Γιώργος Πολυχρονίδης: "Η ικανοποιητική, ‘’εμπορική κίνηση ‘’ δε σημαίνει αυτόματα και την λογοτεχνική αξία του βιβλίου"


Σήμερα στις Τέχνες φιλοξενούμε τον συγγραφέα Γιώργο Πολυχρονίδη με αφορμή την κυκλοφορία του νέου του μυθιστορήματος με τίτλο «Εδώ είν’ ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ», των εκδόσεων «Φίλντισι». Άνθρωπος του θεάτρου, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης για πολλά χρόνια, πλέον υπηρέτης του λόγου, έχει πολλά να μας πει και να μας καταθέσει από ψυχής.
Πάμε να τον γνωρίσουμε καλύτερα...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου

Από τα χρόνια του θεάτρου. Εδώ με τη Σαπφώ Νοταρά, στην «Πορνογραφία»  του Μάνου Χατζηδάκη


Κύριε Πολυχρονίδη, έχετε καταπιαστεί με πολλά πράγματα στη ζωή σας. Ωστόσο, οι περισσότεροι άνθρωποι σας γνωρίζουν λόγω του συγγραφικού σας έργου. Για ποιο λόγο αποφασίσατε να στρέψετε το ενδιαφέρον σας προς τη λογοτεχνία; Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμα που σας ώθησε προς αυτή την κατεύθυνση;

Μακάρι να με γνώριζαν από τα βιβλία μου, αλλά νομίζω ότι οι περισσότεροι με ξέρουν από τις ταινίες που συμμετείχα τη δεκαετία του ’80. Ενδιαφέρον για τη λογοτεχνία είχα πάντα ως αναγνώστης. Η συγγραφή προέκυψε όταν θέλησα να δώσω για δημοσίευση κάποια γράμματα του Κώστα Ταχτσή που είχε στείλει σε μένα. Βάζοντάς τα στη σειρά αισθάνθηκα την ανάγκη να γράψω κάποιες επεξηγήσεις ενδιάμεσα, κι έτσι γεννήθηκε το πρώτο μου βιβλίο.

Στα βιβλία σας παρατηρούμε τη μεγάλη αγάπη σας για τον τόπο που γεννηθήκατε, τη Νέα Βύσσα, ένα χωριό που βρίσκεται στο βόρειο άκρο του νομού Έβρου, στα σύνορα με την Τουρκία. Από εκεί, λοιπόν, ξεκινάτε την αφήγησή σας κι έπειτα ξεδιπλώνετε τις ιστορίες σας όπως εσείς επιθυμείτε. Να φανταστώ πως σας λείπει αρκετά η γενέτειρά σας; Αν είχατε την πολυτέλεια να επιστρέψετε σ’ αυτή για το υπόλοιπο της ζωής σας, θα το κάνατε;

Νομίζω πως οι περισσότεροι άνθρωποι αγαπάνε τη γεννέτηρά τους, έτσι κι εγώ, και μου λείπει πολύ. Βλέποντας την τα τελευταία χρόνια να αργοπεθαίνει, νιώθω την ανάγκη να τη ζωντανέψω μέσα από τα γραφτά μου, δίνοντας στις αναμνήσεις τα ακούσματα και τους μύθους μια δεύτερη ευκαιρία. Άλλωστε, είναι όμορφο να γυρίζεις εκεί που μπουσούλησες, εκεί που έκανες τις πρώτες σκανδαλιές, εκεί που πέρασες ανέμελα παιδικά χρόνια.

