπροστά σε ένα άγνωστο και αβέβαιο μέλλον, ενώ ταυτόχρονα διαισθάνεται την ματαίωση όσων ονειρεύτηκε (τη σύνθεση των οποίων δεν εξετάζω). Το περιβάλλον του επίσης αποτελείται από τυπικές συμπεριφορές, έναν μέσο όρο των συμπεριφορών που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι στην καθημερινότητα τους, έτσι όπως τις αντιλαμβάνομαι εγώ. Ωστόσο, δεν εμπνεύστηκα από συγκεκριμένους ανθρώπους. Μπορεί όμως κάποιος να τρύπωσε στην ιστορία.

 

Στόχος σας, όπως λέτε ο ίδιος, είναι να αφυπνίσετε και να αφυπνιστείτε. Πιστεύετε πως το κατορθώνετε αυτό με το βιβλίο σας; 

Θα απαντήσω πρώτα για μένα. Η έντονη και αδιάλειπτη συγγραφική μου δραστηριότητα τα τελευταία 9 χρόνια (δεν έχει σημασία πόσα βιβλία μου έχουν καταφέρει να βρεθούν στα ράφια ή να πουληθούν με το κιλό) συνιστά για μένα προσωπικά ένα έργο το οποίο αρχικά μου υπενθυμίζει ποιος είμαι και τι πιστεύω (με όλες τις ευκταίες και μη εξελίξεις που υφίσταμαι). Λειτουργεί σαν λέμβος σωτηρίας κάθε φορά που η πραγματικότητα καταφέρνει να με συνθλίψει με τη πεζή, κυνική της κίνηση. Σε δεύτερο επίπεδο, αυτή η διαδικασία αποτελεί μια καλή πρακτική συνεχούς αναδιαμόρφωσης του εαυτού και διατήρησης της συνειδησιακής ισορροπίας, αλλά και ευστάθειας. Το «βιβλίο της μεγάλης ανοχής» ενσαρκώνει στοιχεία που ταλαιπωρούν τον καθένα και, με τον τρόπο που είναι γραμμένο (ελπίζω), καταφέρνει να προσαρμοστεί σε όλα τα συναισθήματα και τις εμπειρίες του «καθένα», υποδεικνύοντας του ότι κάτι δεν πηγαίνει καθόλου καλά με την πραγματικότητα και, κυρίως και πρωτίστως, με τον εαυτό και τη συνείδηση του. 

Μέσα από τη γραφή σας, προσπαθείτε να σπείρετε την αμφιβολία και να προκαλέσετε τον προβληματισμό ή παλεύετε να δώσετε στον αναγνώστη έτοιμες απαντήσεις για ζητήματα που τον απασχολούν; 

Η δουλειά του καλλιτέχνη δεν είναι να προσφέρει έτοιμη τροφή, θα αναιρούσε την ίδια στιγμή το έργο του. Μπορεί να τον τροφοδοτώ με λίγους σπόρους από τις ιδέες μου, αλλά κατά βάση προσπαθώ να τον συνταράξω προβάλλοντας του την πραγματικότητα απογυμνωμένη από τις ιδεοληψίες και τις εμμονές που τον κατατρύχουν, με την ελπίδα να προβληματιστεί, να αφυπνιστεί και να δομήσει πολιτικό και κοινωνικό εαυτό. 

Η πλήρης εμπορευματοποίηση της λογοτεχνίας σήμερα μας φέρνει συνεχώς αντιμέτωπους με εκατοντάδες ανούσια και κακογραμμένα λογοτεχνήματα. Πώς μπορεί ο αναγνώστης να αναζητήσει το καλό βιβλίο χωρίς να ανατρέχει διαρκώς στους κλασικούς; 

