O καπτάν-Αντώνης: Ένα διήγημα του Κωνσταντίνου Λίχνου


     Όλοι τον φωνάζαν καπτάν-Αντώνη στον καφενέ, μ’ αυτό που θα ΄θελε ‘κείνος -άμα περνούσε απ’ το χέρι του- θα ‘ταν να μην του μιλούσαν καθόλου. Εφόσον έπρεπε να του απευθύνουν το λόγο όμως, ας το ‘καναν τουλάχιστον, δίχως να του υπενθυμίζουν τη ναυτική του ιδιότητα. Φίλους δε θα τους αποκαλούσε εξάλλου, με τα βίας γνωστούς θα τους έλεγε, για ποιο λόγο λοιπόν, να του δείχνουν οικειότητα; Γνωστούς, που δεν συγκρατούσε μήτε τα πρόσωπά τους ή μικρά τους ονόματα. Εκτός απ’ τους παιδικούς του φίλους, που ‘χε να μάθει νέα τους δεκαετίες ολάκερες, άλλους φίλους ποτέ του δεν έκαμε. Και πως να κάνει; Πως να δημιουργήσει δεσμούς, όταν κάθε χρόνο θαλασσοδέρνεται έξι και πιότερους μήνες; Σαν τον φωνάζαν καπτάν-Αντώνη λοιπόν, δυσανασχετούσε κάθε φορά, μα δεν διαμαρτυρόταν ποτέ του.

Μια φορά μοναχά, πάνε χρόνια από τότε, κόντεψε ν’ αντιδράσει, μα σε καλό δε του βγήκε, κι από τότε έβαλε νου και δεν το ξανά τόλμησε ποτές. Είχε πάει στο μπακάλικο του κυρ-Ανέστη -δέκα βήματα απ’ το πατρικό του σπίτι- ν’ αγοράσει καφέ, αγουροξυπνημένος και κάπως βαρύθυμος. Μόλις που ‘χε ξεμπαρκάρει τις μέρες εκείνες, κι ήταν τα ντουλάπια του σπιτιού του αδειανά, ακόμη κι απο τ’ άκρως ‘παραίτητα. Τον κυρ-Ανεστη, τον έβλεπε με μάτι καλό, γιατί δεν τον ρωτούσε πολλά, κι έτσι δε χρειαζόταν να δίνει ραπόρτο για το που ταξίδεψε, τι είδε και πως τα πέρασε όσο ήταν στη θάλασσα. Μόνο ένα κακό συνήθειο είχε ο κυρ-Ανέστης, κοτσάριζε απ’ το όνομά του εμπρός, ‘κείνο το αναθεματισμένο Καπτάν.   Μόλις μπήκε στο μπακάλικο ο καπτάν-Αντώνης, άρχισε να ψάχνει στα ράφια, δείχνοντας πολυάσχολος, ώστε να γλιτώσει τις περιττές χαιρετούρες. Ο κυρ-Ανέστης όμως, τον εγνώρισε αμέσως και κινήθηκε βιαστικά προς το μέρος του -εύσωμος όπως ήταν, με μεγάλα μάτια και πυκνά γένια- σαν αρκούδα που μόλις είχε ξυπνήσει απ’ τη νάρκη της και μύρισε μέλι.

-Καλώς τον καπτάν-Αντώνη! Είπε o κυρ Ανέστης χαμογελώντας, κι άνοιξε διάπλατα τα μεγάλα του ιδρωμένα χέρια, για να τα κλείσει ύστερα απότομα, χτυπώντας τον καπτάν-Αντώνη στους ώμους.

-Άσε τα καπταντωνιάσματα. Σκέτος Αντώνης είμαι για σας τους στεριανούς. Αποκρίθηκε ο καπτάν-Αντώνης -και να με συμπαθά, που τον αποκαλώ καπτάν, ενώ είμαι στεριανός και του λόγου μου-, αφού οπισθοχώρησε δυο βήματα, παραξενευμένος απ’ την εκδήλωση υπερβολικής φιλικότητας του Μπακάλη του. «Δώσ’ μου τον καφέ μου, να πάω να πίω, να ανοίξει το μάτι μου», πρόσθεσε ύστερα χαμηλόφωνα μα με πυγμή, λες κι ήθελε να δικαιολογηθεί κάπως που ‘χε μιλήσει απότομα, δίχως όμως να δώσει θάρηττα πολλά.

