Γιώργος Σαββανάκης: "Η Τέχνη είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος να αντιμετωπίσουμε τον Θάνατο"


Η αγάπη του για το διάβασμα τον ώθησε στη δημιουργία, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τους περισσότερους συγγραφείς. Κι έτσι, η πρώτη του συλλογή διηγημάτων είναι γεγονός. Μιλάμε για τον συγγραφέα Γιώργο Σαββανάκη και το βιβλίο του με τίτλο «Η Ματωμένη Φλογέρα και άλλες ιστορίες» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Πηγή». Σήμερα τον φιλοξενούμε στις Τέχνες σε μια άκρως ενδιαφέρουσα συζήτηση.
Ας δούμε τι έχει να μας πει...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Σαββανάκη, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Θεωρώ ότι αυτά που χρειάζεται να μάθει το αναγνωστικό κοινό σχετικά με μένα είναι και τα στοιχεία που θα ανακαλύψει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Βελεστίνο. Λάτρεψα από μικρή ηλικία την ελληνική μυθολογία και μεγαλώνοντας αγάπησα την ιστορία και την αρχαιολογία. Μικρός ήθελα να γίνω γιατρός και ακόμα θυμάμαι το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο που διάβασα και με συγκλόνισε. Ήταν το «Ελ Χακίμ (ο γιατρός)» του Τζων Κνίτελ. Τελικά σπούδασα Ιστορία και Αρχαιολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο. Αυτή την περίοδο είμαι υποψήφιος διδάκτορας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και ασχολούμαι με την έρευνα σχετικά με τη συλλογική μνήμη και την ταυτότητα των Βλάχων της Ελλάδας. Ταυτόχρονα δουλεύω και ως ξεναγός.

Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να εκφραστείτε μέσω της συγγραφής;

Νομίζω ότι, όπως και στους περισσότερους συγγραφείς, τα πάντα ξεκίνησαν από την αγάπη για το διάβασμα. Θεωρώ ότι, για να ασχοληθεί κάποιος με τη συγγραφή είναι απαραίτητο προηγουμένως να έχει διαβάσει αρκετά. Διαβάζοντας οξύνουμε το κριτήριο μας, επηρεαζόμαστε και μαθαίνουμε, είτε το θέλουμε είτε όχι, πώς γράφεται ένα καλό βιβλίο, τι είναι αυτό που το κάνει ξεχωριστό, ποιος τρόπος γραφής ταιριάζει στο προσωπικό μας ύφος. Έτσι, λοιπόν, μετά από πολλά βιβλία έφτασε κάποια στιγμή που άρχισαν να γεννιούνται μερικές ιδέες στο μυαλό μου τις οποίες μετέτρεψα σε μικρές ιστορίες.

Πώς συνδυάζεται η συγγραφική σας δραστηριότητα με τις πολύ αξιόλογες σπουδές σας, αλλά και την επαγγελματική σας ενασχόληση;

Και οι σπουδές μου και η επαγγελματική ενασχόληση με την ξενάγηση μου έχουν δώσει πολλά ερεθίσματα. Από τη μία λόγω των σπουδών μου στην ιστορία και την αρχαιολογία με ενδιαφέρει πολύ το παρελθόν και οι προσπάθειες ερμηνείας του, κάτι που νομίζω είναι αρκετά εμφανές στα διηγήματά μου. Από την άλλη η ξενάγηση μου προσφέρει τα ταξίδια σε κάθε γωνιά της Ελλάδος και την επαφή με πολλούς ανθρώπους από διαφορετικά μέρη της γης, που κουβαλάνε ο καθένας διαφορετικούς πολιτισμούς. Επίσης μέσω της ξενάγησης εξασκούμαι παράλληλα και στην τέχνη της αφήγησης. Ένας καλός ξεναγός πρέπει να είναι και καλός αφηγητής. Στις ξεναγήσεις δεν δίνω τόσο σημασία στις λεπτομέρειες και στα τεχνικά χαρακτηριστικά των εκθεμάτων που παρουσιάζω, όσο στις ανθρώπινες ιστορίες που κρύβονται πίσω από αυτά.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Πρακτικά τα πάντα. Μου έχουν έρθει ιδέες την ώρα που διαβάζω ένα επιστημονικό άρθρο, την ώρα που συμμετέχω σε ένα συνέδριο ή την ώρα που ταξιδεύω με το τρένο. Κάποιες φορές η κεντρική ιδέα μιας ιστορίας μου έχει έρθει στον ύπνο μου. Νομίζω όμως ότι σε οποιαδήποτε συνθήκη κι αν μου έρθει μία ιδέα η βασική πηγή έμπνευσης που βρίσκεται από πίσω είναι οι προσωπικοί μου προβληματισμοί και οι ανησυχίες μου.

