Κωστής Α. Μακρής: "Με στοιχεία «παραμυθιού» θέλησα να «ξανα»γράψω την δική μου «ιστορία του ρατσισμού»"


Γράφει διηγήματα, παραμύθια, μυθιστορήματα και άλλα κείμενα. Παράλληλα ασχολείται με τη ζωγραφική, την εικονογράφηση, τη γραφιστική, τη διαφήμιση και την ξυλουργική. Χαρακτηρίζει τον εαυτό του «γραφιά» θεωρώντας ότι ο τίτλος αυτός περικλείει καθετί με το οποίο καταπιάνεται, αφού όλες του οι δραστηριότητες σχετίζονται με την πάλη των λέξεων και τις συναρμογές αυτών. Αναφερόμαστε στον συγγραφέα Κωστή Α. Μακρή, τον οποίο, με αφορμή το τρίτο κατά σειρά βιβλίο του, που φέρει τον τίτλο «Ο Λευκάτας, η Φαγιουμάτα και οι 888 Νάνοι, Η ιστορία μιας αγάπης που νίκησε το ρατσισμό» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Φίλντισι», φιλοξενούμε σήμερα στις Τέχνες.
Ας δούμε τι έχει να μας πει...


Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Μακρή, μέχρι σήμερα έχετε βιοποριστεί ως ζωγράφος, εικονογράφος, γραφίστας, κειμενογράφος, διαφημιστής, συγγραφέας και ερασιτέχνης ξυλουργός. Ποια ιδιότητά σας θεωρείτε ότι υπερέχει των άλλων;

Αυτή του «γραφιά». Είτε ζωγραφίζω, είτε εικονογραφώ, είτε μορφοποιώ ένα κομμάτι ξύλο, είτε αναζητώ τις κατάλληλες λέξεις σε μια φράση, με την σκέψη και την γλώσσα μου παλεύω, με τις λέξεις και τις άριστες ―κατά το δυνατόν― συναρμογές τους. Με στόχο να πλησιάσουν αυτό που φαντάζομαι και σκέφτομαι, αυτό που με συγκινεί κι αυτό που τελικά θα γίνει κάτι πολύ κοντά σε αυτό που επιδιώκω να πετύχω.

Για ποιο λόγο αποφασίσατε να ασχοληθείτε συγκεκριμένα με τη συγγραφή;

Δεν ξέρω. Δεν ήταν μια απόφαση το «γράψιμο» αλλά περισσότερο μια επιθυμία που γρήγορα πήρε την μορφή ανάγκης. Με παρέσυραν οι πολλές δυνατότητες γνώσης και αυτογνωσίας, και μετά όλο αυτό πλουτίστηκε με χαρά. Ίσως επειδή, μετά από την ανάγνωση πολλών βιβλίων, αποφάσισα να γράψω πράγματα που θα μου άρεσε να διαβάζω.

Από το 2006 γράφετε διηγήματα, παραμύθια, μυθιστορήματα, αλλά και άλλου είδους κείμενα. Προς τα πού κλίνετε περισσότερο;

Μάλλον προς το μυθιστόρημα. Μου αρέσει η μεγάλη φόρμα, μου αρέσει το πλάσιμο χαρακτήρων και η πλοκή και η ανάπτυξη των μεταξύ τους σχέσεων μέσα στον χρόνο. Αλλά αυτό δεν είναι προσχεδιασμένο πάντοτε. Κάποια παραμύθια που γράφω δεν αντέχουν το μυθιστορηματικό «ξεχείλωμα» και επιβάλλουν το δικό τους μέγεθος. Άλλες ιστορίες πάλι, τείνουν να καταλάβουν πολλές πολλές σελίδες μέχρι να εξαντλήσουν τα όριά τους και να μην αφήσουν στον αναγνώστη μια αίσθηση ανεκπλήρωτης σχέσης μαζί τους.