-Θα σου δώσω αμέσως ό,τι τραβάει η ψυχή σου. Τον τίτλο σου, δεν στο στερώ όμως. Ολόκληρος καπετάνιος και να μην το λέμε; Απάντησε ο κυρ-Ανέστης και συνέχισε να μονολογεί, ώρα πολλή, για τη σπουδαιότητα των καπεταναίων, κι ο καπτάν-Αντώνης που κουράστηκε ν’ ακούει, έβαλε τον καφέ παραμάσχαλα κι έφυγε δίχως να πάρει τα ρέστα του. Από τότε, δεν διαμαρτυρήθηκε ξανά σε κανέναν.

     Δεν ήταν μονάχα ο τίτλος του που τον επείραζε βέβαια, αλλά τα πάντα γύρω απ’ το επάγγελμά του. Για τις περιπέτειές του στις θάλασσες, δε μιλούσε ποτέ, εξού και τον ρωτούσαν ευθέως. Ακόμη και τότε, όμως, το ΄κανε δίχως θέρμη και ζήλο, κι απέφευγε τόσο να μπει σε λεπτομέρειες, που οι πάντες έχαναν το ενδιαφέρον τους γρήγορα και γυρίζαν την κουβέντα αλλού. Υπήρχε, βέβαια, μια ερώτηση που μπορούσε να τον κάνει έξω φρενών. Είχε, κάποτε, κάμει το λάθος και του την απηύθυνε ο περιπτεράς, κάνοντας τον καπτάν-Αντώνη έξαλλο, κι αφού ύστερα μαθεύτηκε το περιστατικό, πονηρεύτηκαν όλοι στον καφενέ και δεν του ξανάκανε κανείς την ίδια ερώτηση. «Πότε θα ξαναμπαρκάρεις καπτάν-Αντώνη;», τον είχε ρωτήσει ο περιπτεράς αφελέστατα, κι ο καπτάν-Αντώνης, που ‘χε γίνει πυρ και μανία, τ’ απάντησε: «Όποτε μου καπνίσει θα φύγω!». Ύστερα άρπαξε τα τσιγάρα του φουρκισμένος και κίνησε να φύγει, μα έκανε δυο βήματα και γύρισε ξανά προς τον περιπτερά για να συμπληρώσει: «Στο σβέρκο σου κάθομαι; Όποτε θέλω θα φύγω. Αμάν πια!»

   Η αλήθεια είναι, πως στους στεριανούς αρέσει ν’ ακούνε για ταξίδια στα πέλαγα, και οι περισσότεροι θαλασσινοί χαίρονται να διηγούνται τις περιπλανήσεις τους στ’ ανοιχτά νερά και τα εξωτικά λιμάνια στα οποία τους έλαχε ν’ αγκυροβολήσουν. Ο καπτάν-Αντώνης όμως, ήταν απ’ άλλη φτιαξιά. Τα θαλασσινά τα βαριότανε και ξεφυσούσε εσκεμμένα, κάθε που γινόταν λόγος για καράβια και ταξιδέματα. Τα στεριανά όμως, τον ενδιαφέραν διακαώς. Λες και τον βάραινε η αίσθηση μιας ανεξόφλητης οφειλής, ρωτούσε διαρκώς για τους παλιούς του φίλους -που τον είχαν ολότελα πλέον ξεχάσει-, για τους δρόμους της πόλης του που τ’ άρεσε να βαδίζει -που είχαν αλλάξει μορφή και ονόματα-, για τα μαγαζιά που σύχναζε μα, όσο έλλειπε, είχαν πια κλείσει ή αλλάξει διεύθυνση. Το ‘θελε τόσο έντονα, μάλιστα, να ενημερώνεται για τα πράματα αυτά, που σου ‘δινε την εντύπωση πως ένιωθε τύψεις για την πολύμηνη απουσία του απ’ τη στεριά.