Η επιστροφή όμως δεν μπορεί να γίνει οικογενειακώς, και αυτό δεν το θεωρώ ‘’πολυτέλεια’’

Χαρακτηρίζετε τον εαυτό σας παραμυθά, γι’ αυτό άλλωστε καταπιάνεστε και με τη μυθοπλασία. Η ιδιότητά σας αυτή εντοπίζεται και στην ενασχόλησή σας με το θέατρο και τον κινηματογράφο; Υπάρχουν επιρροές της μιας τέχνης στην άλλη ή έχετε την τάση να τις ξεχωρίζετε συνειδητά;

Στον κινηματογράφο και το θέατρο μέχρι τώρα ως ηθοποιός, δεν είχα την ευκαιρία για μυθοπλασία, εκεί αφηγείται ο σκηνοθέτης. Οι επιρροές όμως είναι αναπόφευκτες κι αυτή η τριβή βεβαίως και έχει αφήσει το σημάδι της, το βλέπω στη γραφή μου μου η οποία είναι σχετικά κινηματογραφική. Εκτός από τα μυθιστορήματα, πέρσι σύνθεσα και το πρώτο μου θεατρικό έργο με τίτλο ‘’1821 Μια βόλτα στον αγώνα’’, για το οποίο βραβεύτηκα από την περιφέρεια Αττικής.


Ομολογουμένως, τα βιβλία σας αποτελούν μια τρανταχτή απόδειξη ότι η λογοτεχνία στη χώρα μας ακόμα ανθεί. Η ταλαντούχα πένα σας καθηλώνει τον αναγνώστη, διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του καθόλη τη διάρκεια της ανάγνωσης και στο τέλος ανταμείβει τις όποιες απαιτήσεις του που είχε ο ίδιος προ της ανάγνωσης. Θεωρείτε πως σε γενικότερα πλαίσια το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα στηρίζει τις προσπάθειες των συγγραφέων που επιθυμούν να προχωρήσει ο πολιτισμός μας ένα βήμα παραπέρα; Υπάρχει αυτό που ονομάζουμε ικανοποιητική «εμπορική κίνηση», ώστε να ενθαρρύνονται με τη σειρά τους και οι εκδοτικοί οίκοι για την έκδοση ελληνικών μυθιστορημάτων;

Ευχαριστώ που κατατάσσετε τα γραφτά μου στη λογοτεχνία που ανθεί και ανταμείβει τον αναγνώστη, ελπίζω να περνάει καλά μέσα απ’ τις σελίδες τους.

Το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα είναι μικρό, νοιώθω όμως και εκτιμώ τη στήριξη των αναγνωστών μου.

Οι εκδοτικοί οίκοι τώρα, θεωρώ ότι ενθαρρύνονται περισσότερο απ’ τη φήμη του εκάστοτε συγγραφέα και όχι από την επιθυμία για πολιτιστική ανάπτυξη. Άλλωστε η ικανοποιητική, ‘’εμπορική κίνηση ‘’ δε σημαίνει αυτόματα και την λογοτεχνική αξία του βιβλίου.


Θεωρείτε πως είναι χρέος του κάθε συγγραφέα να μοιράζεται το έργο του όταν το 
ολοκληρώσει; Εσείς, στην προκειμένη περίπτωση, γιατί πήρατε την απόφαση να εκδώσετε το τελευταίο σας βιβλίο;

Υποθέτω πως εννοείτε χρέος προς τον αναγνώστη, και σ’ αυτό θα απαντήσω ‘’όχι’’. Πιστεύω ότι ο κάθε συγγραφέας έχει χρέος προς τον εαυτό του, κι εφόσον νιώθει την ανάγκη να μοιραστεί το έργο του, να το κάνει.

Εγώ προσωπικά, όταν ολοκληρώνω ένα βιβλίο θέλω να το μοιραστώ με τα κοντινά μου πρόσωπα και στη συνέχεια, μέσω του εκδότη, με τους αναγνώστες.


Ας αναφερθούμε λίγο περισσότερο σ’ αυτό. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ακόμα μυθιστόρημα, που, όπως προείπα, έχει ως τόπο έναρξης της ιστορίας σας τον τόπο που γεννηθήκατε. Φέρει τον τίτλο «Εδώ είν’ ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Φίλντισι». Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό του. Τι θα διαβάσει ο αναγνώστης πιάνοντας το βιβλίο αυτό στα χέρια του;

Το μυθιστόρημα αυτό είναι περιπέτεια, και λίγο αστυνομικό. Ο κεντρικός ήρωας αυτής της περιπέτειας είναι ο Τάσος, ο οποίος μέσα από τη φυλακή αφηγείται στον συγγραφέα ιστορίες του και στιγμές των ανθρώπων που περιστρέφονται γύρω του, ζωές, που είχαν περάσματα από την κόλαση στον παράδεισο και το αντίστροφο.

