Πάνος Λυκουργιάς: "Ένα καλογραμμένο κείμενο είναι πάντα γοητευτικό"


Το πρώτο του μυθιστόρημα κυκλοφόρησε αρκετά πρόσφατα. Ωστόσο, είναι αρκετά ενδιαφέρον το γεγονός ότι γράφηκε αβίαστα και χωρίς καμία απολύτως δέσμευση χρόνου. Με αφορμή λοιπόν τη «Ρίτα» του, των εκδόσεων «Ελκυστής», εμείς φιλοξενούμε σήμερα στις Τέχνες τον συγγραφέα Πάνο Λυκουργιά, με σκοπό να τον γνωρίσουμε καλύτερα.
Ας δούμε τι έχει να μας πει...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Λυκουργιά, τι ήταν αυτό που σας ώθησε στη συγγραφή;

Ένας καθηγητής μου στο Πανεπιστήμιο μου είχε πει κάποτε ότι διάβασε ένα ολόκληρο βιβλίο γραμμένο στα Ρωσικά. Όταν τον ρώτησα αν ήταν καλό, μου απάντησε πως δεν είχε ιδέα: δε γνώριζε Ρωσικά! Δεν ξέρω τι συμπέρασμα μπορεί να βγάλει κανείς απ’ αυτό, αλλά εγώ αμέσως σκέφτηκα ότι αυτός ο άνθρωπος θα πρέπει να έχει πραγματικό πάθος με τα κείμενα. Ακριβώς αυτή τη μανία μοιραζόμουν πάντα κι εγώ. Αν πέσει ένα έντυπο στα χέρια μου, δεν υπάρχει περίπτωση να το αφήσω χωρίς να το διαβάσω. Μπορεί να είναι φυλλάδιο πολιτικής νεολαίας ή ένα απ’ αυτά τα κουτσομπολιστικά περιοδικά από το 1999 που βρίσκει κανείς στα οδοντιατρεία ή Η Αγρύπνια των Φίννεγκαν ή φυλλάδιο σουβλατζίδικου. όπως και να ‘χει θα το διαβάσω.

Από αυτό το σημείο, το άλμα προς τη συγγραφή είναι, θεωρητικά, μικρό. Πρακτικά, βέβαια, εμφανίζονται συνεχώς τεχνικά εμπόδια που πρέπει να ξεπεραστούν, ειδικά σε ένα μακροσκελές κείμενο. Αλλά είναι τόσο ωραίο να φτιάχνεις ιστορίες που μου φαίνεται πολύ πιο λογικό το να γράφω παρά το να μη γράφω.

Οι ακαδημαϊκές σας σπουδές επηρέασαν σε κάποιο βαθμό τις συγγραφικές σας αναζητήσεις;

Περιέργως όχι. Όταν γράφω είμαι κάπως σαν ηθοποιός: μ’ αρέσει να βγαίνω εντελώς απ’ το πετσί μου. Δε με συγκινεί καλλιτεχνικά ένας μορφωμένος ορθολογιστής -εκτός ίσως αν είναι ενοχλητικά εξυπνάκιας ή βαθιά ανήθικος ή κάτι τέτοιο. Πώς το λέει ο Πετρόπουλος; «Αγαπώ τα τσογλάνια, τους κλέφτες, τους πούστηδες, τις πουτάνες» κλπ. Ε, εγώ αγαπώ -λογοτεχνικά μιλώντας- τους αμόρφωτους, τους ημιμαθείς, τους τεμπέληδες, τους ψεκασμένους. Στην πολιτική μου ζωή τρέφω απέραντο σεβασμό για έναν καλό επιστήμονα, αλλά, στην καλλιτεχνική μου ζωή, πιο εύκολα θα βάλω σε μια ιστορία κάποιον που πιστεύει ότι ο Αϊνστάιν ήταν από το Σείριο ή ότι η θεωρία της Σχετικότητας είναι όλη λάθος.