Αρκετά δύσκολη ερώτηση την οποία δεν ξέρω καν αν είμαι σε θέση να απαντήσω, με την έννοια ότι αναγκαστικά συμμετέχω στη διαδικασία εμπορευματοποίησης και κανείς δεν μπορεί να μου πιστοποιήσει ότι και το δικό μου έργο δεν εμπίπτει στην κατηγορία των ανούσιων. Διατηρώντας την αφέλεια να πιστεύω ότι δεν είναι ανούσιο, θα πω ότι δεν θεωρώ δεδομένο ότι ο αναγνώστης αναζητά αναγκαστικά καλά βιβλία. Για την ακρίβεια νομίζω ότι έχει ατονήσει (αν υπήρξε ποτέ) η διακριτική και κριτική του ικανότητα. Η επαφή με την πραγματική τέχνη απαιτεί υπομονετική αναζήτηση, καλοπιστία και διάθεση να έρθεις πραγματικά σε επαφή με νέες ιδέες και νέους τρόπους έκφρασης. Δυστυχώς, η αγορά λειτουργεί με συγκεκριμένους τρόπους που εστιάζουν σχεδόν αποκλειστικά στο σίγουρο κι άμεσο κέρδος, με αποτέλεσμα να εκδίδεται η κάθε βλακεία και να επικαλύπτει όσα βιβλία ή προσπάθειες αξίζει πραγματικά να αναδειχθούν. ΠΡΟΣΟΧΗ: δεν επιτίθεμαι στο δικαίωμα του καθενός να γράφει και να εκφράζει τις σκέψεις του, το οποίο είναι αυτονόητο και υπέροχο. Αγανακτώ με τις ίδιες τις πρακτικές της αγοράς που φιμώνουν την τέχνη. 

Θα μπορούσατε να μας πείτε λίγα λόγια για τον τρόπο που αποτυπώνετε τις σκέψεις σας στο χαρτί; Είναι μια διαδικασία που συμβαίνει προγραμματισμένα και μεθοδικά ή αυθόρμητα; 

Μ’ αρέσει η αυθόρμητη, συνειρμική γραφή. Αν εξαιρέσουμε την «Απομόνωση», η οποία βασίστηκε σε κάποιο πλάνο, προσπαθώ να γράφω όποτε μπορώ, σύμφωνα με τα συναισθήματα που με διακατέχουν κάθε φορά και βάσει των ιδεών ή των σκέψεων που γεννιούνται εκείνη τη στιγμή. Αυτός ο τρόπος προσέγγισης νομίζω ότι προσδίδει την όποια δυναμική του κειμένου. 

Υπάρχουν κάποιοι από τους ήρωές σας που σας στοιχειώνουν; Που έμειναν μαζί σας για καιρό και με τους οποίους συνδιαλέγεστε νοερά. 

Όχι, με στοιχειώνει ο ίδιος μου ο εαυτός, δεν χρειάζομαι τους ήρωες μου. Ή για να το θέσω πιο καθαρά, οι ήρωες μου δεν αποτελούν πάρα διαφορετικές εκδοχές του εαυτού μου που πάντα με στοιχειώνει. 

Τέχνη πάνω απ’ όλα σημαίνει συγκίνηση, έλεγε ο Μπερξόν. Τι σας συγκινεί ως αναγνώστη και τι είδους συγκινήσεις προσπαθείτε να μεταδώσετε ως συγγραφέας; 

Με συγκινεί η ατόφια σκέψη και ο δημιουργικός τρόπος έκφρασης και αφήγησης. Συμφωνώ με τον κ. Μπέρξον και θέλω να προσθέσω ότι η τέχνη είναι συγκίνηση και λύτρωση/απελευθέρωση. Η συγκίνηση με λυτρώνει και η λύτρωση με συγκινεί. Αυτό που προσπαθώ να μεταδώσω εγώ ο ίδιος είναι ακριβώς ό,τι συγκινεί κι εμένα, ελπίζοντας να συνδυάζω ή να υπερβαίνω όσα μου έχουν διδάξει συγγραφείς που με συγκλόνισαν κι όχι απλά να παραθέτω κακές κόπιες.