Θυμάστε το πρώτο σας βιβλίο; Ποια ήταν η αντίδρασή σας όταν το κρατήσατε στα χέρια σας για πρώτη φορά;

Ίσως ακουστεί κάπως παράξενο. Αλλά όταν κράτησα στα χέρια μου το πρώτο εκδομένο βιβλίο μου, που ήταν «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες», από τις Εκδόσεις Πατάκη, σκέφτηκα ότι έτσι έπρεπε να γίνει και έτσι έγινε. Ούτε πολύ μεγάλη χαρά, ούτε λύπη που δεν ήταν τόσο μεγάλη η χαρά μου. Μοιάζει κάπως με την φαντασίωση που είχα ως παιδί για το τι θα έκανα όταν θα αποκτούσα μεγάλο (όχι παιδικό, τρίτροχο) ποδήλατο. Και όταν ήρθε το μεγάλο ποδήλατο, δώρο των γονιών μου στα 12 χρόνια μου, ήμουν έτοιμος όχι τόσο να χαρώ υπερβολικά αλλά να το καβαλήσω, να αρχίσω να τρέχω και να χαίρομαι ανακαλύπτοντας τις δυνατότητές του και την ευθύνη που αναλάμβανα να το χαρώ χωρίς να πάθω ή να κάνω καμιά ζημιά. Κάπως έτσι και με το πρώτο μου βιβλίο. Όχι, δεν το «καβάλησα»· ούτε το βιβλίο ούτε κανένα «καλάμι»· αλλά ακόμα ψάχνω τις δυνατότητές του/μου και τις ευθύνες μου.


Είναι οι βραβεύσεις η πιο σημαντική ανταμοιβή του συγγραφέα; Σας ρωτώ διότι το έργο σας αρκετές φορές τέθηκε υποψήφιο προς βράβευση. Μήπως τελικά το μεγαλύτερο βραβείο όλων είναι η θετική ανταπόκριση του αναγνωστικού κοινού;

Τα βραβεία και οι έπαινοι είναι ωραία, χαροποιά και ενθαρρυντικά πράγματα. Αλλά δεν κρατάει πολύ η χαρά τους. Η χαρά όμως από κάποια λόγια ή από μια επιστολή, από ένα μικρό παιδί ή από έναν ενήλικο, που δείχνει την χαρά του από την ανάγνωση ενός βιβλίου σου, ε, αυτή είναι μεγάλη χαρά, και βραβείο και πλούτος. Αυτό που σκέφτομαι λοιπόν, σε σχέση με τα βραβεία, είναι ότι καθετί που οδηγεί ένα βιβλίο πιο κοντά στους αναγνώστες ―όπως μια «βράβευση» και η συνακόλουθη δημοσιότητα― είναι καλό. Αλλά μέχρι εκεί.

Η μέχρι τώρα συγγραφική σας πορεία αναδεικνύει το ενδιαφέρον σας προς την παιδική και νεανική λογοτεχνία. Γιατί αυτό; Δε σας φοβίζει το γεγονός ότι τα παιδιά, αλλά και οι νέοι είναι πιο απαιτητικό κοινό από όλα τα υπόλοιπα;

Να αποσαφηνίσω κάτι: την ώρα που γράφω, δεν γράφω για το κοινό. Γράφω επειδή έτσι μου αρέσει και όπως μου αρέσει. Αυτό σημαίνει ότι δεν προκαθορίζω το κοινό μου ή το είδος του γραφτού μου. Επειδή όμως το παιδί που μεγαλώνει μέσα μου ήταν ένας πολύ απαιτητικός αναγνώστης, αυτό το παιδί παραμένει ένας απαιτητικός, αυστηρός αλλά και έντιμα καθοδηγητικός κριτής των έργων μου. Θα συμφωνήσω ότι τα παιδιά είναι απαιτητικό κοινό. Αλλά όλοι οι απαιτητικοί αναγνώστες αναζητούν και ξεδιαλέγουν αυτά που τους αρέσουν. Αν τους αρέσουν αυτά που γράφω, τότε ταιριάζουμε. Αν μετριούνται σε δεκάδες ή εκατοντάδες (κι όχι σε εκατομμύρια) αυτό δεν είναι κάτι που με προβληματίζει. Έχω τρόπους να βγάζω το ψωμί μου και να κάνω αυτά που μου αρέσουν όπως μου αρέσουν.