Από πού αντλείτε γενικότερα έμπνευση για να πλάσετε τις ιστορίες σας;

Συχνά μου συμβαίνει να ακούω κάποια ατάκα που μου κάνει εντύπωση, οπότε μπορεί να χτίσω ένα μικρό επεισόδιο που έχει αυτή την ατάκα για punch line. Με εντυπωσιάζουν πάντα οι παράλογες σκέψεις και πράξεις και με συγκινεί να τις σκαλίζω. Επίσης, πάντα λάτρευα τα ανέκδοτα, τους γρίφους, και τις μπλε ιστορίες. Τη «Ρίτα» σαν μπλε ιστορία την έγραψα: ξεκίνησα από μια αλλόκοτη συνθήκη και προσπάθησα να ακολουθήσω το νήμα που οδήγησε σ’ αυτή.

Φυσικά, υπάρχουν πάντα και οι αδιόρατες κυψελίδες επιρροής: ζητήματα που απασχολούν τον περίγυρό μου, τραγούδια που άκουσα, πίνακες που είδα, βιβλία που διάβασα, ταινίες που παρακολούθησα, όλα αυτά διαμορφώνουν ένα ψηφιδωτό ανησυχιών και θεμάτων που ακόμη κι αν δεν αποτελεί τη ραχοκοκαλιά ενός έργου μου, σίγουρα σε κάποιο βαθμό το επηρεάζει.

Θεωρείτε ότι υπάρχει συγκεκριμένη συνταγή για τη συγγραφή ενός best seller;

Αυτό δε μπορώ να το απαντήσω, η εμπειρία μου στο χώρο είναι πολύ μικρή για να έχω καθαρή εικόνα. Υποθέτω, ωστόσο, ότι μια εύπεπτη θεματολογία στηριζόμενη από εύστοχο μάρκετινγκ θα έχει αποτελέσματα. Προσωπικά, δε με συγκινεί τόσο η συνταγή του best seller αυτού καθαυτό, όσο ο συνδυασμός ποιότητας και πωλήσεων. Αυτή ναι, είναι μια συνταγή που αξίζει πραγματικά να ψάξουμε.


Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας συγγραφείς; Θα διαπιστώσουμε επιρροές τους στο δικό σας έργο;

Πρότυπα, με την έννοια ότι θέλω να γίνω σαν αυτούς, δεν έχω. Αλλά όταν έρχομαι σε επαφή με ένα άρτια εκτελεσμένο έργο, δεν μπορώ να μην το θαυμάζω -και να μην του κλέψω στοιχεία. Πολλοί είναι οι συγγραφείς που εκτιμώ βαθύτατα το έργο τους: Δουμάς, Ντίκενς, Τζόυς, Χέμινγουεϊ, Έκο, Φλυν, Θαφόν και δεν έχει τελειωμό. Η «Ρίτα», συγκεκριμένα, είναι πολύ επηρεασμένη από μεταμοντέρνους Αμερικανούς λογοτέχνες: ίσως έχει κάτι από Βόνεγκατ και σίγουρα έχει και κάτι από Ντανιελέφσκι. Η κυρίαρχη επιρροή όμως είναι ξεκάθαρα ο Τσακ Πόλανικ, ένας απίθανος τύπος που μπορεί να σαγηνέψει ακόμη και γράφοντας για απορροφητήρες και ηλεκτρικές σκούπες.

Από το βιογραφικό σας διαπιστώνουμε την αγάπη σας για τη μουσική και το θέατρο. Προς τα πού κλίνετε περισσότερο και γιατί;

Είναι τρομερά ενδιαφέρουσα η διαδικασία της παραγωγής ενός περίπλοκου δρώμενου όπως μια θεατρική παράσταση. Παρ’ όλ’ αυτά, θα πάω με τη μουσική γιατί την αισθάνομαι πολύ πιο κοντά στην ιδιοσυγκρασία μου.

