Σελίνα Χρυσουλάκη: "Η λογοτεχνία του φανταστικού στην Ελλάδα ανθίζει τώρα περισσότερο από ποτέ"


Της αρέσει να γράφει για μια άλλη πραγματικότητα, καθώς αρνείται να πιστέψει στην ήδη υπαρκτή. Γι' αυτό και στα διηγήματά της επιμένει να κατασκευάζει κόσμους τρομακτικά αληθινούς όπου το μέλλον κρίνεται σχεδόν πάντα δυσοίωνο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο της βιβλίο, ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας με τίτλο «Human Relic», από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές». Μιλάμε για τη συγγραφέα Σελίνα Χρυσουλάκη που σήμερα έχουμε τη χαρά να φιλοξενούμε στις Τέχνες.
Ας δούμε τι έχει να μας πει...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Χρυσουλάκη, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Θα ξεκινήσω με κάτι αρκετά τετριμμένο: ‘’γεννήθηκα για να αγαπώ και να αγαπιέμαι’’. Ζω τη ζωή απορροφώντας όση γνώση μπορώ, προσπαθώντας να κρατηθώ μέσα σε ένα όνειρο που δεν θέλω να τελειώσει. Θα έλεγα πως είμαι μια ονειροπόλα ρεαλίστρια.

Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να εκφραστείτε μέσω της συγγραφής; Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμα που σας ώθησε προς αυτή την κατεύθυνση;

Μπορεί να ακουστεί περίεργο, αλλά από πολύ μικρή ηλικία έπαψα να πιστεύω στην πραγματικότητα. Μια μέρα απλά σηκώθηκα και σκέφτηκα: αν αυτή τη στιγμή είμαστε όλοι ξύπνιοι, τότε κάτι πάει πραγματικά λάθος. Μπορείς να χάσεις την πίστη σου για πολλά πράγματα, αλλά αυτό που δεν θα σου κλέψει κανείς είναι οι ιδέες σου και η ανάγκη του να αναζητάς καταφύγιο σε νέους κόσμους.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Οτιδήποτε. Παρά το γεγονός πως η ιστορία επαναλαμβάνεται σε ένα αέναο φαύλο κύκλο, ενώ λαοί ποδοπατούνται στο βωμό της εξουσίας και της διαφθοράς, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που κάνουν όνειρα. Αυτοί αποτελούν έμπνευση για μένα. Νιώθω την ανάγκη να δημιουργήσω ένα κόσμο, έστω και μη υπαρκτό για εκείνους.

Υπήρξε κάποιο γεγονός στη ζωή σας που νιώσατε την ανάγκη να το μεταφέρετε αυτούσιο στο χαρτί;

Αν έλεγα αυτούσιο, θα υπερέβαλλα. Η παιδική μνήμη είναι εφήμερη και εύπλαστη. Το να γράψεις μια ευτυχισμένη ή μια δυστυχισμένη ιστορία δεν έχει καμία σημασία για μένα όσο έχει η αλήθεια. Έζησα μέχρι τα δεκαπέντε μου σε μια φάρμα με πολλά ζώα κι αυτές ήταν οι πιο ευτυχισμένες μέρες της ζωής μου. Θα ήθελα να διηγηθώ για το μικρό χήνο με το ένα φτερό που ήθελε να πετάξει. Στο τέλος τελικά πέταξε, αλλά πέταξε για τον ουρανό. Θα ήταν μια ιστορία για την αγάπη και την απώλεια, παρ’ όλα αυτά νομίζω πως στο φινάλε θα νικούσε η επιθυμία μου να αποδώσω το ευτυχισμένο τέλος που πάντα ήθελα.