Ποιο υπήρξε το κίνητρο για να γράψετε το τρίτο κατά σειρά βιβλίο σας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Φίλντισι» και φέρει τον τίτλο «Ο Λευκάτας, η Φαγιουμάτα και οι 888 Νάνοι» και υπότιτλο «Η ιστορία μιας αγάπης που νίκησε το ρατσισμό»;

Έχω γράψει με άλλη ευκαιρία ότι διάβασα πολύ μικρός (γύρω στα 10) το βιβλίο τού Μπέρτραντ Ράσελ «Η Μάστιξ του Αγκυλωτού Σταυρού». Υπήρχε στην οικογενειακή μας βιβλιοθήκη στην οποία υπήρχε δυνατότητα πρόσβασης, από εμένα, τον μεγαλύτερο αδερφό μου και μετά από την αδερφή μου, χωρίς περιορισμούς. Το θέμα τού βιβλίου ήταν η τεκμηριωμένη φρικιαστική δράση των Ναζί στην Γερμανία και στον υπόλοιπο κόσμο κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και πιο πριν. Θυμάμαι ακόμα εικόνες (φωτογραφίες) φρίκης και τρόμου από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, ένα εκ των οποίων ήταν το Μπούχενβαλντ (το «Δάσος με τις οξιές», όπως το αναφέρω στο μυθιστόρημά μου) στο οποίο συνέβησαν ανείπωτες πράξεις βίας, τρόμου, ταπείνωσης, βασανισμών και εξόντωσης από τους Γερμανούς Ναζί εναντίον Εβραίων, κομμουνιστών, ομοφυλοφίλων και άλλων ανθρώπων. Από την άλλη μεριά, διάβασα μικρός, πριν ακόμα πάω σχολείο, την ζωή του Χριστού. Το «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γάρ οίδασι τί ποιούσι» που είπε ο Χριστός πάνω στον σταυρό, και το «Αγαπάτε αλλήλους», ακόμα με καθοδηγούν.
Η φρίκη, ο τρόμος και η επιθυμία για εκδίκηση των θυμάτων τού Ολοκαυτώματος από τη μια μεριά, η συγχώρεση και η αγάπη από την άλλη.
Αυτό είναι το δίπολο γύρω απ’ το οποίο πλέκεται το μυθιστόρημά μου. Με στοιχεία «παραμυθιού», θέλησα να «ξανα»γράψω την δική μου «ιστορία του ρατσισμού» με τρόπο που να αφήνει περιθώρια αποφυγής επανάληψης ανάλογων φαινομένων. Εννοείται ότι δεν έχω την απαίτηση να διορθωθούν όλα τα «κακώς κείμενα» της Ανθρωπότητας με ένα βιβλίο που έγραψα. Αλλά, όπως και το κολιμπρί ενός σχετικού μύθου, «μεταφέρω μια σταγόνα νερό» για να μετριάσω τις επιπτώσεις μιας πυρκαγιάς που δεν έχει ακόμα σβήσει.

Ποια είναι περιληπτικά η υπόθεση του βιβλίου;

Σε έναν μυθικό τόπο, την Κρατιστοβία, ο ηγεμόνας Δούκας Μαυρώπας καταδιώκει τους Νάνους θεωρώντας τους «Όντα Κατώτερης Φυλής». Οι Νάνοι, όσοι γλίτωσαν, εγκαταλείπουν μετά από τους διωγμούς την Κρατιστοβία. Λίγα χρόνια μετά την φυγή των Νάνων, ο γιός ενός από τους πολιτικούς αντιπάλους του Δούκα Μαυρώπα, ο Λευκάτας, και η κόρη του Δούκα, η Φαγιουμάτα, συναντιόνται και ένας δυνατός έρωτας γεννιέται ανάμεσά τους. Ο Μαυρώπας το μαθαίνει και εξορίζει την κόρη του. Ο Λευκάτας, καθώς ψάχνει να την βρει, συναντάει τους εξόριστους Νάνους, μαθαίνει για τους διωγμούς. Μετά από κάμποσες περιπέτειες, η Φαγιουμάτα και ο Λευκάτας συναντιόνται και φανερώνεται η μεταξύ τους αγάπη. Με την βοήθεια παραμυθένιων όντων, όπως η Νεράιδα Τελαρίνα και το Ξωτικό Ευθύμης ο Χρωμάρχης, οι Νάνοι και οι Ψηλοί σύμμαχοί τους, αντιμετωπίζουν σε μια μεγάλη αλλά αναίμακτη μάχη τον Δούκα Μαυρώπα. Η συνέχεια στο βιβλίο. Ας μην τα πούμε όλα εδώ!