Βρίσκετε ομοιότητες μεταξύ του επιστημονικού και μυθιστορηματικού λόγου; Πώς καταφέρνετε να υπηρετείτε ταυτόχρονα και τα δυο;

Η έρευνα έχει και στοιχεία καλλιτεχνικά: το να λύσεις ένα πρόβλημα που δεν έχει γνωστή λύση σημαίνει να αυτοσχεδιάσεις, να ακολουθήσεις τη διαίσθησή σου, να «κλέψεις» αποτελεσματικά ιδέες και να τις συναρμολογήσεις με έναν τρόπο που θα τις κανει αγνώριστες. Δηλαδή, όλα όσα κάνεις για να γράψεις μυθιστόρημα.

Από την άλλη, το μυθιστόρημα θέλει δομές, λογική, προσήλωση, μνήμη, γνώσεις -όλα τους χαρακτηριστικά ενός καλού επιστήμονα.

Το έχει πει και ο Ναμπόκωφ: «με το πάθος του επιστήμονα και με την ακρίβεια του καλλιτέχνη». Και είτε πρόκειται για σύγγραμμα είτε για μυθιστόρημα, ένα καλογραμμένο κείμενο είναι πάντα γοητευτικό.

Τα κάνω και τα δύο γιατί με συναρπάζουν και τα δύο και γιατί τα χρειάζομαι εξίσου για να ισορροπώ. Η έρευνα ψάχνει αναπόδραστες πραγματικότητες και η μυθοπλασία τις αμφισβητεί ή τις εξοστρακίζει. Ο ντετέκτιβ Μονκ σε ένα επεισόδιο βάζει έναν υγραντήρα και έναν αφυγραντήρα να δουλεύουν ταυτόχρονα και κάθεται ανάμεσά τους. Αυτό κάνω κι εγώ.


Το 2022 κυκλοφόρησε το πρώτο σας μυθιστόρημα με τίτλο «Ρίτα» από τις εκδόσεις «Ελκυστής». Μιλήστε μας γι’ αυτό.

Η «Ρίτα» είναι το πρώτο μυθιστόρημα που κατάφερα να ολοκληρώσω. Για πολύ καιρό το έγραφα εντελώς αυθόρμητα -πολλές φορές έγραφα ακόμη και μια παράγραφο το μήνα- όποτε είχα όρεξη, ώσπου μια μέρα συνειδητοποίησα ότι τελικά το είχα ολοκληρώσει. Το άφησα για πολύ καιρό, μέχρι που βρέθηκα κάποια στιγμή να έχω λίγο χρόνο και αποφάσισα να δοκιμάσω να το δημοσιεύσω. Οι εκδόσεις «Ἑλκυστής» δέχτηκαν να το εκδώσουν και είμαι βαθιά ευγνώμων για αυτό.

Αν έπρεπε να πω λίγα πράγματα για το βιβλίο, θα έλεγα ότι το κυρίαρχο θέμα του είναι το «προσπέκτους» μας, δηλαδή η περσόνα με την οποία επιλέγουμε να αυτοπαρουσιαζόμαστε στον κόσμο γύρω μας, και τα απόνερα της συγκρουσιακής σχέσης αυτής της περσόνας με την πραγματική μας φύση. Και επειδή αυτό μπορεί να φαίνεται βαρετό, να πω ότι έχει και ξύλο και εκρήξεις και κομπίνες και αστεία.

Πρόκειται για ένα βιβλίο αρκετά πολυσέλιδο που σκιαγραφεί με κινηματογραφική ροή την καταπιεσμένη, νευρωτική προσωπογραφία του δυτικού κόσμου. Θεωρείτε πως η ιστορία που περιγράφετε σ’ αυτό θα μπορούσε να μεταφερθεί και στη μεγάλη οθόνη; Θα σας ενδιέφερε κάτι τέτοιο;

Θα ήταν πραγματικά υπέροχο! Αρκεί φυσικά ο σκηνοθέτης να με αφήσει να κάνω cameo.