     Τα θαλασσινά, όμως, τ’ αποστρέφονταν τόσο, που θύμιζε ναυαγό, ο ποίος δεν ήθελε να ματακούσει για θάλασσα. Ακόμη κι αν τύχαινε στον καφενέ, να μιλήσει κάποιος διπλανός του για ξένες χώρες -που κείνος είχε πολλάκις επισκεφτεί-, για παράξενες γλώσσες -που τις είχε ακούσει να μιλιούνται μπροστά του- ή για γυναίκες αλλιώτικα καμωμένες απ’ τις δικές μας -με τις οποίες είχε πλαγιάσει ξανά και ξανά-, ο καπτάν-Αντώνης ουδαμώς ενδιαφερόταν και κρατούσε το κεφάλι σκυφτό, λες και του περιέγραφαν πράγματα, για τα οποία δεν είχε ιδέα καμία. Πάσχιζε -αραιά και που- να μετέχει στις κουβέντες αυτές, αλλά έλεγε με το ζόρυ δυο φράσεις, κι ύστερα σιωπούσε, αποτραβιόταν στις σκέψεις του, και οι πάντες τον είχαν περάσει για χαρακτήρα βαρύ και λιγομίλητο.

     Σαν πάταγε πόδι στο πλοίο του όμως, λες και ήταν άλλος άνθρωπος έδειχνε, άλλος ολότελα, με μνήμες ξέχωρες και πεθυμίες διαφορετικές απ’ τον στεριανό εαυτό του. Και ίσως να ‘ ταν αλήθεια αυτό, καθώς όταν ο άνθρωπος αλλάζει περιβάλλον και ιδιότητα, αλλάζει συνάμα και τον τρόπο που σχετίζεται με τους άλλους, καθώς και τον τρόπο που φέρεται.  Δε μεταμορφώνεται πλήρως φυσικά, μα παραλλάσσεται τόσο, που γίνεται σχεδόν αναγνώριστος.

Ο καπτάν-Αντώνης το γνώριζε τούτο καλά, γιατί το ‘χε δει να συμβαίνει στην πράξη κάθε φορά που ξεμπάρκαρε. Όσο έπλεε, ήτανε άρχοντας, μα μόλις το βαπόρι έριχνε άγκυρα, έβγαινε σαν κυνηγημένος και πήγαινε σπίτι να κρυφτεί, λες κι ήταν φυγάς. Έπασχε, φαίνεται, απ’ αυτό που αποκαλούν οι ναυτικοί λαμαρινίαση. Έναν απροσδιόριστο φόβο να περιπλανηθεί στη στεριά και μια τάση να καταφύγει σ’ ένα οποιοδήποτε δώμα και να κρυφοκοιτάζει έξω απ’ το παραθύρι, σα να γυρεύει κάποια στεριά αλαργινή απ’ τα ρέλια του πλοίου. Μέχρι που περνούσαν οι μέρες, και η επιθυμία του να τριγυρίσει στους δρόμους, υπερνικούσε το φόβο του και τον έκανε να ξεπορτίσει.    

Η θάλασσα μπορεί να ‘ναι απέραντη, βλέπετε, μα το κάθε πλεούμενο είναι μετρημένο, κι εκείνος ήξερε απ’ έξω τις διαστάσεις του πλοίου που κυβερνούσε. Είχε μετρήσει πόσα βήματα είναι απ’ την πρύμνη στην πλώρη, απ’ το μαγειρείο στην καμπίνα του, κι απ’ τη γέφυρα ως το κατάστρωμα. Κάθε σπιθαμή γνώριζε και μπορούσε να βρίσκει τα πάντα με μάτια κλειστά, κι εκτός αυτού, ήξερε και που θα συναντήσει τους άλλους ανά πάσα στιγμή, γιατί ο καθένας ήταν πάντα στο πόστο του, κάνοντας πάντοτε μια συγκεκριμένη δουλειά. Στη στεριά όμως, ήθελε ν’ αποφεύγει τις φουρτούνες πάση θυσία. Γιατί η στεριά είναι απέραντη κι αχαρτογράφητη, και δε μπορείς να γνωρίζεις τι σοι άνθρωπο θα σπρώξει ο άνεμος πάνω σου.