Ποιος θεωρείτε ότι, τελικά, είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας; Τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο;

Η λογοτεχνία είναι ένας συνδυασμός μουσικής και ζωγραφικής. Πόσες φορές έχετε πιάσει τον εαυτό σας να φαντάζεστε τους ήρωες σαν να ήταν απέναντί σας και να σας μιλούσαν; Πόσες φορές συνδέσατε μια σκηνή με ένα μουσικό κομμάτι; Η λογοτεχνία είναι ένας καθρέφτης της ψυχής αναμφίβολα. Αλλά κυρίως είναι συναισθήματα… και σαφώς χρειάζεται μεγάλη μαεστρία για να κάνεις τον αναγνώστη να νιώσει κάτι. Πριν ένα χρόνο είχα γράψει ένα διήγημα σχετικά με μια ορειβασία που στοίχησε τη ζωή σε ένα νεαρό παιδί. Το έγραψα προς τιμήν ενός φίλου μου που είχε χαθεί πρόωρα στα βουνά του Ψηλορείτη. Όταν το έδωσα στη μητέρα μου να το διαβάσει, δεν μπόρεσε να κρύψει τη συγκίνησή της. Της είπα: ‘’Φυσικά και κλαις. Δεν είναι φαντασία, είναι πραγματικότητα’’.


Θεωρείτε πως στην Ελλάδα της σημερινής εποχής υπάρχει αναγνωστικό κοινό, ικανό να στηρίξει τις προσπάθειες των νέων συγγραφέων και ειδικότερα των συγγραφέων της λογοτεχνίας του φανταστικού;

Είναι αλήθεια πως η λογοτεχνία του φανταστικού στην Ελλάδα ανθίζει, ίσως τώρα περισσότερο από ποτέ. Το όραμα των νέων συγγραφέων είναι λαμπρό, η δε γραφή τους πολλά υποσχόμενη, ικανή να επηρεάσει και να προβληματίζει το αναγνωστικό κοινό.

Η ολοένα και αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου βοηθά τον αναγνώστη να στραφεί ξανά προς τη μεγάλη του αγάπη που είναι το βιβλίο;

Τα βιβλία δεν πεθαίνουν ποτέ. Μάλιστα κατά την περίοδο της πανδημίας ολοένα και περισσότεροι άνθρωποι αναζήτησαν συντροφιά στην αγκαλιά ενός βιβλίου. Ζούμε σε μια κοινωνία που προάγει τα τεχνολογικά μέσα, διαφημίζοντας την εργογραφία των συγγραφέων, αναρτώντας συνεντεύξεις και αποσπάσματα.

Παρόλες τις δυσκολίες, εσείς πήρατε την απόφαση να προχωρήσετε στην έκδοση του πρώτου σας βιβλίου. Θεωρείτε πως είναι χρέος του κάθε συγγραφέα να μοιράζεται το έργο του όταν το ολοκληρώσει;

Το χρέος το οφείλει πρώτα απ’ όλα στον ίδιο του τον εαυτό. Οι καλές ιστορίες που πρέπει να ειπωθούν είναι κρίμα να παραμένουν στο συρτάρι.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Με συναρπάζει η γραφή του Philip K. Dick· ο τρόπος με τον οποίο καταφέρνει να εγκλωβίσει και να απελευθερώσει τους ήρωές του είναι κωμικοτραγικός. Άλλωστε ο ίδιος είχε πει: ‘’μερικές φορές η καλύτερη απάντηση στην πραγματικότητα είναι να τρελαθείς’’. Ιδιαίτερη αδυναμία τρέφω επίσης στην ανατριχιαστική αφήγηση του Stephen King. Κατά καιρούς γράφω μικρά διηγήματα τρόμου εξωθώντας τους ήρωές μου σε μια άβυσσο σκοταδιού, από την οποία δεν υπάρχει διαφυγή.


Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε το πρώτο σας βιβλίο, το μυθιστόρημά σας με τίτλο «Human Relic», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές». Πρόκειται για μια ιστορία που εντάσσεται στα πλαίσια της επιστημονικής φαντασίας, δοσμένη όμως με έναν φυσικό κι αληθοφανή τρόπο, που δίνει την εντύπωση στον αναγνώστη πως όντως όσα περιγράφονται μέσα σ’ αυτήν συμβαίνουν στην πραγματικότητα. Αυτός ήταν εξαρχής ο σκοπός σας;

Εξαρτάται πώς ορίζει ο καθένας την πραγματικότητα ή πώς ορίζεται στο μυθιστόρημα «Human Relic», αλλά αυτό είναι ένα ταξίδι που προορίζω για τον αναγνώστη. Μου έρχεται στο μυαλό μια πολύ όμορφη συμβουλή που είχα κρατήσει από τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής: ‘’όσο πιο ζωντανή είναι η ιστορία, όσο πιο αληθοφανείς είναι οι χαρακτήρες, τόσο πιο πολύ διαρκεί το ταξίδι στο μυαλό του αναγνώστη’’.

Πείτε μας δυο λόγια για την ιστορία που περιγράφετε.

Πρόκειται για μια ιστορία με αρκετούς συμβολισμούς. Το περιβάλλον στο οποίο διαδραματίζεται είναι μια διαβρωμένη υπόγεια πολιτεία, με τεχνολογική παντοδυναμία που δεν συμβαδίζει καθόλου με την υπονόμευση και τη δουλεία στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα. Η ατμόσφαιρα έχει ένα πέπλο σκοταδιού, κλειστοφοβίας και η νοσταλγία της ευτυχίας εναλλάσσεται με την αυτοκαταστροφική απανθρωπιά. Είναι ένας κόσμος για να ζήσεις ή να πεθάνεις, ανάλογα με το αντίτιμο που προτίθεσαι να πληρώσεις. Εγείρεται το ερώτημα: πόσο παραδομένος είναι ο άνθρωπος στην εξουσία και τι είναι διατεθειμένος να θυσιάσει για να φτάσει στην αλήθεια.

Τι σημαίνει ο τίτλος που δώσατε στο βιβλίο σας; Ποια η σχέση του με το περιεχόμενο της ιστορίας του;

Ο κόσμος που περιγράφω είναι γεμάτος ανθρώπινα απομεινάρια. Τόσο δελεαστικά ρουφάνε το άρωμα του θανάτου που τους προσφέρεται υπό τη μορφή μιας φαιδρής ευτυχίας.

Υπάρχουν κάποια μηνύματα που θέλετε οπωσδήποτε να περάσετε μέσω της ιστορίας που φιλοξενείτε σ’ αυτό;

Στο όχι και τόσο μακρινό μέλλον πολυεθνικές εταιρίες ή μια μεγάλη ηγετική αρχή ίσως αναλάβει τα ηνία της επιβίωσης του ανθρώπινου γένους έπειτα από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Κατά την άποψή μου, η εξουσία δεν παύει να είναι εξουσία και ο ψυχεδελικός οίστρος των ισχυρών θα τραντάζει πάντα ακόμη και τα πιο γερά θεμέλια.


Τελικά, εσάς κυρία Χρυσουλάκη, τι σας προσέφερε συναισθηματικά η συγγραφή αυτού του βιβλίου;

Μια πνευματική ευεξία. Γράφοντας λίγες σελίδες κάθε μέρα συλλάμβανα τον εαυτό μου να ισορροπεί ανάμεσα στη διαύγεια και στην παράνοια του κόσμου που ξεδιπλωνόταν μπροστά στα μάτια μου. Τίποτε δεν ήταν γνώριμο, κανένα πλάνο, καμία σκέψη για το πώς θα τελειώσουν όλα και ποια θα είναι η τύχη των ηρώων μου, μόνο αναζωπύρωση μιας αυταπάτης ότι εγώ ήμουν η δημιουργός.


Φοβάστε την κακή κριτική; Την κριτική γενικότερα;

Τολμώ να πω πως δεν φοβάμαι την κακή κριτική. Αυτό που φοβάμαι είναι η καλοπροαίρετη κριτική, ιδίως αν αυτή προέρχεται από φιλικό περιβάλλον. Για ένα πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα, ο δρόμος προς την επιτυχία κατακτάται μόνο με κόπο και σκληρή προσπάθεια. Κοπιάστε λοιπόν (χαχα).