Παρότι οι χαρακτήρες του βιβλίου σας είναι φανταστικοί, θα εντοπίσει ο αναγνώστης σ’ αυτούς στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Όταν έδωσα στη μάνα μου να διαβάσει το βιβλίο της είπα κατά λέξη: μην τρομάξεις, δεν είμαι κανένας απ’ αυτούς. Οπότε όχι, κανείς απ’ τους ήρωες δε μου μοιάζει. Για να είμαι ειλικρινής, στην αρχή προσπαθούσα να φτιάξω έναν ήρωα βασισμένο σε έναν πολύ καλό μου φίλο, αλλά τελικά εγκατέλειψα την προσπάθεια και άφησα τον χαρακτήρα να ακολουθήσει την κλίση του.

Παραδέχομαι βέβαια ότι έβαλα τον αφηγητή να κάνει τρέξιμο ερασιτεχνικά, πράγμα που κάνω κι εγώ. Επίσης, παραδέχομαι ότι μια από τις σκηνές του βιβλίου την έχω καταγράψει αυτούσια, ακριβώς όπως την έζησα. Αλλά δε θα πω ποια είναι...

Ποιο υπήρξε το ερέθισμά σας για να ξεκινήσετε τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;

Μια μέρα έτυχε να πέσει στα χέρια μου ένα πλαστικό παπάκι. Για κάποιο λόγο μου φάνηκε ότι, παρά το χαμογελαστό του ράμφος, το βλέμμα του είχε κάτι ύπουλο και κακόβουλο. Έτσι, σκέφτηκα να γράψω μια μικρή ιστορία με αυτό το παπάκι για prop. Κάπως έτσι ξεκίνησε.


Υπάρχουν κάποια μηνύματα που θέλετε να περάσετε οπωσδήποτε μέσα από την ιστορία που περιγράφετε;

Ναι, αλλά θα προτιμήσω να μην τα εκφράσω ρητά. Έχει πιο πολύ ενδιαφέρον να δω τι λαμβάνει ο καθένας.

Τελικά η ιστορία σας έχει happy end ή μας το αφήνετε για έκπληξη;

Αυτό είναι και θέμα ερμηνείας. Δύο άνθρωποι ως τώρα μου έχουν πει ότι όχι απλώς δεν είχε happy end, δεν είχε καν end, δηλαδή πιστεύουν ότι υπάρχει και συνέχεια στην ιστορία. Κατά τη δική μου γνώμη, πάντως, τελικά οι χαρακτήρες στο τέλος λυτρώνονται, ο καθένας με το δικό του τρόπο, ακόμη και αν αυτή η λύτρωση σε μερικούς απ’ αυτούς κοστίζει πολύ ακριβά.

Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Ελκυστής»;

Ο «Ελκυστής» είναι ένας σχετικά καινούριος εκδοτικός οίκος που, σε μια εποχή δύσκολη για όλους, αποφάσισε να υπηρετήσει το βιβλίο -μια απόφαση σίγουρα αξιέπαινη και θαρραλέα. Αυτό από μόνο του είναι θαυμάσιο και το αισθάνομαι πολύ ταιριαστό να ξεκινάω κι εγώ την περιπέτειά μου στις εκδόσεις από αυτό τον οίκο. Ο εκδότης, ο κύριος Τριαντόγλου, είναι πάντα πρόθυμος να ασχοληθεί με όλα τα ζητήματα που προκύπτουν και επιδεικνύει πολύ γρήγορα αντανακλαστικά, προσόν πάρα πολύ σημαντικό για ένα συνεργάτη. Επίσης, είχα μια πολύ αρμονική συνεργασία με την κυρία Τσίρη, που ανέλαβε την επιμέλεια και έκανε πολύτιμες και εύστοχες παρατηρήσεις. Θα ήταν, δε, μεγάλη παράλειψη να μην αναφερθώ στον κύριο Γιαννόπουλο, εκπρόσωπο του οίκου, ο οποίος είναι πάντα ευγενέστατος και κατατοπιστικός. Η σύμπραξή μου με τον «Ελκυστή» έχει αποδειχτεί εξαιρετική μέχρι στιγμής και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι έτσι θα παραμείνει.