    Μόλις έβγαινε απ’ το καράβι, όλα τον ξένιζαν. Ακόμη και με τον καιρό τα ‘χε, επειδή τον ένιωθε στη στεριά πιο προβλέψιμο, κι αυτό τον έθλιβε. Τις πρώτες μέρες, τις μέρες της εθελούσιας κάθειρξης, συνήθως ήταν μελαγχολικός και αναθυμόταν τα παιδικά του τα χρόνια. Καθόταν μονάχος, μ’ έναν μπουκάλι Αρμένικο κονιάκ για συντροφιά, και ξεφύλλιζε παλιές φωτογραφίες. Κυρίως ο πατέρας του, στριφογύριζε στο μυαλό του, επειδή σαν τσαγκάρης που ήτανε, πέρασε μια ζωή καρφωμένος σ’ ένα σκαμνί, με το σβέρκο σκυφτό να κοιτάζει των παπουτσιών τις σόλες λες και ήταν ο κόσμος ολάκερος.

     Ίσως επειδή δε ζήλευε τη ζωή του πατέρα του, να ‘θελε να ταξιδέψει από μικρός ο καπτάν-Αντώνης. Ίσως γι’ αυτό να γύρευε διαρκώς απλωσιά γύρω του, κι ήθελε να μπορεί να ξεμακραίνει η ματιά του. Κι έτσι, διάβηκε στις θάλασσες, για να βυθίσει το βλέμμα του στου πελάγου την απεραντοσύνη. Εκείνο που δεν λογάριαζε όμως, ήταν πως θα του φράζαν τον δρόμο οι λαμαρίνες των πλοίων. Τουλάχιστον, έβγαλε πιότερα χρήματα απ’ τον πατέρα του, τούτο μπορούσε αρχικά να το λέει με εγκαύχηση, μα μετά από λίγο, το ‘νιωσε καλά στο πετσί του, πως το χρήμα δεν αναπληροί της ζωής του τα ελλείποντα· ‘κείνα που στεριανοί παίρνουν ως δεδομένα.

***

     Στην αρχή της καριέρας του, ένιωθε λαχτάρα κάθε που πλησίαζε ο καιρός να σαλπάρει, μα πλέον έχει απαλλαχθεί απ’ το βάρος της προσμονής αυτής, και τη στιγμή του απόπλου, νιώθει, κάθε φορά, έναν οξύ πόνο στο στήθος. Έτσι, άρχισε σταδιακά, να προσδοκά την επιστροφή στη στεριά και να μετρά τις μέρες που περνούσε στο πλοίο, σαν φυλακισμένος που αναμένει να ‘λευθερωθεί από στιγμή σε στιγμή. Πλέον όμως, νιώθει αρρίζωτος, κυρίως επειδή δεν τον περιμένει στο σπίτι κανείς, κι έτσι γλίτωσε κι απ ‘το μαράζι της νοσταλγίας. Θάλασσα ή στεριά, το ίδιο του κάνει και πια πορεύεται χωρίς προσδοκίες και τάσεις φυγής. Γέμισε με τα χρόνια, κερί τ’ αυτιά του κι έγινε απρόσβλητος στων σειρήνων το κάλεσμα, και μπορεί να προσπερνά κάθε σκόπελο, κρατώντας σφιχτά το πηδάλιο κι ακολουθώντας την πορεία που ανοίχτηκε εμπρός του.

    Κι όταν, καμιά φορά, θλίβεται για τη ζωή που ‘χει διαλέξει, θυμάται τον πατέρα του να μπαλώνει παπούτσια, με μια λευκή ποδιά κρεμασμένη στο λαιμό, παπουτσόκαρφα στις χούφτες του, κι ένα γάντζο για το καλαπόδι στου παντελονιού του τη τσέπη. Μόνο τις Δευτέρες καθόταν όλη μέρα στο σπίτι ο πατέρας του, μα ακόμη και τότε, την τσαγκαροδευτέρα, αντί να ξεκουραστεί, επιδιόρθωνε τα υποδήματα της φαμελιάς του. Καθόταν σ’ ένα σκαμνάκι στην κουζίνα, δίπλα στη γυναίκα του που μαγείρευε, την κυρά Λενιώ, και δούλευε αμίλητος. Τις Δευτέρες, λοιπόν, αντί να μοσχομυρίσει το σπίτι του καπτάν-Αντώνη απ’ το φαΐ της Λενιώς, μύριζε κόλα, δέρμα και κερί, με το οποίο κέρωνε τους σπάγγους ο πατέρας του.

