Νίκος Παπαδόπουλος: "Τα βιβλία δεν πρέπει να έχουν αυτοαναφορικό χαρακτήρα"


Σήμερα στις Τέχνες φιλοξενούμε έναν νέο συγγραφέα με αφορμή το βιβλίο του που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Carpe Librum», με τίτλο  «Το δέκατο κεφάλαιο». Είναι ο Νίκος Παπαδόπουλος, γεωπόνος στο επάγγελμα, με μεταπτυχιακές σπουδές στη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού και στην βιοεπιχειρηματικότητα.
Πάμε να τον γνωρίσουμε καλύτερα...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Παπαδόπουλε, γιατί αποφασίσατε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή; Τι ήταν αυτό που σας παρακίνησε, ώστε να κάνετε αυτό το βήμα;

Η συγγραφή υπήρχε πάντοτε μέσα μου. Θυμάμαι τον εαυτό μου από τα φοιτητικά μου χρόνια, να προσπαθώ να εκφραστώ δημόσια, στέλνοντας άρθρα σε εφημερίδες και περιοδικά. Αυτή η αρχικά απροσδιόριστη έξη, έλαβε συγκεκριμένη μορφή, απέκτησε σάρκα και οστά, με τη συγγραφή του πρώτου μου βιβλίου, το οποίο εκ των υστέρων σκεπτόμενος, ήταν και αυτό που ήθελα εξαρχής να κάνω. Σε ότι αφορά την παρακίνηση, θεωρώ πως είναι περισσότερο μια εσωτερική ορμή, η οποία από τη στιγμή που θα φωλιάσει σε μια ψυχή, φουντώνει σα φλόγα και δεν μπορεί να σβήσει με τίποτα. Το σίγουρο είναι, πως όταν κάποιος αρχίσει να γράφει, είναι γιατί έχει φτάσει σε ένα σημείο, όπου δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Βρίσκεται στην αρχή ενός δρόμου, χωρίς γυρισμό, οπότε το να αρχίσει να βαδίζει, είναι απλά η μόνη επιλογή, που έχει.

Θεωρείτε ότι υπάρχει πρωτοτυπία στη συγγραφή, ακόμα και στη φαντασία;

Κάθε βιβλίο, από το καλύτερο μέχρι το χειρότερο, έχει μια μορφή πρωτοτυπίας, για τον πολύ απλό λόγο, ότι εμπεριέχει σε κάποιο βαθμό την ιδιαιτερότητα της ψυχής, του ανθρώπου, που το έγραψε. Το θέμα δεν είναι αν υπάρχει ή όχι πρωτοτυπία, το βασικό είναι η πρωτοτυπία κάθε βιβλίου, να είναι επαρκής και γνήσια, ώστε να αποτελέσει το όχημα μεταφοράς ιδεών, εννοιών, σκέψεων και αισθημάτων από τον συγγραφέα στον αναγνώστη. Προσωπικά, δεν ξέρω σε τι βαθμό το πέτυχα αυτό, σίγουρα ο χρόνος ως κριτής των πάντων, θα δείξει.

Από πού αντλείτε γενικότερα έμπνευση για να πλάσετε μια ιστορία;

Συγγραφικά είναι αρχή ακόμα και δεν μπορώ να προσδιορίσω συγκεκριμένη πηγή έμπνευσης. Ίσως αν γράψω πολλά βιβλία και τα δω συγκριτικά, να μπορέσω να πω με σιγουριά, από πού εμπνέομαι. Βέβαια μπορεί και να μη μάθω ποτέ την πηγή έμπνευσης μου ή μπορεί και να πάψω να έχω έμπνευση. Σίγουρα για το πρώτο μου βιβλίο, έμπνευση αποτέλεσε η καθημερινότητα ενός συνηθισμένου ανθρώπου, η οποία διακόπτεται οριστικά και αμετάκλητα, από ένα τυχαίο (;) γεγονός. Βέβαια η καθημερινότητα με όλες τις διακυμάνσεις της, αποτελεί έμπνευση για την πλειοψηφία των βιβλίων, οπότε ίσως να μην πρωτοτύπησα και πολύ. Η έμπνευση είναι ένα περίεργο πράγμα, σχεδόν μεταφυσικό, που για όλες τις τέχνες, αποτελεί μέχρι σήμερα ένα άλυτο μυστήριο. Το βασικό είναι όταν μας χτυπήσει την πόρτα της ψυχής, να την ακούσουμε και να της ανοίξουμε.