 

Ένας συγγραφέας, πρέπει να πασχίζει να δει τον κόσμο όπως είναι και ύστερα να τον αναπαραστήσει με πιστότητα ή να τον παρουσιάζει όπως τον πλάθει με την φαντασία του; 

Η προσωπική μου επιδίωξη είναι να αντιληφθώ τους τρόπους κίνησης και λειτουργίας του κόσμου και να τους αναπαραστήσω, όχι ακριβώς με πιστότητα, αλλά με τρόπο τέτοιον που να αναδεικνύονται τα ασθενικά της σημεία και να υπογραμμίζονται παράλληλα όλα τα όμορφα του για τα οποία αξίζει να παλέψουμε. Η σύνθεση ενός πλήρως φανταστικού κόσμου αφενός δεν είναι εφικτή, καθώς σέρνουμε πάντα μέσα μας το σημασιακό και φαντασιακό φορτίο της δεδομένης ιστορικής συνθήκης που μας περικλείει, αφετέρου μου φαίνεται και αδιάφορη έως και προσβλητική. 

Υπάρχει κάτι που θα θέλατε να πείτε ως αναγνώστης στους συγκαιρινούς σας συγγραφείς ή κάτι που θα θέλατε να μοιραστείτε ως συγγραφέας με τους αναγνώστες; 

Στους συγγραφείς θα ήθελα να αποστείλω τους αγωνιστικούς μου χαιρετισμούς και να τους πω ότι υπάρχουν κάποιοι που ενδεχομένως να αντιλαμβάνονται τις ανησυχίες τους και κάποιοι πολύ λιγότεροι που αντιλαμβάνονται τον υπαρξιακό τους αγώνα. Επίσης να τους πω ότι αξίζει να υπερασπιστούμε την ομορφιά με την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα μας σεβαστούν απλώς επειδή παλεύουμε γι’ αυτήν.

Σε αναγνώστες και μη θα ήθελα να υπογραμμίσω την ανάγκη να διαφύγουμε από την επικυριαρχία της εικόνας, της ψεύτικης επικοινωνίας και της νοθευμένης πληροφορίας. Και η τέχνη κάθε μορφής αποτελεί ένα καλό μέσο. 

Τι θα συμβουλεύατε έναν νέο δημιουργό που πασχίζει να πραγματοποιήσει τα πρώτα του βήματα  στο χώρο της λογοτεχνίας; 

Κατ’ αρχάς, θα του έλεγα καλή υπομονή, καλό κουράγιο και ψυχραιμία. Θα του κατέρριπτα την ενθουσιώδη εικόνα που μπορεί να είχε για το έργο του, τις δυνατότητες άμεσης αναγνώρισης του και τον τρόπο που λειτουργεί η αγορά του βιβλίου. Τέλος, θα του επικοινωνούσα τη δική μου αντίληψη για την ευθύνη ενός καλλιτέχνη. Η μόνη δουλειά και υποχρέωση του καλλιτέχνη είναι να έχει όραμα. Αν δεν έχει, πρέπει να το ανακαλύψει και να το αναπτύξει. Αν έχει, πρέπει να παλεύει αδιάκοπα να του δώσει ζώσα μορφή. 

Έχετε κάποια αξίωση από τους ομότεχνούς σας, για τον ρόλο που θα έπρεπε να διαδραματίσουν σήμερα; Ποια είναι, πιστεύετε, η μεγαλύτερη πλάνη που θα πρέπει να αποφύγει ένας λογοτέχνης; 