Υπήρξε κάποιο γεγονός στη ζωή σας που νιώσατε την ανάγκη να το μεταφέρετε αυτούσιο στο χαρτί;

Μέχρι στιγμής όχι. Όλα τα διηγήματα είναι προϊόντα μυθοπλασίας.


Ποιος θεωρείτε ότι, τελικά, είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας; Τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο;

Δεν νομίζω ότι μπορώ να απαντήσω σε αυτήν την ερώτηση. Η τέχνη της λογοτεχνίας γοητεύει τους ανθρώπους για χιλιάδες χρόνια και θα συνεχίσει να το κάνει, ακόμα και με διαφορετικούς τρόπους και μορφές, για όσο υπάρχει άνθρωπος. Ο σύγχρονος άνθρωπος είναι ιδιαίτερα πιεσμένος και η λογοτεχνία μπορεί να αποτελέσει ένα είδους στήριγμα.

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι με την ολοένα και αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου διαβάζουν βιβλία στις μέρες μας;

Προσωπικά δεν έχω ούτε την εμπειρία ούτε κάποιο επαρκές δείγμα για να απαντήσω με ακρίβεια σε αυτήν την ερώτηση. Δεν θεωρώ όμως ότι το διαδίκτυο λειτουργεί ενάντια στο βιβλίο. Ίσα ίσα που βοηθάει ιδιαίτερα στην προώθησή του.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Έχω αρκετούς συγγραφείς των οποίων τα βιβλία αγαπώ. Ο Ε. Α. Πόε είναι ένας από αυτούς και νομίζω ότι με έχει επηρεάσει αρκετά. Επίσης ένα από τα αγαπημένα μου βιβλία είναι το «Μέλμοθ ο περιπλανώμενος» του Charles Maturin. Από τους Έλληνες αγαπάω ιδιαίτερα τους Βιζυηνό και Παπαδιαμάντη, ενώ από τους σύγχρονους μου αρέσει πολύ ο Ισίδωρος Ζουργός, με γοητεύει η λογοτεχνική οπτική του Θανάση Τριαρίδη και έχω «ζηλέψει» σχεδόν όλα τα διηγήματα του Οδυσσέα Παπαμάρκου που περιλαμβάνονται στη συλλογή «Γκιακ». Υπάρχουν πολλοί ακόμα στους οποίους θα μπορούσα να αναφερθώ, ενώ είναι βέβαιο ότι πολλούς δεν τους έχω ανακαλύψει ακόμα. Σίγουρα ο αναγνώστης θα βρει επιρροές από τους αγαπημένους μου συγγραφείς. Μάλιστα πιστεύω ότι είναι πολύ πιθανόν κάποιος να ανακαλύψει και επιρροές που ακόμα κι εγώ δεν έχω συνειδητοποιήσει, καθώς συχνά υιοθετούμε ασυναίσθητα στοιχεία και τρόπους από αγαπημένα αναγνώσματα.


Ας μιλήσουμε τώρα για το πρώτο σας βιβλίο, που κυκλοφόρησε αρκετά πρόσφατα από τις εκδόσεις «Πηγή», μόλις το Φεβρουάριο του 2022, και φέρει τον τίτλο «Η Ματωμένη Φλογέρα και άλλες ιστορίες». Πρόκειται για μία συλλογή διηγημάτων, οκτώ διηγημάτων για την ακρίβεια, που, όπως διαβάζουμε και στο οπισθόφυλλο της, ψάχνουν το δρόμο τους ανάμεσα στο παραμύθι και το ρεαλισμό. Τελικά, πραγματικότητα κι ονειρικός κόσμος έχουν τη δυνατότητα να διαβούν το ίδιο μονοπάτι σε μια ιστορία χωρίς να προκαλέσουν σύγχυση στον αναγνώστη, ή και ακόμα χειρότερα τη δυσπιστία του;

Νομίζω ότι η συνύπαρξη του ονειρικού κόσμου, της φαντασίας δηλαδή, και του ρεαλισμού μπορεί να επιτευχθεί. Η συνύπαρξη αυτή εξάλλου δεν είναι και το ζητούμενο; Όχι μόνο στην τέχνη αλλά και στη ζωή. Χρειαζόμαστε από τη μία στις σταθερές βάσεις του ρεαλισμού αλλά δεν μπορούμε να πορευθούμε χωρίς την μαγεία και την γοητεία του ονειρικού κόσμου. Αυτός ο συνδυασμός θα μας δώσει την επιθυμητή ισορροπία. Ελπίζω ότι η ισορροπία αυτή υπάρχει και στα διηγήματα και έτσι δεν θα μπερδευτεί ο αναγνώστης.

Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμά σας για να ξεκινήσετε τη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου;

Δεν μπορώ να πω ότι υπήρξε ένα συγκεκριμένο ερέθισμα για τη συγγραφή του έργου. Τα διηγήματα, αν και κινούνται σε κάποιους κοινούς άξονες, όπως είναι ο Έρωτας και ο Θάνατος, γράφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους και δεν υπήρχε εξαρχής η ιδέα να αποτελέσουν μία ολοκληρωμένη συλλογή. Για καιρό μάλιστα, όπως βέβαια νομίζω συμβαίνει αρκετά συχνά, έμεναν κρυμμένα από όλους σε ένα κρυφό φάκελο του σκληρού δίσκου. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκα ότι υπάρχουν κάποια κοινά χαρακτηριστικά στις ιστορίες μου, κάποιοι κοινοί προβληματισμοί. Αποφάσισα λοιπόν ότι ίσως έχουν κάποιο ενδιαφέρον και έψαξα τον τρόπο για να τα εκδώσω.

Μιλάτε για δύο κινητήριες δυνάμεις του ανθρώπινου πνεύματος, τον Έρωτα και τον Θάνατο. Για τον Έρωτα εύκολα μπορεί να αντιληφθεί ο αναγνώστης γιατί διαθέτει αυτή την ιδιότητα και γιατί είναι ένας από τους πυλώνες του πολιτισμού. Για τον Θάνατο όμως, ίσως προβληματιστεί κάπως, προκειμένου να κατανοήσει ή και να συμμεριστεί πλήρως την άποψή σας. Μπορείτε να μας εξηγήσετε τον συλλογισμό σας στο θέμα αυτό και γιατί επιλέξατε τελικά να αναφερθείτε αποκλειστικά στον Έρωτα και στον Θάνατο στην πρώτη σας συγγραφική προσπάθεια;

Καταρχάς να ξεκαθαρίσω ότι δεν πρόκειται να βρει κάποιος στα διηγήματα κάποιο φετίχ, κάποια λατρεία του Θανάτου. Είμαι φανατικά υπέρ της Ζωής. Όπως έχουν εξηγήσει όμως και άλλοι πολύ καλύτερα από μένα, η ύπαρξη του Θανάτου, αυτού του αναπόφευκτου τέλους, είναι αυτή που μας ωθεί να δημιουργούμε. Η συνειδητοποίηση της τραγικότητας της ύπαρξής μας είναι σκληρή για τον άνθρωπο, δύσκολη να τη διαχειριστεί κι έτσι μόλις την κατανοήσει κάνει τα πάντα για να την αντιμετωπίσει. Γι’ αυτό το λόγο ωθούμαστε προς τη δημιουργία, γι’ αυτό καταπιανόμαστε με την τέχνη· άλλος για να απαλύνει τον πόνο του Θανάτου, άλλος για να αφήσει έργα αιώνια, άλλος για να μην ξεχαστεί το πέρασμα του από τη γη. Η Τέχνη είναι ίσως ο μοναδικός τρόπος να αντιμετωπίσουμε τον Θάνατο.

Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενο των ιστοριών σας.

Πρόκειται για οχτώ ανεξάρτητες ιστορίες που μας ταξιδεύουν από την αρχαία εποχή μέχρι ένα απροσδιόριστο δυστοπικό μέλλον κι από την Πίνδο και τα ορεινά βλαχοχώρια στα κυκλαδίτικα νησιά. Οι πρωταγωνιστές των διηγημάτων, εκτός ίσως από αυτούς στο διήγημα «Σαν να ΄ναι το τέλος του κόσμου» και δυστυχώς εκείνους στο «Stairway to heaven», δεν είναι ήρωες της καθημερινότητας. Κάποιες ιστορίες θα μπορούσαμε να πούμε ότι θυμίζουν το ύφος των μύθων ή των παραμυθιών. Αν και σε καμία περίπτωση δεν θυμίζουν αστυνομικές ιστορίες, ελπίζω ότι δημιουργούν μία ατμόσφαιρα μυστηρίου και αγωνίας και κρατάνε το ενδιαφέρον του αναγνώστη.


