Βιβλιοκριτική για το μυθιστόρημα "Οι εποχές της καταχνιάς" της Ελευθερίας Χατζοπούλου | Γράφει ο Κώστας Τραχανάς

 


Συγγραφέας: Ελευθερία Χατζοπούλου
Έτος έκδοσης: 2021
Σελ.: 520
Εκδόσεις: Ψυχογιός



Πατρίδα μας είναι η παιδική ηλικία.

Πατρίδα είναι ο τόπος που γεννήθηκες ,αυτός που αγάπησες.

Πατρίδα είναι εκεί που είναι η φαμίλια σου.

Πατρίδα είναι εκεί που βρίσκονται οι δικοί σου άνθρωποι.

Πατρίδα είναι εκεί όπου χτυπάει η καρδιά μας.

Πατρίδα είναι το χώμα που γνωρίζει και ακούει τα βήματά σου.

Πατρίδα είναι το χώμα ,ζυμωμένο με ζωντανό  ιδρώτα και αίμα.

Ο τόπος μέσα μας.

Μέσα μας η συντριβή.

Ο τόπος της μνήμης.

Νοστ-αλγία, το άλγος του νόστου.

Η οικογένεια του Αντώνη Καραντρέα, η Καλλιώ, η γιαγιά η Τριανταφυλλιά, ο Αντρέας, η Φιλιώ, ο Φώτης ζούσαν στη Ραιδεστό της Ανατολικής Θράκης, όμως το 1913 εγκατέλειψαν τον τόπο τους ,την πατρίδα τους, και πήγανε στη Δράμα. Φύγανε να γλιτώσουνε από το βουλγάρικο σκυλολόι, τις λεηλεσίες, τους ξυλοδαρμούς την τρομοκρατία και τις εκτελέσεις λόγω της Βουλγαρικής Κατοχής. 1916-1918 πάλι βουλγαρική κατοχή, που έπεσε σαν πυκνή καταχνιά, στην Ανατολική Μακεδονία. Μαράθηκαν τα χαμόγελα, βουβάθηκαν τα χτυποκάρδια, χάθηκαν τα φωτεινά όνειρα, επέστρεψαν οι εφιάλτες, μαύροι και αποκρουστικοί, άγριοι και αιμοβόροι όσο ποτέ.

Τον Αντώνη μαζί με πολλούς άλλους Έλληνες τον πήρανε οι Βούλγαροι στα κάτεργα και τα κολαστήρια της Soulmaκαι του Kitchevo.Πώς γλίτωσαν, πώς κατάφεραν να επιβιώσουν από την επικράτεια του διαβόλου, από το βασίλειο της κόλασης, με την συνθηκολόγηση του 1918; Ζούσανε μέχρι το 1920 στη Δράμα. Γυρίζοντας ο Αντώνης δεν μπορούσε να βγάλει από μέσα του τη φρίκη που έζησε. Ο Αντώνης τον περισσότερο καιρό ήταν αφηρημένος και απόμακρος. Δεν πρόσεχε την οικογένεια, δεν τους άκουγε και κυρίως μεθούσε στο καφενείο. Πώς να ξαναγίνει πάλι νοικοκύρης;  Έτσι ανέλαβε την οικογένεια η Καλλιώ και ο έφηβος Ανδρέας. Επιστρέψανε στη Ρεδαιστό το 1920. Δύο χρόνια μόνο έζησε στη Ραιδεστό ο Αντρέας, δυο χρόνια γεμάτα όνειρα και μάγια, τα δυο πιο όμορφα χρόνια της ζωής του. Τον Οκτώβρη του 1922 με τη Μικρασιατική Καταστροφή  πάλι ξεριζωμός. Ξαναρχίζουν τη ζωή τους,  να ξαναστήσουν το νοικοκυριό που κουβαλούσαν χρόνια τώρα από τον ένα τόπο στον άλλο. Ψυχή,  ελπίδες, όνειρα τα άφησαν πίσω στη χαμένη πατρίδα. Σπίτι, πατρίδα,  ρίζες, αγάπη , όλα τα έχασαν. Ξεριζωμός, η οδύνη του αποχωρισμού, ο φόβος του άγνωστου. Θα καταλήξουν στην Καβάλα. Αυτή την καπνούπολη της Ανατολικής Μακεδονίας. Ο δεκατετράχρονος Αντρέας θα δουλεύει καπνεργάτηςστις καπναποθήκες.