   «Όλα τα παπούτσια του ντουνιά, απ’ τα χέρια του μπαλωματή περνάνε, μα του τσαγκάρη τα παιδιά, ξυπόλητα γυρνάνε», του ‘λεγε ο πατέρας του κάθε φορά που του επιδιόρθωνε τα παπούτσια και του τα ‘δινε χιλιομπαλωμένα. Ο πατέρας του, που πάντα κοιτούσε στα παπούτσια πρώτα, όποιον άνθρωπο γνώριζε. Κοντόφθαλμος και χαμηλόθωρος, μέχρι τέλους.

     Ο καπτάν-Αντώνης αντίθετα, κοιτούσε πάντα ψηλά, για να καθορίζει τη θέση του απ’ τ’ άστρα, για να προβλέψει τον καιρό ή επειδή το ‘χε πείσμα να τυφλωθεί απ’ τον ήλιο. Είχε αποκτήσει, λοιπόν, ένα πρόσωπο ξερακιανό, ηλιοκαμένο, σκισμένο απ’ τον άνεμο και την αλμύρα. Μαλλί σταχτί, μάτια κατάμαυρα, βαθιά κι απελπισμένα, κι ένα σαγόνι αμβλύ σαν αμόνι. Οι περισσότεροι νόμιζαν πως είχε βαρηκοΐα, γιατί συνέχεια παράκουγε κι έπρεπε να επαναλαμβάνουν δυνατότερα όσα του έλεγαν. Εκείνος ήταν σίγουρος όμως, πως άκουγε τέλεια, αλλά τον ενοχλούσε ένα βουητό που ‘φτανε στ’ αυτιά του από παντού. Μια βοή που θύμιζε θύελλα και τριξίματα από μυριάδων πλοίων σκαριά, ανακατεμένα με κρωξίματα γλαρόπουλων και μουρμουρητά ναυτικών μεθυσμένων .

   Όταν είχε κλείσει τα δεκαεφτά, ο πατέρας του προσέλαβε στο τσαγκαράδικο έναν βοηθό. Έναν κοντό και παχουλό νέο, με μελιά διαπεραστικά μάτια και δυο πεταχτά αυτιά γεμάτα τρίχες, τις οποίες ψαλίδιζε τακτικά γιατί τον ‘κάναν να ντρέπεται. Ευκίνητος και ακαταπόνητος ήταν -παρά τα παραπανήσια κιλά του-, κι αν όχι αθόρυβος, τουλάχιστον σβέλτος κι ελαφροκίνητος. Αυτός ο χαμάλης, στραβοκοιτούσε τον καπτάν-Αντώνη γιατί τον λογάριαζε γι’ αντίζηλο. Μέχρι που μια μέρα, ο καπτάν-Αντώνης τον έστησε στον τοίχο και το ‘πε: «Τι θες πανάθεμά σε; Το τσαγκαράδικο θες; Χαλάλι σου!», και μερικούς μήνες αργότερα, έβγαλε το ναυτικό του δελτίο κι έφυγε στα καράβια.