Επιχειρείτε ως συγγραφέας μέσα από τις ιστορίες σας να προβάλλετε την προσωπική απόγνωση των ηρώων σας για να φέρετε στο φως το ανθρώπινο δράμα. Για ποιο λόγο επιμένετε σ’ αυτό; Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε στον αναγνώστη;

Η έννοια του ανθρώπινου δράματος είναι ένας από τους βασικούς μου προβληματισμούς. Δεν ξεκίνησα τη συγγραφή έχοντας ως σκοπό να γράψω για το ανθρώπινο δράμα. Εκ των υστέρων συνειδητοποίησα ότι προσπαθούσα να «αγγίξω» αυτό που έχω στο μυαλό μου ως ανθρώπινο δράμα. Γι’ αυτό και δεν έχω σκοπό να περάσω κάποιο συγκεκριμένο μήνυμα στον αναγνώστη. Αν τα διηγήματα προκαλέσουν έστω και τον ελάχιστο προσωπικό προβληματισμό στον αναγνώστη και ενεργοποιήσουν τη σκέψη του, θα είμαι ευχαριστημένος. Εξάλλου δεν μου αρέσει καθόλου ο «δασκαλίστικος» και διδακτικός τόνος στη λογοτεχνία. Δεν αισθάνομαι άνετα με τη λογοτεχνία που αφ’ υψηλού, από το βάθρο της αυθεντίας της, ατενίζει τους αναγνώστες ορίζοντας τι είναι καλό και κακό, πώς πρέπει να σκέφτονται και πώς όχι. Αν το βιβλίο φέρει τέτοιες σκέψεις και συναισθήματα στους αναγνώστες τότε θα έχει αποτύχει.

Θα εντοπίσει ο αναγνώστης στις σελίδες του βιβλίου σας στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Θεωρώ πως κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο. Σίγουρα θα βρει στοιχεία της προσωπικότητάς μου. Όχι τόσο όμως στο επίπεδο των ηρώων. Κυρίως θα ανακαλύψει βιώματα και εμπειρίες μου. Επίσης μέσα από τις σελίδες του βιβλίου νομίζω ότι αναδεικνύονται πτυχές που έχουν σχέση με τις σπουδές μου στην ιστορία και την αρχαιολογία και αφορούν κυρίως την ερμηνεία και τη διαχείριση του παρελθόντος.

Υπάρχει κάποια ιστορία στο βιβλίο σας, της οποίας πρωταγωνιστής υπήρξατε εσείς ο ίδιος;

Όχι δεν υπάρχει κάποια ιστορία όπου είμαι πρωταγωνιστής. Αν και στην «Γκούβα του γερο Μπέκου» που διαδραματίζεται σε μία σπηλιά κοντά στο Βελεστίνο, την οποία και έχω επισκεφτεί, ο ερασιτέχνης αρχαιολόγος θα μπορούσα να ήμουν εγώ.

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Πιστεύω ότι το βιβλίο απευθύνεται κυρίως σε ενήλικες ή τουλάχιστον σε εφήβους που έχουν ήδη αποκτήσει μία καλή σχέση με τη λογοτεχνία.

Μιλήστε μας για το πρώτο σας εκδοτικό σπίτι. Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Πηγή»; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά για την περαιτέρω προώθηση του έργου ενός συγγραφέα;

Είμαι ευχαριστημένος από τη συνεργασία με τις εκδόσεις «Πηγή». Από την πρώτη στιγμή με κέρδισε η αμεσότητα στην επικοινωνία, η οργάνωση και η επαγγελματικότητα του εκδοτικού οίκου. Σίγουρα ένας καλός εκδοτικός οίκος βοηθάει και συμβάλει στην προώθηση του έργου ενός συγγραφέα.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές μέλλον;

Ναι, ελπίζω η πρώτη παρουσίαση να γίνει μέσα στον Μάιο.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας.


Κύριε Σαββανάκη, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική και συγγραφική.

Σας ευχαριστώ πολύ κι εγώ.


Βιογραφικό:

Ο Γιώργος Σαββανάκης γεννήθηκε και µεγάλωσε στο Βελεστίνο. Οι αφηγήσεις και οι ιστορίες του παππού του συντρόφευαν τα παιδικά του χρόνια και είχαν ως αποτέλεσµα την αγάπη του αρχικά για τη µυθολογία και έπειτα για την ιστορία και την αρχαιολογία. Σπούδασε στο τµήµα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστηµίου Θεσσαλονίκης και συνέχισε µε µεταπτυχιακές σπουδές στο τµήµα Ιστορίας Αρχαιολογίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Πανεπιστηµίου Θεσσαλίας. Υπήρξε µέλος της συγγραφικής οµάδας του βιβλίου Οι Βλάχοι της Μαγνησίας, µελέτες του έχουν δηµοσιευθεί σε επιστηµονικά περιοδικά και έχει λάβει µέρος σε συνέδρια ιστορικού περιεχοµένου. Τα τελευταία χρόνια εργάζεται επαγγελµατικά ως ξεναγός. Η συλλογή διηγηµάτων Η µατωµένη φλογέρα αποτελεί την πρώτη του εκδοτική προσπάθεια.