Από τους σύγχρονους καλλιτέχνες ανεξαρτήτως τέχνης απαιτώ (δεν αξιώνω) να βγουν από τα κλουβιά της εικόνας, του φαίνεσθαι και της εμπορευματοποιημένης ανακύκλωσης των ίδιων ή λίγο πιο εξεζητημένων σκουπιδιών. Η τέχνη και η διανόηση γενικότερα οφείλει να βρει ξανά τη θέση της ως μπροστάρης του κοινωνικού κινήματος, παράγοντας ιδεολογικά καύσιμα και σχήματα οραμάτων στη διάθεση των λαών. Ο σφιχτός κλοιός της σχεδόν εξολοκλήρου εμπορευματοποιημένης ζωής μας (μήπως τα Instagram και τα facebook δεν αποτελούν το ύστατο σημείο υποχώρησης του εαυτού, ο οποίος πλέον ο ίδιος τοποθετείται με χαρά στα ράφια της αγοράς; ) πρέπει να σπάσει και να αποδεσμευτεί η συσσωρευμένη ενέργεια της τέχνης που τόσα χρόνια καταπιέζεται από ένα αφόρητα μέτριο κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον (ένα περιβάλλον που έχει καθιερωθεί ως απαράλλακτο στη μαζική σκέψη). Η μεγαλύτερη πλάνη του λογοτέχνη είναι σαφώς ότι μόνος του μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Όχι. Ο κόσμος μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Ο λογοτέχνης αυτό που μπορεί να κάνει είναι να επιταχύνει (ή, στην απευκταία περίπτωση, να επιβραδύνει) τις ιστορικές διαδικασίες. 

Από αυτά που νιώθετε πως γνωρίζετε με βεβαιότητα για τον εαυτό σας, πείτε μας ένα χαρακτηριστικό που θα θέλατε να διατηρήσετε οπωσδήποτε κι ένα που θα θέλατε να αλλάξετε πάση θυσία. 

Θα ήθελα να διατηρήσω το πάθος μου και τον έρωτα μου για τη ζωή και την τέχνη μου. Θα ήθελα να αλλάξω τις αυτοκαταστροφικές μου τάσεις (αν και δεν είμαι σίγουρος γι’ αυτό, διότι μπορεί να επάγεται από το πάθος που προανέφερα). 

Ο Γκαίτε έλεγε: «Το ταλέντο τρέφεται στη μόνωση, μα ο χαρακτήρας στις τρικυμίες της ζωής». Ένας ποιητής πρέπει να είναι, κατά την γνώμη σας, μοναχικός άνθρωπος ή άτομο κοινωνικό που που βυθίζεται στην τύρβη της ζωής; 

Και οι δύο τύποι ποιητών υπάρχουν, καθώς και ο συνδυασμός τους. Είμαι υπέρ της άποψης ότι ένας ποιητής πρέπει να ζει πρωτίστως κι έπειτα, αφού έχουν καταπαύσει οι θυελλώδεις άνεμοι της ψυχής που επάγονται από την κάθε εμπειρία, να προσπαθεί να την αναστοχαστεί ώστε να δομήσει κάποια αλήθεια της πραγματικότητας. Ο ποιητής πάντα είναι μόνος, εναγκαλίζεται την μοναξιά του. Αυτό δεν είναι απαραίτητο να τον κάνει μοναχικό άνθρωπο. Θα ήθελα να παραθέσω μια μαντινάδα ενός εξαιρετικού κρητικού καλλιτέχνη, του Μήτσου Σταυρακάκη, που εκφράζει σχεδόν απόλυτα την προσωπική μου αίσθηση για τη σχέση καλλιτέχνη – μοναξιάς:

Έκαμα ‘γω και με πολλούς

Έκαμα και με λίγους

Μα ξεχωρίζει η μοναξιά

Απ’ όλους μου τσι φίλους.

 

Ο Λάο Τσε έλεγε: «Όταν ο λαός, στερείται γνώσης και επιθυμίας για μόρφωση, οι Λόγιοι δεν μπορούν να επέμβουν». Ποιος νομίζετε πως είναι ο ρόλος των λογίων, όταν ο λαός στερείται της επιθυμίας για μόρφωση;  Πώς μπορούν να αφυπνίσουν; 

Μπορούν να δώσουν κατευθύνσεις. Η εποχή μας, πλην εξαιρέσεων, μοιάζει να στερούνται οι ίδιοι της επιθυμίας για μόρφωση ή συνειδησιακή και ιδεολογική διαμόρφωση. Αυτό που επικρατεί ως αφρός είναι η συνεχής και σπασμωδική γκρίνια (συνήθως δικαιολογημένη, αλλά και πλήρως αθεμελίωτη, κάτι που αποδυναμώνει την κριτική της αξία), καθώς και η (α)πολιτική του χαβαλέ, μια προέκταση του υπέροχου ατομικιστικού μας αυνανισμού. Ο χυδαίος λαϊκισμός και φιλελευθερισμός με αυταρχικά στοιχεία προελαύνει κι εμείς γελάμε στις αρένες της διαδικτυακής πλατφόρμας, θαρρώντας πώς κάνουμε και σπουδαία κριτική σε ένα – η αλήθεια – βαθιά γελοίο πολιτικό και κοινωνικό περιβάλλον. 