Η προσφυγιά είναι σκληρή, η επιβίωση αμείλικτη, οι ανάγκες της καθημερινότητας σε παίρνουν στο κατόπι, σε κυνηγούν, δε σου αφήνουν περιθώρια για σχέδια και όνειρα. Ο Φώτης φιλάσθενος και αδύνατος παθαίνει φυματίωση και τον στέλνουνε στο σανατόριο του Ασβεστοχωρίου Θεσσαλονίκης. Το 1932 θα εγκατασταθεί η οικογένεια Καρανδρέα στην Αλιστράτη Σερρών. Τα περισσότερα χρόνια της ζωής τους τα πέρασαν αλλάζοντας, τόπους, σπίτια και δουλειές.

Τρίτη κατοχή των Βουλγάρων το 1941.Τρίτη εποχή της καταχνιάς στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη. Ο Ανδρέας θα πολεμήσει στην Βόρεια Ήπειρο και Αλβανία, αλλά θα πιαστεί αιχμάλωτος από τους Ιταλούς και θα ζήσει μέχρι το 1945 σε στρατόπεδο στην Βόρεια Ιταλία. Εκεί ο Αντρέας θα γνωρίσει τη Renataκαι της υπόσχεται όταν τακτοποιηθεί στην Ελλάδα ,να επιστρέψει , να την βρει και να την παντρευτεί.

Δεν υπάρχει πιο γλυκιά μέρα από αυτήν που γυρνά ο ξενιτεμένος και ο φυλακισμένος Ανδρέας στην πατρίδα. Όμως τα πράγματα είναι δύσκολα στην πατρίδα.  Δουλειά δεν υπάρχει πουθενά. Ο Ανδρέας καταρρακώθηκε όταν είδε πια ότι έπρεπε να ξαναφύγει. Ένα «έπρεπε» είχε καταντήσει η ζωή της οικογένειάς του και η δική του. Έπρεπε να αλλάξει τόπους διαμονής και πατρίδες,  έπρεπε να εγκαταλείψει τα όνειρα για σπουδές για να ριχτεί στη βιοπάλη, έπρεπε να αποχωριστεί την πρώτη του αγάπη και τον αδελφό του, που ήταν άρρωστος, έπρεπε να πάει στον πόλεμο, έπρεπε να κάνει τα αδύνατα δυνατά να επιβιώσει όλα εκείνα τα χρόνια της αιχμαλωσίας, επειδή έπρεπε… έπρεπε… έπρεπε. Και τώρα έπρεπε να αφήσει πίσω του όλα για όσα αγωνίστηκε και να ξενιτευτεί, να ξεριζωθεί για μια ακόμη φορά. Είχε ζήσει ξενιτιές και ξενιτιές.  Είχε δοκιμάσει τις πολλές και διαφορετικές γεύσεις τους .  Τώρα που ο Ανδρέας έφτασε στο τέλος του δρόμου του, θα ζήσει μαζί με αυτούς που αγαπάει, δίπλα στους ανθρώπους που τον νοιάζονται ή θα ξενιτευτεί μία κόμη φορά;

Η μάχη για την επιβίωση, ο ξεριζωμός, ο έρωτας, η φιλία, η ανάγκη για μια πατρίδα, η θυσία και η ομορφιά της ζωής σε ένα λαμπρό μυθιστόρημα.

Μια λυρική και συγκινητική ιστορία για τη δύναμη της ζωής, για τη δύναμη των ανθρώπων της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, που βίωσαν τη φρίκη τριών βουλγαρικών κατοχών.

Διαβάστε το.


Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΠΟΥΡΤΖΗ-ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ γεννήθηκε στο χωριό Ξυλοκερατιά Κιλκίς. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές και πανεπιστημιακές της σπουδές στην Kτηνιατρική Σχολή του Α.Π.Θ. και στη συνέχεια εντάχθηκε στο επιστημονικό και διδακτικό προσωπικό της, από όπου και συνταξιοδοτήθηκε ως καθηγήτρια Μικροβιολογίας και Λοιμωδών Νοσημάτων. Εκτός από το διάβασμα και το γράψιμο, που είναι οι μεγάλες της αγάπες, αφιερώνει μέρος του χρόνου της στην κηπουρική, ενώ οι πεζοπορίες με συντροφιά τον σκύλο της στα πανέμορφα δάση της ορεινής Χαλκιδικής, καθώς και η συλλογή άγριων μανιταριών, αποτελούν την εκτόνωσή της.