Χρήστος Ντικμπασάνης: Τρία ποιήματα για την Κύπρο

 


ΕΡΗΜΟΙ ΔΡΟΜΟΙ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ

                          

Κανείς δεν περπατάει πια

μέσα στους έρημους δρόμους

των σκονισμένων πόλεων

της κατεχόμενης Κύπρου

που σα φαντάσματα

πλανιούνται στη δίνη του χρόνου

Είδα πολλά, έζησα άλλα τόσα

Συνεχίζω να νιώθω πολλά

χαμένα όνειρα, ματωμένες καρδιές,

την πίκρα των χορταριασμένων δρόμων

στις εγκαταλειμμένες πόλεις

της θλίψης και του θανάτου

Κάποτε οι δρόμοι αυτοί ήταν γεμάτοι

γέλια, ευωχία, λύπη, δάκρυα

Η ζωή τα κάλυπτε όλα

 

Είδα πολλά, άκουσα πολλά

Μα τώρα ζω μ’έναν

αδιάφορο τρόπο μηχανικό

Οι ορέξεις των κυρίαρχων του κόσμου

ανδροειδές με κατάντησαν

προγραμματισμένο να υπακούει

στις άδικες επιβουλές τους

Μια ημέρα όμως ο ιχώρ μου θα κυλήσει

στην πληγωμένη άμμο

της Κερύνειας και της Αμμοχώστου

Θα τον αντικαταστήσω με ζεστό αίμα

και απαστράπτουσες ανάσες ψυχής

 

***


ΚΑΠΟΤΕ

           

Περπατώντας νοερά δίπλα στις θάλασσες σου,

θυμήθηκα τον ήλιο που δεν έλεγε να φανεί

Έβλεπα την Άνοιξη

ν’απομακρύνεται αδιάκοπα από κοντά σου

μαζί με τα χελιδόνια της

μα δε ψιθύριζες λέξη

Τα παράθυρα των γκρεμισμένων σπιτιών σου

στόματα σκοτεινά ακίνητα σ’ένα αιώνιο χασμουρητό

Ο Θεός έκοβε βόλτες ολομόναχος μέσα σου

Έμαθα να τρέχω μακριά απ’τη νύχτα

Με καθαρά μάτια να κοιτάζω τη ψυχή σου

Σε κοιτούσα όμως κομμένη στα δύο

από αλλοτρίων σκληρές επιβουλεύσεις

μακριά απ’το ζωογόνο ήλιο,

μέσα στην καρδιά του τυφώνα,

μακριά απ’τους δρόμους

μιας ανεξάρτητης, ενιαίας ζωής

 

Κάποτε ξέρω θα ζωγραφίσεις τη θάλασσα

διψασμένη από φως

Στο κάτοπτρο του χρόνου θα βλέπεις

τα χρόνια σου που χάθηκαν

μέσα στη δίνη του πόνου και της αδικίας

Θα γελούν τα μάτια σου, Κύπρο μου

Θα θαυμάζεις ελεύθερα την Άνοιξη

που θα σφαλά τα ορθάνοιχτα μάτια των παράθυρων σου,

θα ποτίζει τους ανθούς στα μπαλκόνια σου,

θα ξεμυτάει ευτυχισμένη απ’το λαβύρινθο

των αδέσποτων ονείρων σου,

θα ξεπλένει ξανά τη ψυχή σου

απ’την άγια οργή και την ιερή αγανάκτηση

για τους εχθρούς που πάλευαν αιώνες τώρα

να μεγαλώσουν το σκοτάδι μέσα σου

 

***


ΕΛΕΓΕΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

                   

Δε θα τις ξεχάσουμε ποτέ τις λέξεις

Ελευθερία, Ανεξαρτησία, Ενότητα

Γυμνές τις ζήσαμε, πεθαίνοντας

κάτω από ξενόφερτες κυριαρχίες

Ν’αναστηθούμε δεν προλάβαμε,

όταν η νύχτα χώρισε στα δύο

τ’αγαπημένα χώματά σου, Κύπρο,

πετώντας πέτρες παρμένες

απ’την καρδιά του ζόφου και της αδικίας

Συλλαβή συλλαβή φυλάξαμε

τις τρεις απαστράπτουσες λέξεις

Μετρήσαμε στα δάχτυλα

των αγνοούμενων και των σκοτωμένων

το ύψος τους και την υπερηφάνεια τους,

ανασαίνοντας απ’το ανοικτό παράθυρο

την πλουμιστή άκρη της Μεσογείου

Επάνω στην ολόχρυση άμμο του ονείρου μας

χαράξαμε με αίμα τ’όνομά τους

Στ’άρματα των εχθρών

ζωγραφίσαμε τη θεϊκή ύπαρξή τους

Στα παιδικά μας χρόνια σκαλίσαμε

επερχόμενα θαύματα και υποσχέσεις

Στο χρυσοπράσινο κορμί της χώρας μας

απλώσαμε να στεγνώσουν

τα βρεγμένα κουρέλια

των πόθων μας και της ιστορίας

Μέσα στους ματωμένους αγρούς

δέσαμε δυνατές φτερούγες

στην πλάτη των οραμάτων μας

για ένα ευοίωνο μέλλον

Τ’αφήσαμε να πετάξουν

επάνω απ’τις ολόφωτες πολιτείες

και τα κάτασπρα σπίτια

της χαμένης μας αυγής,

σβήνοντας τις φωτιές που απέκλειαν

το άλλο μισό της καρδιάς μας

Πιο ψηλά απ’τις πλατείες, τα βουνά, τα κύματα

θα υψώσουμε την σημαία της υπομονής

μέχρι το κάτοπτρο της ελπίδας

να δείξει ενιαίο το είδωλο

της πολύπαθης πατρίδας μας

Πιο ψηλά απ’την σιωπή

θα υψώσουμε την κραυγή μας, επιζητώντας

Ελευθερία, Ανεξαρτησία, Ενότητα