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για να κοσμήσει το εξώφυλλο του βιβλίου σας; Τελικά, μήπως η ζωή του ανθρώπου αυτό το σκοπό έχει; Να τον δοκιμάσει, να τον απογοητεύσει, αλλά στο τέλος της διαδρομής να τον ανταμείψει για τον αγώνα του όποιος κι αν είναι αυτός;

Ο τίτλος του βιβλίου είναι δανεισμένος από το στίχο του Γιώργου Κανελλόπουλου, ακούγοντας το τραγούδι ‘’ ξενύχτησα στην πόρτα σου, και σιγοτραγουδώ – εδώ είν’ ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ’’, ένιωσα ότι ταίριαζε αυτός ο τίτλος επειδή μέσα στο βιβλίο αφ’ ενός ο βασικός ήρωας αλλά και οι υπόλοιποι κάνουν συχνά αυτό το πέρασμα απ’ το ένα στο άλλο, για να πετύχουν τον τελικό τους στόχο που είναι ο παράδεισος, όπως βέβαια τον βλέπουν από την προσωπική τους σκοπιά, και μαζί με τους ήρωες συνειδητοποίησα κι εγώ ότι οι έννοιες ‘’κόλαση’’ και ‘’παράδεισος’’ είναι καθαρά υποκειμενικές, όχι μόνο ανά άτομο, αλλά και μέσω του περάσματος του χρόνου και του φίλτρου της νοσταλγίας, πολλές εμπειρίες αλλάζουν χροιά και θέση, ακόμα και μέσα στο μυαλό του ίδιου ανθρώπου. Τώρα, αν και το συγκεκριμένο βιβλίο έχει καλό τέλος, δε νομίζω να δικαιώνεται ο ήρωάς μου, ούτε να ανταμείβεται.

Ποια είναι τα μηνύματα που θέλετε να περάσετε οπωσδήποτε μέσα από την ιστορία σας αυτή;

Δε γράφω στοχεύοντας να περάσω μηνύματα, μπαίνω μέσα στις άδειες σελίδες για να αφηγηθώ ιστορίες, όχι για να ‘’διδάξω‘’. Το αν θα αποκομίσει κάτι ο αναγνώστης και τι, είναι προσωπικό του θέμα, εγώ ελπίζω μόνο να περάσει καλά σ’ αυτό το ταξίδι που κάνει μαζί μου.

Θα εντοπίσει ο αναγνώστης στους ήρωές σας στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Σίγουρα υπάρχουν σε όλα μου τα βιβλία στοιχεία της προσωπικότητάς μου στους ήρωες, πολλά απ’ αυτά είναι και βιογραφικά. Κάποιοι παλιοί συμμαθητές θα αναγνωρίσουν ιστορίες, όχι μόνο δικές μου αλλά και δικές τους. Ακόμα κι αν ο ήρωας είναι τελείως φανταστικός, παίρνω δάνεια και στοιχεία από τους χαρακτήρες ανθρώπων που γνωρίζω. Η βιογραφία μπλέκεται με τη μυθοπλασία, και μου αρέσει να υπάρχει αυτό το ..μυστήριο.

Από παρουσίαση βιβλίου

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Στα τελευταία χρόνια της εφηβείας ίσως, γιατί τα βιβλία μου ξεπηδούν μέσα από τη ζωή και η ζωή έχει στοιχεία που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν.. ‘’τολμηρά, βίαια και ακατάλληλα ‘’, οπότε εγώ δε θα πάρω θέση, ας την πάρει α ο κηδεμόνας του κάθε έφηβου.