Τι να περιμένουμε από εσάς στο εγγύς μέλλον; Έχετε κάποια συγγραφικά σχέδια που μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας; 

Σχεδόν ταυτόχρονα με το «βιβλίο της μεγάλης ανοχής» κυκλοφόρησε μια ποιητική μου σύνθεση, «Ο κήπος των κάκτων», από τις εκδόσεις «ΑΝΩ ΤΕΛΕΙΑ», ένα έργο το οποίο το θεωρώ αρκετά πλήρες και σχετικά υπέροχο. Προς το παρόν δεν έχω στα σχέδια μου να αρχίσω πάλι να παρακαλάω για να εκδοθώ, θέλω να επικεντρωθώ στην προώθηση των βιβλίων μου. Ωστόσο, υπάρχει αρκετό ανέκδοτο υλικό, επομένως ελπίζω να μην αργήσετε να ακούσετε πάλι από μένα. 

Πώς μπορεί κάποιος να προμηθευτεί το τελευταίο σας βιβλίο; 

Το «βιβλίο της μεγάλης ανοχής» διατίθεται από τις εκδόσεις «ΠΗΓΗ», έχει τοποθετηθεί στα βιβλιοπωλεία «ΙΑΝΟΣ» και «ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ» και σε διάφορα e-shops, αλλά φυσικά μπορεί να το παραγγείλει ο καθένας από το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς του. 

Σας ευχαριστούμε για αυτή την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συζήτηση. Ευχόμαστε αστείρευτη δημιουργικότητα και κάθε επιτυχία στο νέο σας βιβλίο!


Βιογραφικό:

Ο Γιάννης Λαδάκης γεννήθηκε το 1992 στην Πτολεµαΐδα. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στο τµήµα Ηλεκτρολόγων Μηχανικών του ΑΠΘ το καλοκαίρι του 2017, ενώ συνεχίζει την ακαδηµαϊκή του πορεία στο Εργαστήριο Ιατρικής Πληροφορικής του ΑΠΘ. Η ενασχόλησή του µε τη συγγραφή ήρθε ως φυσικό αποτέλεσµα των αναζητήσεων και προβληµατισµών που άντλησε από τη συνεχή επαφή µε σηµεία αντιφάσεων που εγείρονται στην καθηµερινότητα. Εργάζεται καθηµερινά πάνω στην τέχνη του και έχει ήδη να επιδείξει ένα αξιόλογο σύνολο ανέκδοτων κειµένων. Στόχος του είναι να αφυπνίσει και να αφυπνιστεί, εντάσσοντας τον εαυτό του στο σύνολο των ανθρώπινων µαζών που ασφυκτιούν, περιορίζοντας τη ζωή τους στον επίπλαστο κόσµο των θεαµάτων και των εντυπώσεων.

Έχει ήδη να επιδείξει δύο εκδοτικές απόπειρες: τη βραβευµένη από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών νουβέλα του Τα ίχνη της καταχνιάς (2015) και το µυθιστόρηµα Αποµόνωση (2019, Πηγή), έργα που έχουν λάβει πολύ ενθαρρυντικές κριτικές. Και τα δύο κείµενα κινούνται στα όρια µεταξύ φιλοσοφικής εξιστόρησης-αφήγησης και δυστοπίας. Το 2020 προχώρησε στην αυτοέκδοση του βιβλίου Στο περιθώριο, µια σύµπραξη φωτογραφίας και ποίησης, σε συνεργασία µε τη φωτογράφο Εβίτα Καγιά.