Υπάρχει συγκεκριμένη συνταγή για τη συγγραφή ενός best seller; Τι πιστεύετε;

Οι συνταγές είναι για την μαγειρική. Τα βιβλία που γίνονται best seller (καλύτερα ευπώλητα), είναι αυτά που κατάφεραν να αγγίξουν την ψυχή των αναγνωστών και να γίνουν μέρος της συλλογικής τους συνείδησης. Δεν παραγνωρίζω την επίδραση του marketing και της διαφήμισης, αφού κατά καιρούς, ευπώλητα γίνονται και κακά βιβλία, απλά θεωρώ πως αυτός που γράφει για να πουλήσει, δεν είναι συγγραφέας και από την άλλη, τα περισσότερα ευπώλητα, έχουν γραφτεί από συγγραφείς, που ποτέ δεν φανταζόντουσαν ότι θα έχουν αυτή την απήχηση στο αναγνωστικό κοινό. Σε ότι αφορά τη συγγραφή, ο χρυσός κανόνας είναι, ο καθένας να γράφει από την ψυχή του και όσο για την επιτυχία, «αν είναι να ‘ρθει θε να ‘ρθεί, αλλιώς θα προσπεράσει», που έλεγε και ο Ουράνης.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς; Θα διαπιστώσουμε επιρροές τους στο δικό σας έργο;

Δεν μπορεί κανείς να παράξει οποιοδήποτε καλλιτεχνικό έργο, αν δεν έχει πρότυπα και ιδανικά. Παρότι δεν είμαι ιδιαίτερα δεινός αναγνώστης, μου αρέσει να βλέπω πίσω από τις σελίδες, προσπαθώντας να διακρίνω τις ψυχικές διακυμάνσεις και τις πνευματικές αγωνίες των συγγραφέων. Η λογοτεχνία που προτιμώ, είναι αυτή που ταράσσει την ψυχή του αναγνώστη, δημιουργώντας μια όσο το δυνατό πιο μόνιμη και καταλυτική επίδραση σε αυτή. Όπως έλεγε ο Κάφκα «Τα βιβλία που έχουμε ανάγκη, είναι αυτά που πέφτουν σαν τσεκούρι στην παγωμένη θάλασσα της ψυχής μας». Τέτοια βιβλία ψάχνω, τέτοια μου αρέσουν να διαβάζω και τέτοια φιλοδοξώ να γράφω. Δεν θα αναφερθώ σε ονόματα συγγραφέων, γιατί σίγουρα θα ξεχάσω κάποιους. Το σίγουρο είναι, πως όλα με έχουν επηρεάσει σε κάποιο βαθμό. Όπως λένε οι ψυχολόγοι «είμαστε το αποτέλεσμα των αναμνήσεων μας», έτσι και για τους συγγραφείς ισχύει το «είμαστε τα βιβλία, που διαβάσαμε».

Το πρώτο σας ολοκληρωμένο έργο εύχεστε να αποτελέσει την αρχή μιας μεγάλης συγγραφικής πορείας. Εκ του αποτελέσματος και πιάνοντας το τυπωμένο βιβλίο στα χέρια σας, πώς αισθανθήκατε; Διαθέτει η ευχή σας τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να βγει αληθινή;

Ποτέ δε μίλησα για “μεγάλη” συγγραφική πορεία. Εδώ δεν γνωρίζω ακόμα αν θα ευοδωθεί η πρώτη μου προσπάθεια, πώς να μιλήσω για συγγραφική πορεία και μάλιστα μεγάλη; Μια προσπάθεια έκανα, η οποία προφανώς είναι αμελητέα σε σχέση με άλλους συγγραφείς τωρινούς, αλλά κυρίως του παρελθόντος. Όταν έπιασα το βιβλίο στα χέρια μου, εκπληρώθηκε ένα παιδικό μου όνειρο. Ένιωσα μια ικανοποίηση ότι πέτυχα έναν δύσκολο στόχο. Αν αυτό, αποτελέσει αρχή και για άλλα βιβλία, δεν ξέρω. Προσωπικά δεν θα ήθελα να διακοπεί το συγγραφικό μου ταξίδι. Θα ήταν και κάτι εξαιρετικά πρόωρο για εμένα.