Μια ιστορία που όπως ομολογείτε κι εσείς στο βιβλίο σας αναφέρεται στον ρατσισμό. Το μήνυμα που ωστόσο περνάτε ξεκάθαρα είναι το εξής: «Ζούμε καλά, μόνον όταν και οι διπλανοί μας ζούνε καλά». Τελικά, μήπως η φράση σας αυτή φανερώνει το μυστικό της αληθινής ευτυχίας του ανθρώπου;

Έτσι νομίζω. Πώς είναι δυνατόν να κολυμπάς ανέμελα μέσα σε μια θάλασσα δυστυχίας; Από την άλλη μεριά, δεν γίνεται να ζούμε σε μια κατάσταση διαρκούς πένθους επειδή υπάρχει δυστυχία στον κόσμο. Θυμάμαι τους γονείς μας να μας περιγράφουν στιγμές (σχετικής) «ευτυχίας» τους στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της Γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα. Νομίζω ότι καλό είναι να προσπαθούμε να κρατάμε την ισορροπία μας και την ανθρωπιά μας ακόμα και στα πιο ολισθηρά ή επικίνδυνα εδάφη. Και για όλα αυτά, ισχύει το «μέτρον άριστον».

Μπορεί η μυθοπλασία να διαμορφώσει νέους ορίζοντες σκέψης, περισσότερο φωτεινούς και αισιόδοξους στο αναγνωστικό κοινό; Εσείς το επιχειρείτε αυτό στο βιβλίο σας, δεδομένου ότι το περιεχόμενό του σ’ αυτό εκ πρώτης ματιάς αποσκοπεί;

Κάθε συγγραφέας επιχειρεί να καταγράψει ―και ελπίζει να επικοινωνήσει― τον δικό του τρόπο θέασης της πραγματικότητάς του. Το αν αυτός ο τρόπος ανοίγει ή δείχνει νέους ορίζοντες, με φως και αισιοδοξία, ας το κρίνει ο κάθε αναγνώστης και η κάθε αναγνώστρια. Αυτό που ξέρω για μένα είναι ότι στα βιβλία μου δεν περιγράφω την «πραγματικότητα». Αυτό που περιγράφω είναι κάτι σαν την πραγματικότητα που θα ήθελα να ζω. Κι αυτή την πραγματικότητα που θα ήθελα να ζω, την μοιράζομαι με άλλους και άλλες. Φροντίζοντας, με τον τρόπο μου, να την κάνω όσο πιο ελκυστική, φωτεινή και αισιόδοξη γίνεται.

Το εκδοτικό σας σπίτι αυτή τη φορά είναι οι εκδόσεις «Φίλντισι». Είστε ευχαριστημένος με την μέχρι τώρα σας συνεργασία; Θεωρείτε ότι ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει αρκετά στην περαιτέρω προώθηση και ανάδειξη του βιβλίου;

Οι Εκδόσεις «Φίλντισι» μου προσέφεραν και μου προσφέρουν «στέγη», αποδοχή, προώθηση και εμπιστοσύνη. Είναι δύσκολο στις μέρες μας να τα βρει ένας συγγραφέας αυτά. Οπότε, η ευχαρίστησή και η ευγνωμοσύνη μου για την συνεργασία αυτή είναι δεδομένες και ευελπιστώ σε καλά αποτελέσματα και για το «Φίλντισι» και για εμένα.