Μερικές μέρες προτού σαλπάρει, αρχίζει να φτιάχνει βαλίτσες και ν’ αγοράζει εφόδια. Ψωνίζει ξυραφάκια, αφρό ξυρίσματος, κερί για τα μαλλιά του, κι άλλα αναλώσιμα σε ποσότητες ικανές να του βαστάξουν για μήνες. Την τελευταία μέρα, παραμονή του απόπλου, πηγαίνει σ’ ένα τσαγκαράδικο, κι παίρνει πάτους για τα παπούτσια που θα φοράει στο πλοίο. Μπαίνει στο μαγαζί μ’ έναν αέρα απίστευτο, λες κι είναι αυτός ο ιδιοκτήτης, κι αφού ψωνίζει, αποχαιρετά τον τσαγκάρη τόσο εγκάρδια που τον αφήνει σύξυλο. Το βράδυ, προτού κοιμηθεί, βάζει όλα τα ψώνια στις βαλίτσες του και στο τέλος προσθέτει μερικά βιβλία του Σολωμου. Ύστερα μουρμουρίζει: «Το πρωί φεύγουμε Διονύσιε. Ενώ η άχραντη αυγή, θα μας λούζει με δροσιά», και πέφτει για ύπνο.   Διαβασμένο δεν τόνε λές τον καπτάν-Αντώνη. Από ποίηση, ειδικά, δε σκάμπαζε τίποτα, μα είχε αδυναμία μεγάλη στο Σολωμό. Κάθε βράδυ, άμα είχε μπουνάτσα, καθόταν στην καμπίνα του, επιλέγοντας την Σολωμόντεια λύση· όπως αποκαλούσε ο ίδιος τον χρόνο που αφιέρωνε στον έναν και μοναδικό ποιητή που ‘χε σ’ εκτίμηση. Μπορεί να μην καταλάβαινε τίποτα, απ’ όσα διάβαζε, μα αυτό δεν τον εμπόδισε ποτέ να μελετήσει το Σολωμό, κυρίως επειδή ήταν ο εθνικός ποιητή της πατρίδος μας, κι αυτό σήμαινε για τον καπτάν-Αντώνη πολλά. Αφού δεν μπορούσε να ρίξει άγκυρα στη στεριά, και θαλασσοδερνόταν σε ξένους τόπους, έψαχνε τρόπους να μην αισθάνεται άπατρις.

     Το καράβι εξάλλου, είναι ένας τόπος κινούμενος, δεν ανήκει πουθενά και θυμίζει πύργο της Βαβέλ. Ρουμάνοι, Ουκρανοί, Φιλιππινέζοι, Έλληνες, κάθε καρυδιάς καρύδι στεγάζει το πλοίο, και μπορεί να ζουν όλοι μαζί, μα κάθε ράτσα κλείνεται στα δικά της κι αποφεύγει τις άλλες όσο το δυνατόν περισσότερο. Κάθε φυλετική ομάδα, πασχίζει να διατηρήσει την καθαρότητά της και κάθε κουλτούρα αναγκάζεται ν’ αντιπαραβληθεί με τις υπόλοιπες, εντείνοντας τις διαφορές τις. Τούτο, κρύβει αναπόφευκτα την πεποίθηση, πως οι άλλες ομάδες δεν είναι απλώς διαφορετικές, μα βρίσκονται χαμηλότερα στην φυλετική κλίμακα, καθώς η διαφορά υποδηλώνει κατωτερότητα. Θαρρείς και οι διάφορες παραλλαγές του ανθρωπίνου είδους, δεν αποτελούν απλώς υφομοταξίες, αλλά είδη ξεχωριστά.

     Ο καπτάν-Αντώνης όμως, ούτε το μανδύα της ράτσας δεν μπορεί να φορέσει στο πλοίο, καθώς είναι ο απλησίαστος κυβερνήτης, που στέκεται πάνω απ’ όλους και μόνος ολότελα. Να πλέει σε θάλασσες ξένες, περιτριγυρισμένος από αλλοεθνείς, κάτω από ξένη σημαία, συνήθως Λιβεριανή, και ν’ αγκυροβολεί σε τόπους άγνωρους, με τους οποίους δεν τον συνδέει τίποτα απολύτως. Κι αν νιώσει ποτέ του την ανάγκη για επαφή, πηγαίνει στο μαγειρείο όπου συζητάνε τρώγοντας οι ναύτες και κάθεται δίπλα τους, μπας και πει καμιά κουβέντα και ξεχαστεί. Όταν τον βλέπουν οι άλλοι όμως, μουγγαίνονται και κάθε συζήτηση κόβεται αμέσως. Κι αυτός, αφού μείνει για λίγο ν’ αφουγκραστεί τη σιωπή τους, συνήθως τους λέγει: «Άκρα του τάφου σιωπή!», κι ύστερα σηκώνεται και φεύγει για να κλειστεί στην καμπίνα του.