Ποιο πιστεύετε πως είναι το πιο σημαντικό κομμάτι σε μία ιστορία; Ο πρωταγωνιστής, η θεματολογία της ή οι δευτερεύοντες χαρακτήρες;

Όλα τα στοιχεία που αναφέρετε, αποτελούν μέρη ενός ενιαίου και αδιάσπαστου συνόλου. Ως εκ τούτου έχουν όλα την ίδια αξία. Το πιο σημαντικό κομμάτι ίσως είναι η επίδραση ενός βιβλίου στην ψυχή ενός αναγνώστη. Αυτό είναι το ζητούμενο, αλλά και το δύσκολο μέρος της όλης υπόθεσης.


Το 2020 κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Το δέκατο κεφάλαιο» από τις εκδόσεις «Carpe Librum». Μιλήστε μας γι’ αυτό.

Όπως προείπα ήταν ένα παιδικό όνειρο. Προέκυψε ξαφνικά, χωρίς κανένα σχέδιο ή προγραμματισμό. Ήταν κάτι, που αν και καθυστερημένα, «εισέβαλε» κυριολεκτικά στη ζωή μου, κάνοντας την όχι πιο όμορφη, αλλά σίγουρα πιο ενδιαφέρουσα. Σκεπτόμενος εκ των υστέρων τις αγωνίες, τους κόπους, τις ατελείωτες ώρες στο πληκτρολόγιο, θεωρώ ότι έδωσα έναν άξιο και δύσκολο αγώνα. Δεν ξέρω αν νίκησα ή αν έχασα. Όπως είχε πει ο Καζαντζάκης στην Ασκητική, «Μην καταδέχεσαι να ρωτάς αν θα νικήσουμε ή θα νικηθούμε. Πολέμα!». Γνωρίζω ότι είναι πολύ πιθανό το βιβλίο μου να μην έχει κάποια ανταπόκριση από το αναγνωστικό κοινό και να χαθεί στην πάροδο του χρόνου. Η βαθιά μου ικανοποίηση, είναι ότι πολέμησα.

Ποια υπήρξε η κυριότερη πηγή έμπνευσης και ποιο το ερέθισμά σας για να ξεκινήσετε τη συγκεκριμένη ιστορία;

Εξαρχής ήθελα να γράψω ένα βιβλίο για την ανθρώπινη ψυχή. Για να δώσω μια εύληπτη και αλληγορική μορφή στην έννοια της ψυχής, επέλεξα ότι πιο κοντινό και αντιπροσωπευτικό προς αυτήν, υπήρξε ποτέ. Επέλεξα να παραστήσω την ψυχή, με ένα βιβλίο. Τι άλλο είναι τα βιβλία, πέρα από καταγεγραμμένες σε σελίδες ψυχές; Τι άλλο είναι τα βιβλιοπωλεία, πέρα από αποθήκες ψυχών; Και βέβαια, ποιος θα ήταν πιο αντιπροσωπευτικός ήρωας, από έναν βιβλιοπώλη; Αυτοί δεν είναι οι θεματοφύλακες, οι κλειδοκράτορες των ψυχών των συγγραφέων; Αυτές ήταν οι πρώτες σκέψεις μου, που με έκαναν να αρχίσω να γράφω. Όλα τα άλλα ήρθαν στην πορεία.

Πρόκειται για ένα βιβλίο φαντασίας, έξυπνης μυθοπλασίας, με ευχάριστη πλοκή, που διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος της ανάγνωσης. Η πρωτοτυπία της θεματολογίας, σε συνδυασμό με τη δική σας μεστή γραφή συμβάλλουν σημαντικά ώστε να μας παρουσιαστεί ένα βιβλίο που δεν έχει να ζηλέψει σε τίποτα από άλλα βιβλία της ίδιας κατηγορίας. Πώς αισθάνεστε γι’ αυτό;

Σας ευχαριστώ πολύ. Όπως είπα και πριν εγώ μια προσπάθεια έκανα, τίποτα περισσότερο. Δεν γνωρίζω αν το βιβλίο μου υπολείπεται ή υπερτερεί σε σχέση με τα άλλα της ίδιας κατηγορίας, γιατί πολύ απλά δεν γνωρίζω σε ποια κατηγορία ανήκει το βιβλίο μου. Αυτό που αισθάνομαι είναι μια πληρότητα και μια ικανοποίηση, που απορρέει από την επίτευξη ενός δύσκολου στόχου. Αυτό όμως μάλλον είναι παροδικό, αφού όπως γνωρίζουν οι συγγραφείς, η ικανοποίηση για ένα βιβλίο διαρκεί μέχρι να αρχίσει η σκέψη για το επόμενο.