Τι θα συμβουλεύατε τον αναγνώστη, που μόλις ξεκινά να διαβάσει το βιβλίο σας;

Τίποτα. Η δουλειά μου έχει τελειώσει με την έκδοση. Αποφάσισα να εκτεθώ στην κρίση των Αυτών Εξοχοτήτων (και δεν το λέω καθόλου ειρωνικά!) του Αναγνώστη και της Αναγνώστριας. Εκείνοι κρατούν το βιβλίο. Δικαίωμά τους είναι το διαβάσουν όλο, να το παρατήσουν μετά από μερικές σελίδες, να κοιτάξουν παρακάτω, να χαζέψουν μόνο τις εικόνες, να διαβάσουν την τελευταία σελίδα πριν έρθει η ώρα της. Εκείνοι και εκείνες έχουν το βιβλίο στα χέρια τους. Εγώ θα χαρώ να το διαβάσουν όλο και να το ξαναδιαβάσουν και να το προτείνουν και σε άλλους και άλλες. Αλλά αυτό δεν εξαρτάται από εμένα.

Ποιο από τα τρία βιβλία σας, θα προτείνατε οπωσδήποτε να διαβάσουν οι αναγνώστες;

Και τα τρία. Τα αναφέρω με τη σειρά για διαφημιστικούς λόγους: «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες» και «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια», από τις Εκδόσεις Πατάκη, και «Ο Λευκάτας, η Φαγιουμάτα και οι 888 Νάνοι», από τις Εκδόσεις Φίλντισι. Και όσα θα έχω την τύχη να δω εκδομένα μετά απ’ αυτά.


Φοβάστε την κακή κριτική; Την κριτική γενικότερα;

Η κακή κριτική είναι κι αυτή μέρος της «δημοσιότητας». Από την στιγμή που εκδίδεται ένα βιβλίο μου, οφείλω να αποδεχτώ τους όρους της «έκθεσής» μου στην δημόσια κριτική. Είτε είναι ψόγος είτε έπαινος, αυτό θα σημαίνει ότι κάποιοι/κάποιες ασχολήθηκαν με εμένα και το έργο μου. Και η κριτική (ευμενής ή δυσμενής) είναι μέρος αυτού του τοπίου στο οποίο εθελοντικά βρίσκομαι.

Ποια είναι η γνώμη σας για την εκδοτική πραγματικότητα στην Ελλάδα;

Ως γραφίστας έχω συνεργαστεί με αρκετούς εκδότες. Και έχω δει την «εκδοτική πραγματικότητα» και από τις δύο πλευρές: και του εκδότη-επιχειρηματία και του συγγραφέα. Σιωπηλά, και οι δυο πλευρές γκρινιάζουν για τις δυσκολίες και το «δυστοπικό» εκδοτικό τοπίο. Η κάθε πλευρά έχει τα δίκια της. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι την επιχειρηματική ευθύνη την έχει ο εκδότης. Από εκεί και πέρα, μια εκδοτική επιτυχία ή αποτυχία, οφείλεται σε πολλούς ―και εν πολλοίς αστάθμητους― παράγοντες. Ξεκίνησα να γράφω αρκετά μεγάλος. Ευτύχησα, μέσα σε σχεδόν μια δεκαετία, να δω εκδομένα τρία βιβλία μου. Η γνώμη μου είναι ότι δεν πρέπει να παραπονιέμαι και να συνεχίσω να γράφω.

Ετοιμάζετε κάτι νέο συγγραφικά ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;

Γράφω διαρκώς και αδιαλείπτως. Το τι θα εμφανιστεί εκδοτικά και πότε, αυτό μού είναι άγνωστο.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Αυτογνωσία, ισορροπία και αλληλοκατανόηση.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.