Δεδομένου των συνθηκών πώς σχεδιάζετε να προωθήσετε το βιβλίο σας ή το θέμα αυτό το αφήνετε αποκλειστικά στον εκδοτικό σας οίκο;

Πέραν των διαδικασιών που κινεί ο οίκος, έχω κι εγώ κάποια πράγματα στο μυαλό μου, αρκετά φιλόδοξα μάλλον, και προσπαθώ να βρω τρόπο να τα υλοποιήσω. Δεν είναι καθόλου εύκολο, γι’ αυτό δε θα υποσχεθώ ούτε θα ανακοινώσω κάτι. Η συνθήκη είναι περίεργη εδώ και πολύ καιρό. Έχουμε δει πια ότι, αυτά τα τελευταία χρόνια, τα πλάνα, όσο καλοσχεδιασμένα κι αν είναι, παραμένουν επισφαλή, οπότε προς το παρόν θα αποφύγω τις εξαγγελίες.

Πού μπορεί κάποιος να βρει το βιβλίο σας;

Σε όλα τα βιβλιοπωλεία και στο ηλεκτρονικό κατάστημα των εκδόσεων «Ελκυστής». Για την Κύπρο, μπορούν να γίνουν παραγγελίες στο τηλέφωνο 99326813 (DES Bookworld). Επίσης, για όσους είναι στη Θεσσαλονική, στα γραφεία του οίκου ή με παραγγελία στο 2314037484. Περεταίρω πληροφορίες υπάρχουν στη σελίδα του οίκου https://elkistis.gr/.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Μάλλον κλισέ, αλλά εύχομαι να ξεμπλέξουμε από όλη αυτή την τρέλα το συντομότερο δυνατό και με όσο λιγότερα κατάλοιπα γίνεται.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση, θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

«Πού να φανταζόμουν τότε, Ρίτα, ότι θα με έκανες συγγραφέα υπό την απειλή ενός όπλου; Πού να φανταζόμουν ότι σε μερικές ώρες θα είχα γράψει πάνω από εκατό σελίδες για να σώσω τη ζωή μου, και απ’ ό,τι φαίνεται και τις δικές σας; Και μάλιστα χωρίς να μπορώ να καταλάβω το πώς.»

Κύριε Λυκουργιά, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στο συγγραφικό και επιστημονικό σας έργο.

Κι εγώ ευχαριστώ για τη φιλοξενία και τις πολύ ενδιαφέρουσες ερωτήσεις.



Βιογραφικό:

Ο Πάνος Λυκουργιάς γεννήθηκε το 1991 στη Σπάρτη. Το 2009 εισήχθη στο Τμήμα Φυσικής του ΕΚΠΑ, όπου πραγματοποίησε προπτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα Πυρηνικής Φυσικής και Στοιχειωδών Σωματιδίων. Κατόπιν, ασχολήθηκε με τη Θεωρητική Φυσική ως υπότροφος ερευνητής. Συμμετείχε σε δημοσιεύσεις, ενώ το 2020 αναγορεύτηκε Διδάκτωρ, με τη διατριβή του να επικεντρώνεται σε ζητήματα κβαντικής πληροφορίας.

Πέραν της φυσικής, έχει εργαστεί ως μουσικός, έχει ασχοληθεί από νεαρή ηλικία με την τραγουδοποιία και έχει γράψει το θεατρικό έργο «Η γυναίκα του Νικολού». Η«Ρίτα» είναι το πρώτο του μυθιστόρημα, όπου, με κινηματογραφική αισθητική και βαθιά επηρεασμένος από την αμερικανική λογοτεχνία, επιχειρεί, μεταξύ άλλων, να εξετάσει τα κίνητρα που οδηγούν τον αφηγητή στην αφήγηση.