Μιλήστε μας για το εκδοτικό σας σπίτι. Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές»;

Δεν μπορώ να νιώσω παρά χαρά για τις «Συμπαντικές Διαδρομές», έναν εκδοτικό οίκο που πιστεύει στους νέους δημιουργούς, στέκεται δίπλα τους σε κάθε βήμα και παρά τις δυσκολίες αναδεικνύει τη δουλειά τους.

Ετοιμάζετε αυτήν την περίοδο κάποιο νέο σας βιβλίο ή είναι πολύ νωρίς ακόμα για κάτι τέτοιο;

Η υπόθεση με τις ιδέες είναι πως έρχονται και φεύγουν αν δεν τις πιάσεις γερά και τις φυλακίσεις. Τέτοιες δέσμιες ιδέες έχω αρκετές για δέκα βιβλία. Αλλά από την άλλη ο χρόνος… δεν είναι υπέροχο πράγμα; Αυτή τη στιγμή έχω ξεκινήσει το πρώτο κεφάλαιο μιας ιστορίας επιστημονικής φαντασίας. Θα είναι ένα μυθιστόρημα space opera.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Παγκόσμια ειρήνη.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

‘’Το καλό μου γόνατο –το ανθρώπινο- έκαιγε. Με κρατούσαν παραμάσχαλα και με έσερναν για κάμποση ώρα, όσο δεν είχα τις αισθήσεις μου. Τα χείλη μου είχαν μια αλμυρή γεύση από ιδρώτα. Ο αυχένας μου πονούσε τόσο που δεν μπορούσα να ανασηκώσω το κεφάλι μου. Όλα χόρευαν σε μια παραζάλη, σε ένα υστερικό χαμό αισθήσεων. Ο χώρος έμοιαζε με αποθήκη, αλλά ένα μεγάλο μέρος της ήταν άδειο, αν εξαιρούσα τους σκουριασμένους γάντζους που κρέμονταν από την οροφή, το τραπέζι βασανιστηρίων, μια συλλογή από σταθμευμένες μηχανές, και μερικά έπιπλα που αξιοποιούσαν για να ξεκλέψουν την αίσθηση μιας υποτυπώδης ζωής. Άρχισα να βήχω. Ξανά. Εκείνο το κατακάθι που είχα μαζέψει μέσα μου, χοροπηδούσε στα πνευμόνια μου σαν αρρωστημένη βλέννα. Το μόνο που έφτυσα ήταν ένας σβόλος από αίμα. Άκουσα ένα χαχανητό και βήματα να με πλησιάζουν. Κάποιος με άδραξε από τα μαλλιά, αναγκάζοντάς με να κοιτάξω αντίκρυ μου…’’

Κυρία Χρυσουλάκη, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στο συγγραφικό σας έργο.

Σας ευχαριστώ κι εγώ για τη φιλοξενία και τη δυνατότητα που δίνετε στους νέους καλλιτέχνες να εκφραστούν.


Βιογραφικό:

Η Σελίνα Χρυσουλάκη γεννήθηκε στη Σητεία Κρήτης, όπου και εργάζεται σε κοσμηματοπωλείο, ενώ παράλληλα σπουδάζει ψυχολογία. Η αγάπη της για το διάβασμα και τη συγγραφή ξεκίνησε σε νεαρή ηλικία και η αστείρευτη έμπνευσή της προς την επιστημονική φαντασία δεν άργησε να εκδηλωθεί. Πολλά από τα διηγήματά της έχουν κερδίσει σε διαγωνισμούς και έχουν δημοσιευτεί σε ανθολογίες. Γοητευμένη άλλοτε από τη δυστοπία και άλλοτε από την ουτοπία? κυριευμένη από την ανάγκη να ξεφύγει από την πραγματικότητα, κατασκευάζει κόσμους τρομακτικά αληθινούς όπου το μέλλον κρίνεται σχεδόν πάντα δυσοίωνο.