Δεν ξέρω πόσο μικρό είναι το απόσπασμα, αλλά νομίζω ότι είναι χαρακτηριστικό του βιβλίου μου:

«…
― Κρεμάλα! Θάνατος! Να σαπίσουν στην κόλαση τα καθάρματα και να τους στείλουμε γρήγορα εκεί! ακούστηκαν πολλές φωνές.
― Δίκαιες δίκες! Αγάπη και συγχώρεση για τους μετανιωμένους! φώναξε πιο δυνατά ο Κίμωλος.
― Θάνατος στα καθάρματα του Μαυρώπα! Να ξεβρομίσει ο τόπος! Δεν είναι άνθρωποι αυτοί! Είναι τέρατα και άχρηστα παράσιτα! Αυτό είναι! ακούστηκαν κι άλλες φωνές.
― Αγάπη και συγχώρεση! ούρλιαξε τώρα ο Κίμωλος.
Ύψωσε το χέρι του, τράβηξε το μανίκι και έδειξε τον αριθμό 888 στους συγκεντρωμένους. Όλες και όλοι σώπασαν.
― Θα γίνει ψηφοφορία, φώναξε ο Κρόκινος.
Τα δυο ερωτήματα της ψηφοφορίας είχαν αποφασιστεί: Άμεση εκτέλεση των συνεργατών τής Τυραννίας, το ένα. Δίκαιες δίκες και αγάπη και συγχώρεση για τους μετανιωμένους.
Στήθηκε αμέσως μια κάλπη μέσα στη Νανοσπηλιά και βρέθηκαν μαύρα και άσπρα χαρτιά. Όποιος πίστευε ότι η άμεση θανάτωση των αιχμαλώτων θα βοηθούσε την Κρατιστοβία να ευτυχήσει, έριχνε μαύρο χαρτί. Όποιος πίστευε ότι η αγάπη και η συγχώρεση, αλλά και με απόδοση δικαιοσύνης, ήταν ο δρόμος για ένα καλύτερο μέλλον, έριχνε άσπρο χαρτί. Στην καταμέτρηση των ψήφων, τα άσπρα χαρτιά ήταν είκοσι φορές περισσότερα από τα μαύρα.»

Κύριε Μακρή, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συνέντευξη και σας εύχομαι να είστε πάντα δημιουργικός.

Η ευχαρίστηση ήταν δική μου, κυρία Πετρίδου. Οι ερωτήσεις σας με βοήθησαν να βάλω σε τάξη κάποιες σκέψεις μου και σας ευχαριστώ που μου δώσατε αυτή την ευκαιρία.


Βιογραφικό:

Γεννήθηκα και ζω στην Αθήνα.

Μέχρι σήμερα έχω βιοποριστεί ως ζωγράφος, εικονογράφος, γραφίστας, κειμενογράφος, διαφημιστής, συγγραφέας και ερασιτέχνης ξυλουργός. 

Από το 2006 γράφω διηγήματα, παραμύθια, μυθιστορήματα και άλλα κείμενα.

Το 2010 εκδόθηκε από τις Εκδόσεις ΠΑΤΑΚΗ το πρώτο νεανικό παιδικό μυθιστόρημά μου, με τίτλο «Ο Πιοζ Νάμε και οι πέντε γάτες» (έπαινος Κύκλου του Ελλ. Παιδικού Βιβλίου για πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα 2011, short list του περιοδικού Διαβάζω για νεανική λογοτεχνία 2011, short list για το Κρατικό Βραβείο 2012).

Το δεύτερο βιβλίο μου, «Η Εβίτα που νίκησε τα Αποθαρρύνια», με εξώφυλλο και εικόνες δικές μου, εκδόθηκε από τις Εκδόσεις Πατάκη και κυκλοφορεί από τον Ιούνιο του 2015.
Τον Μάρτιο του 2016 ήταν υποψήφιο για το Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού παιδικού Βιβλίου/Ελλ. Τμήμα της ΙΒΒΥ, για βιβλίο μικρής φόρμας για παιδιά.

Είμαι μέλος του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, Ελλ. Τμήμα της ΙΒΒΥ, από το 2009.

Γραπτά μου έχουν δημοσιευτεί και δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά, έντυπα και ηλεκτρονικά όπως το iporta.gr, το readmagazine.gr και σε άλλους τόπους (sites, blogs) του διαδικτύου.