     Τουλάχιστον εκεί, θα διαβάσει τον Σολωμό του και θα αισθανθεί μέσα του Έλλην. Θα διαβάσει μέχρι να πονέσουν τα μάτια του, κι ύστερα θα πλαγιάσει, θα σφαλίσει τα βλέφαρά του και θα υψώσει με την φαντασία του ιστία, που θα τον ταξιδέψουν πίσω στο χρόνο, στους χωμάτινους δρόμους του χωριού που μεγάλωσε. Θα επισκεφτεί το σχολειό του, το πατρικό του το σπίτι, τις αλάνες που ‘παιζε με τους συμμαθητές του όποτε έκαναν σκασιαρχείο. Κι αφού σεργιανίσει στη στεριά μες στον ύπνο του, μόλις ξυπνήσει θα ‘χει λαχταρήσει τη θάλασσα και θα πάει κατευθείαν στο κατάστρωμα για να την αγναντέψει. Ειδικά όταν ο καιρός βαραίνει για βροχή, του αρέσει να το κάνει αυτό με τις ώρες. Να κάθεται και να βλέπει τα μαύρα σύγνεφα να κατακλύζουν τον ουρανό και το χρώμα της θάλασσας να σκουραίνει. Να την παρατηρεί, καθώς μαζί με το χρώμα, θα αλλάζει και την ανασαιμιά της.

Στη βοή της θάλασσας, στον αέναο αχό της, δεν μπορεί να βρει αρχή και τελειωμό, δεν υπάρχουν διακοπές στην αναπνοή της. Η ζωή της είναι συνεχής, ανελλιπής, όχι σαν τον δικό του το βίο που είναι κομμένος στα δυο. Αυτός είναι μισός στεριανός, μισός θαλασσινός, ποτέ του ακέραιος κι ολόκληρος. Κομμένος στα δυο, ακολουθώντας τη Σολομώντεια λύση του, αποδιωγμένος απ’ όλα, ζει στη μεθόριο δυο κόσμων και κατοικεί στο μεταίχμιο.  

***

Όσο ζει στη στεριά, η θάλασσα στοιχειώνει τον ύπνο του, και κάθε τόσο την επισκέπτεται απρόθυμα, λες και δε μπορεί να πράξει αλλιώς. Σηκώνεται τα χαράματα, παίρνει ένα μπρίκι μεγάλο σαν κατσαρόλα, το γεμίζει νερό ως τα πάνω και φτιάχνει ελληνικό καφέ για όλη τη μέρα. Γεμίζει ύστερα πέντε φλιτζάνια με καφέ και πηγαίνει να τ’ ακουμπήσει στο τραπεζάκι του καθιστικού του. Εκεί, κάθεται και τα πίνει ένα-ένα μέχρι τ’ απόγευμα. Το πρώτο αχνιστό και ζεστό, το δεύτερο χλιαρό και τα υπόλοιπα κρύα. Κι όταν νιώσει έτοιμος πια, βγαίνει απ’ το σπίτι και Βαδίζει ατάραχος, μέχρι να φτάσει στην εγγύτερη ακτή. Εκεί στέκεται κι ατενίζει το πέλαγος έμπλεος μελαγχολίας, μα φορώντας και το ψεύτικο χαμόγελο του θαλασσοπόρου ταξιδευτή. Κοιτάζει τη θάλασσα σα να γυρεύει κάτι απ’ εκείνη, μ’ ένα βλέμμα που δε θα μπορούσε να ερμηνεύσει κανείς και σιγομουρμουρίζει μονάχος.

Απέραντη, απύθμενη, κυματίζουσα κι αστραφτερή σαν τσαλακωμένος καθρέφτης, απλώνεται η θάλασσα εμπρός του. Κι όσο την αγναντεύει, πετάνε σαν γλαροπούλια οι σκέψεις του, κι αλλάζει κάθε λίγο το ύφος και η διάθεσή του, όπως αλλάζει το χρώμα κι η όψη της θάλασσας. Κι άμα δυναμώσει ο άνεμος, κι ερθεί ορμητικός απ’ τα βάθη του ορίζοντα, υψώνονται κύματα σαν αφρισμένα σύγνεφα και χιμάνε στα βράχια, κάτω απ’ τα πόδια του. Κι όπως τσακίζουν τα νερά τους στην πέτρα, υψώνουν νέφη δροσιάς που τον ραίνουν στο πρόσωπο. Εκείνος στέκει ατάραχος τότε, λουσμένος αλμύρα, και ψιθυρίζει στη θάλασσα: «Δικός σου, δικό σου είμαι. Έλα και πάρε με. Δεν υπάρχει γλιτωμός από ‘σένα».

.

                                                              ~   Τέλος  ~