Παρότι οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί, θα εντοπίσει ο αναγνώστης σ’ αυτούς στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Όλα τα βιβλία έχουν στοιχεία της προσωπικότητας του συγγραφέα, αλλά σε καμία περίπτωση, δεν αποτελούν αυτοβιογραφίες. Τα βιβλία δεν έχουν ή μάλλον δεν πρέπει να έχουν αυτοαναφορικό χαρακτήρα. Οι ήρωες, η πλοκή, οι περιγραφές είναι κομμάτια της ψυχοσύνθεσης του συγγραφέα, χωρίς όμως να αποτελούν και περιγραφή της. Εξάλλου η ψυχή του καθενός είναι τόσο χαοτική και απροσδιόριστη, που κανένα βιβλίο - όσο μεγάλο και όσο καλογραμμένο και αν είναι - δεν θα μπορούσε να την χωρέσει, πόσο μάλλον να την απεικονίσει.

Τελικά η ιστορία σας έχει happy end ή μας το αφήνετε για έκπληξη;

Δεν μου αρέσουν τα happy end, μου θυμίζουν τηλεοπτικές σαπουνόπερες. Η ίδια η ζωή δεν έχει happy end, αφού η κατάληξη όλων μας είναι ο θάνατος. Το βιβλίο μου έχει αρχή, μέση και τέλος, το οποίο όσο και να εξωραΐζουμε, έχει πάντοτε το στοιχείο της θλίψης και της απώλειας.

Το βιβλίο σας απευθύνεται σε συγκεκριμένο αναγνωστικό κοινό; Θεωρείτε ότι εντάσσεται στη λογοτεχνία του φανταστικού; Μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Πρώτα από όλα δεν ξέρω αν το βιβλίο μου, εντάσσεται στη λογοτεχνία του φανταστικού, αυτή είναι δική σας εκτίμηση. Στην κατηγορία αυτή εντάσσονται και βιβλία με σούπερ ήρωες, ζόμπι, νεράιδες, εξωγήινους κ.α., που μόνο θυμηδία θα μπορούσαν να προκαλέσουν σε ένα σοβαρό αναγνώστη. Προτιμώ να λέω ότι το βιβλίο μου, είναι μια αλληγορική ιστορία για την ψυχή. Τώρα αν έχει κάποια δόση φαντασίας, αυτή νομίζω πως είναι απαραίτητη σε κάθε συγγραφικό έργο. Είναι μια απλή και εύληπτη ιστορία με κάποιες φιλοσοφικές-υπαρξιακές πτυχές, που νομίζω δεν θα δυσκολέψει ακόμα και αναγνώστες εφηβικής ηλικίας. Δεν θέλω να διαχωρίζω το αναγνωστικό κοινό σε ομάδες, γιατί η ίδια η ζωή αποδεικνύει πως τα αναγνωστικά ενδιαφέροντα δεν έχουν ηλικία.

Υπάρχει ηθικό δίδαγμα στην ιστορία του βιβλίου σας; Κάποια μηνύματα ίσως που θέλετε οπωσδήποτε να λάβει ο αναγνώστης στο τέλος της ανάγνωσης;

Από μικροί μαθαίναμε πως «καλό είναι ένα βιβλίο, που το ανοίγεις με λαχτάρα και το κλείνεις με κέρδος», οπότε δεν θα έγραφα κάτι που να μην έχει κάποιο δίδαγμα ή έστω κάποια μηνύματα, που θα αποτελέσουν μελλοντικά κέρδος για τον αναγνώστη. Τα πιο βασικά μηνύματα, θα έλεγα ότι εντάσσονται στην αγωνιώδη όσο και δύσκολη προσπάθεια κάποιων ανθρώπων να ακολουθήσουν το Δελφικό παράγγελμα «Γνώθι σε αυτόν». Αυτός ο ευγενής και προαιώνιος αγώνας του ανθρώπου να σώσει την ψυχή του, από τη φθοροποιό επίδραση του χρόνου, είναι από μόνος του, ένα μήνυμα, σχετικά με το που θα πρέπει να βαδίζουμε, ως άνθρωποι. Τώρα σε ότι αφορά πιο εξειδικευμένα και συγκεκριμένα μηνύματα, δυστυχώς δεν είναι τόσο εύκολο να εκφραστούν στα πλαίσια μιας συνέντευξης.

Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Carpe Librum»;

Ναι, υπήρξε μια πολύ καλή και ξεκάθαρη συνεργασία, από την οποία πιστεύω ωφεληθήκαμε και οι δύο πλευρές. Οι νέοι συγγραφείς δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να συνεργαστούν με μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Από την άλλη πλευρά και οι περισσότεροι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, εδώ και δεκαετίες δεν επενδύουν σε νέους συγγραφείς, με τη δικαιολογία ότι λόγω έλλειψης αναγνωρισιμότητας και πρότερης αναγνωσιμότητας από το αναγνωστικό κοινό, δεν θα τους αποφέρουν κέρδη. Αυτό οδηγεί τους περισσότερους νέους συγγραφείς σε μικρούς εκδοτικούς οίκους, όπου όμως λόγω της αγάπης τους για το βιβλίο, κάνουν αξιόλογη δουλειά και σε προσιτή τιμή.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Το μέλλον προβλέπεται δυσοίωνο, οπότε όποια ευχή και να κάνω θα φαντάζει τουλάχιστον ανεδαφική, αν όχι τυπική. Μάλλον θα πρέπει να σταματήσουμε να ευχόμαστε και είτε να αγωνιστούμε για αυτά που θέλουμε, είτε συνειδητά να αφεθούμε στη ροή της ιστορίας και να αποδεχθούμε τους περιορισμούς και τα πλαίσια, που μας επιβάλει η πραγματικότητα. Και οι δύο επιλογές είναι θεμιτές, αρκεί να προκύπτουν από μέσα μας και να μη μας επιβάλλονται. Πάντα πρέπει να ευχόμαστε για το καλύτερο, αλλά να προετοιμαζόμαστε για το χειρότερο.

Πού μπορεί κάποιος να βρει το βιβλίο σας;

Δυστυχώς, παρόλο που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2020, το βιβλίο μου δεν είναι ακόμα ευρέως γνωστό και δεν έχει διαδοθεί όσο θα ήθελα. Δεν έχω τους πόρους αλλά και τα μέσα, για να το διαφημίσω. Παρόλα αυτά, για τους κατοίκους των Αθηνών, το φιλόξενο βιβλιοπωλείο «Παρ’ ημίν» στην Χαρ. Τρικούπη 11, διαθέτει αρκετά αντίτυπα του βιβλίου μου, ενώ έχει διανείμει και σημαντικό αριθμό αντιτύπων σε κεντρικά βιβλιοπωλεία όλης της Ελλάδας. Επίσης μπορεί να γίνει και παραγγελία απευθείας σε εμένα, από το ιστολόγιο ή από ομάδα/σελίδα, που έχω δημιουργήσει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Ετοιμάζετε κάτι νέο συγγραφικά αυτή την περίοδο;

Η αλήθεια είναι πως δεν είμαι κατ’ επάγγελμα συγγραφέας, συνεπώς η συγγραφή πολλές φορές παραγκωνίζεται από τις επιταγές του βιοπορισμού. Βέβαια το σαράκι της συγγραφής δεν σταματά ποτέ, οπότε πιάνω τον εαυτό μου κάποιες στιγμές να αποζητά την έκφραση, μέσω του γραπτού λόγου. Πάντως δεν ανήκω στους συγγραφείς, που είναι μανιώδεις με το γράψιμο ή που ονειρεύονται να πεθάνουν με ένα μολύβι στο χέρι. Θεωρώ, πως οι συγγραφείς μικρού βεληνεκούς όπως εγώ και ιδιαίτερα στην εποχή μας, όπου η σοβαρή λογοτεχνία έχει τελειώσει προ πολλού, είναι προτιμότερο να περιορίζονται σε ένα μικρό αριθμό (συνήθως μονοψήφιο) βιβλίων, ώστε να μην ταλαιπωρούν τους εαυτούς τους και τους όποιους αναγνώστες τους.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