Τι θα συμβουλεύατε τον αναγνώστη που τώρα ξεκινά να διαβάσει το βιβλίο σας;

Τι να συμβουλέψω;! Να το διαβάσει κι αν του αρέσει να το συστήσει και σε άλλους, και βέβαια να μη διαβάσει μόνο αυτό, αλλά και άλλα πολλά βιβλία.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές μέλλον;

Σχεδιάζω παρουσιάσεις, αλλά δυστυχώς λόγω των συνθηκών είναι ανέφικτο προς το παρόν. Ελπίζω μέσα στο καλοκαίρι να δοθεί η ευκαιρία, γιατί πραγματικά μου αρέσει να γνωρίζω τους αναγνώστες μου.

Πού μπορεί κάποιος να βρει το βιβλίο σας;

Μπορεί να το βρει σε κάποια κεντρικά βιβλιοπωλεία, αλλά εκτός από ηλεκτρονικά και σε όποιο βιβλιοπωλείο το παραγγείλει, ακόμα και στον εκδοτικό οίκο, αλλά και σε μένα.

Είστε ικανοποιημένος από το εκδοτικό σας σπίτι;

Αυτό ακριβώς, ο εκδοτικός οίκος είναι πραγματικό σπίτι για μένα, αλλά κι ένα σχολείο με μια καταπληκτική δασκάλα, τη Σύσση Καπλάνη- έχω απεριόριστη βοήθεια και υποστήριξη για να γράφω.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Να είμαστε καλά αυτά τα δύσκολα χρόνια και να μετριόμαστε, και άμα δεν έχουμε απουσίες και μετριόμαστε , ε.. θα είμαστε καλά.



Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.

Απ’ το βιβλίο

… Ποιο καλά θα ήταν, άνθρωποι σαν και μένα, να μη φτάνουν ποτέ στην ηλικία μου κι ούτε να βρίσκουν χρόνο να θυμούνται, ούτε να έχουν την ανάγκη να εξομολογούνται σ’ έναν άγνωστο που όχι μόνο να βοηθήσει δεν μπορεί, αλλά χειροτερεύει τα πράματα. Έτσι κι αλλιώς σε τέτοιες περιπτώσεις ποιος μπορεί να σε βοηθήσει; Κανείς, ούτε ο θεός ούτε ο διάολος, όσο κι αν παλεύουν μέσα σου.

‘’Τι μπορείς να πεις στον άνθρωπο που δίνει λογαριασμό στον εαυτό του, τι μπορείς να του πεις, που πήγε φυλακή, για να γλυτώσει αυτόν που αγαπάει, τι μπορείς να του πεις που τον καίει το σαράκι, γιατί χάλασε έναν έρωτα, τι να του πεις, που πίστευε ότι καλύτερα να σε φοβούνται παρά να σε λυπούνται, πώς να του πεις λυπάμαι, ή έτσι είναι, Τάσο, ή ακόμα ότι όσο περισσότερα έξοδα κάνεις, τόσο περισσότερο θα πληρώσεις.’’

Τα νιάτα δεν υπολογίζουν τίποτα, όταν είσαι νέος και στα σκατά να πέσεις δε σε νοιάζει, λερώνεσαι αλλά σηκώνεσαι και συνεχίζεις. Ζεις, βράζει το αίμα σου, δεν αναρωτιέσαι αν αυτό είναι καλό ή κακό, είναι η ζωή κι αγωνίζεσαι γι’ αυτή, αγωνίζεσαι για να ζήσεις.

Καλά θα ήταν να μη με τριβελίζουν αυτές οι σκέψεις που μπορεί να σε τρελάνουν, ή να σε τρελάνουν λίγο παραπάνω.