Kαθαρά τυχαία επιλέγοντας, παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από τις σελίδες 106-107 (κεφάλαιο 7ο): 

«Είχε σκεφτεί πολλές φορές γιατί κάποια βιβλία εξαφανίζονται με το πέρασμα του χρόνου, αλλά δεν είχε βγάλει κάποιο συμπέρασμα. Πολλά υπέροχα βιβλία χαθήκαν –και χάνονται– καθημερινά, και άλλα, κατώτερης αξίας, μένουν στη συνείδηση του κόσμου «ταξιδεύοντας» στο διηνεκές. Η φράση που μόλις διάβασε, έδινε μια σοφή απάντηση: Κάποια βιβλία ίσως έχουν ως προορισμό τους τον βυθό… «Βυθός» μπορεί να είναι κάποιο σκο­νισμένο ράφι βιβλιοθήκης, ένα ακατάστατο παλαιοβιβλιοπωλείο ή ακόμα και η πολτοποίηση, για λόγους ανακύκλωσης. Το γιατί πρέπει να «βυθιστεί» ένα βιβλίο, δεν έχει σχέση με το αν είναι καλό ή όχι. Δεν βυθίζονται μόνο τα κακοφτιαγμένα πλοία, αλλά κι αυτά που είναι γερά και άψογα κατασκευασμένα. Μάλιστα, κυρίως τα γερά πλοία βυθίζονται, σάμπως οι τρικυμίες να θέλουν να πάρουν, σαν λάφυρο στον βυθό, τα πιο αξιόπλοα σκαριά. Έτσι συμβαίνει και με τα βιβλία: Κάποια είτε γράφονται πολύ μπροστά από την εποχή τους, είτε πολύ αργά. Κάποια είναι δυσνόητα για τους πολλούς και κάποια άλλα θίγουν θέματα επικίνδυνα, και άρα απαγορευμένα από τις εκά­στοτε εξουσίες. Το σίγουρο είναι, πάντως, πως, όπως στον βυθό της θάλασσας κρύβονται αμέτρητοι θησαυροί, έτσι και στον «βυθό των βιβλίων» υπάρχουν αμύθητα πλούτη, προορισμένα βέβαια μόνο για όσους είναι προικισμένοι από τη Φύση ή έχουν εξασκηθεί επαρκώς, ώστε να μπορούν να βουτάνε στα βαθιά και να τα αναγνωρίζουν.»

Κύριε Παπαδόπουλε, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στο συγγραφικό σας έργο.

Και εγώ σας ευχαριστώ που μου δώσατε τη δυνατότητα να εκφραστώ στην τόσο φιλόξενη, όσο και ωφέλιμη για τους αναγνώστες σας σελίδα. Είστε μια όαση πολιτισμού, σε μια έρημο διαδικτυακών πληροφοριών, συχνά άχρηστων, μιας επικαιρότητας, κατά βάση εικονικής και συχνά προκατασκευασμένης.


Βιογραφικό
:

Ο Νίκος Παπαδόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1979. Είναι γεωπόνος με μεταπτυχιακές σπουδές στη διοίκηση ανθρώπινου δυναμικού και στην βιοεπιχειρηματικότητα. Το παρόν βιβλίο αποτελεί το πρώτο και όπως ελπίζει όχι το τελευταίο, συγγραφικό του εγχείρημα. Ένα εγχείρημα που σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί φόρο τιμής, για όλα τα βιβλία, που γράφτηκαν ποτέ ή - για να μην υπερβάλουμε - για όλα τα βιβλία, που διάβασε ο ίδιος και για κάποια από τα οποία αισθάνεται ιδιαίτερα ευγνώμων, που βρέθηκαν στη ζωή του. Εκτός όμως από την ανάγνωση, που γι’ αυτόν σημαίνει «εξερεύνηση θαμμένων ψυχών», δηλώνει και φανατικός συλλέκτης όμορφων στιγμών, δίπλα στη φύση ή σε ενδιαφέροντες ανθρώπους. Ως άνθρωπος και Έλληνας, δεν θα πάψει ποτέ να αγαπά το φως, το δίκαιο και τις ιδέες, ενώ θα παραμείνει για πάντα αμετανόητος θαυμαστής του αληθινού και του ωραίου.