Δεν μπορώ να πω, έζησα, όπως έτυχε κι όπως ήθελα, και τελικά δεν ήταν δύσκολο. Καλά – καλά δεν το κατάλαβα, δεν το κατάλαβα γιατί τότε το ζούσα, μεγάλες δουλειές, πολλά λεφτά, τι άλλο ήθελα, στις δύσκολες αποφάσεις θα κόλλαγα; Όταν υπάρχουν πολλά λεφτά, οι δρόμοι ανοίγουν, όλοι οι δρόμοι, ακόμα κι αυτοί που δεν ήθελαν να σε δουν στα μάτια τους, ξαφνικά σε αγαπούν. Είχα τη δύναμη να ζήσω αυτή τη ζωή όσο σκληρή κι αν ήταν, και δεν ήταν μόνο γεμάτη πόνο, αλλά είχε και πολλές χαρές. Είχα τη δύναμη να την αγκαλιάσω και να την κάνω κομμάτι μου, γιατί όπως και να το κάνεις, η ζωή έχει και σπουδαία πράματα.

Τελικά, η ζωή σου είναι οι επιλογές που κάνεις, και στους άντρες αυτό ισχύει περισσότερο.

Ο άντρας ένα δρόμο έχει και είναι υποχρεωμένος να κάνει ό, τι πρέπει να κάνει, για να γίνει αυτό που θέλει, αν και η ίδια η ζωή μου απέδειξε ότι αυτό δεν ισχύει μόνο για τους άντρες, είχε δίκιο η Στάσα μου.

Σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική, επαγγελματική και συγγραφική.

Κι εγώ σας ευχαριστώ, και να είστε κι εσείς καλά και να μετριέστε..!


Βιογραφικό:

Ο Γιώργος Πολυχρονίδης γεννήθηκε στη Νέα Βύσσα Έβρου στις 27 Μαρτίου του 1956. Πήγε τρία χρόνια στο εξατάξιο γυμνάσιο Ορεστιάδας και μετά ήρθε στην Αθήνα όπου έβγαλε την τεχνική σχολή Ηράκλειτος. Πριν πάει φαντάρος, γνώρισε τον συγγραφέα Κώστα Ταχτσή, οπότε αντί να πάει στον στρατό, με παρότρυνσή του, πήρε αναβολή και ξαναπήγε σχολείο, στις σχολές Δοξιάδη. Eκεί, δεν έμαθε να διακοσμεί εσωτερικούς χώρους ούτε να ζωγραφίζει, γνώρισε όμως τη γυναίκα του, τη Μύριαμ.
Στη συνέχεια φοίτησε στη Δραματική σχολή του Ωδείου Αθηνών εκπληρώνοντας το πρώτο του όνειρο που ήταν να γίνει ηθοποιός. Έπαιξε δυο χρονιές στο θέατρο Έρευνας του Δημ. Ποταμίτη αλλά κι από κει έφυγε και προτίμησε το εμπορικό, μουσικό θέατρο. Τη δεκαετία 1980-'90 πήρε μέρος σε κινηματογραφικές ταινίες εκπληρώνοντας το δεύτερο μεγάλο του όνειρο να βγει στο σινεμά. Την ίδια εποχή συμμετείχε σε κάποιες τηλεοπτικές σειρές.
Στο θέατρο εργάστηκε και ως βοηθός σκηνοθέτη, σκηνοθέτης, βοηθός σκηνογράφου, σκηνογράφος.
Δεν του δόθηκε η ευκαιρία να συνεργαστεί με κάποιο θέατρο πρόζας κι έτσι σιγά-σιγά λίγο το βαρέθηκε ο ίδιος πολύ τον βαρέθηκε εκείνο, παράτησε το εμπορικό θέατρο και μπήκε στο εμπόριο, όπου και έμεινε.
Παραμένει παντρεμένος με την κοπέλα που γνώρισε στη σχολή Δοξιάδη κι έχουν δυο παιδιά.
Το βιβλίο "Ο Κώστας, εγώ κι ο Ταχτσής", το πρώτο του συγγραφικό εγχείρημα είναι ντοκουμέντο, με αυτοβιογραφικά στοιχεία και ελάχιστη μυθοπλασία.
Το "Κόκκινο φεγγάρι πάνω απ' το ποτάμι" είναι το πρώτο του μυθιστόρημα. Οι "Κατάρες" είναι το δεύτερο και το «Εδώ είν’ ο παράδεισος κι η κόλαση εδώ» το τρίτο του μυθιστόρημα.