Δημήτρης Μπαλτάς: "Η κοινοποίηση του έργου του κάθε δημιουργού είναι κατά κάποιον τρόπο σύμφυτη με το πνεύμα του"



Είναι από τους νεότερους Έλληνες δημιουργούς της σημερινής εποχής, ο οποίος μετράει ήδη στο βιογραφικό του τρία εκδοθέντα βιβλία. Για την ακρίβεια τρεις ποιητικές συλλογές. Καθόλου τυχαίο φυσικά αν λάβει υπόψη κανείς ότι οι πτυχιακές και μεταπτυχιακές σπουδές του έχουν άμεση σχέση και επαφή με το χώρο της λογοτεχνίας και των γραμμάτων γενικότερα. Μιλάμε για τον ποιητή Δημήτρη Μπαλτά, που σήμερα φιλοξενούμε στις Τέχνες με αφορμή τη νέα του ποιητική συλλογή με τίτλο «Το όνομα του έρωτα» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αποστακτήριο».

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Μπαλτά, παρότι νέος σε ηλικία, έχετε διαγράψει μια αρκετά ενδιαφέρουσα πορεία στη ζωή σας. Οι σπουδές σας για παράδειγμα είναι πολύ αξιόλογες κι αξιοθαύμαστες. Πώς θα συστήνατε ο ίδιος τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Αρχικά να σας ευχαριστήσω πολύ για την πρόσκληση και τη συνέντευξη. Χαίρομαι ιδιαίτερα που δίνετε χώρο σε νέους δημιουργούς να παρουσιάσουν το έργο τους και να κοινωνήσουν σε ευρύτερο κοινό. Όσον αφορά σε μένα θα έλεγα ότι προσπαθώ πάντοτε να κάνω πράγματα που μου αρέσουν, με ελκύουν και με ενδιαφέρουν. Για αυτόν τον λόγο σπούδασα κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Από τα γυμνασιακά μου χρόνια έδειχνα μεγάλο ενδιαφέρον για τη Νέα αλλά και για την Αρχαία Ελληνική Γλώσσα και Γραμματεία. Η φιλολογία, επομένως, για εμένα ήταν μονόδρομος. Σήμερα είμαι μεταπτυχιακός φοιτητής με αντικείμενο τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες στο Διιδρυματικό Διατμηματικό Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών του ΕΚΠΑ «Ρητορική, Επιστήμες του Ανθρώπου και Εκπαίδευση». Παρακολουθώ σεμινάρια και επιμορφωτικά προγράμματα, συνέδρια και ημερίδες όταν το θέμα τους μου τραβάει την προσοχή και είναι σχετικό με τα ενδιαφέροντά μου.

Η σχέση μου με τη λογοτεχνία είναι μακροχρόνια. Διαβάζω από μικρή ηλικία. Η αλήθεια είναι ότι ξεκίνησα με πεζογραφήματα. Τα πρώτα βιβλία που διάβασα ήταν μυθιστορήματα και συλλογές διηγημάτων. Γρήγορα όμως με τράβηξε η ποίηση. Για πολλούς λόγους. Γράφω από το λύκειο. Συμμετέχω σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς όταν έχω σχετικό υλικό και χαίρομαι να φιλοξενούνται ποιήματά μου σε ανθολογίες νέων ποιητών. Η πρώτη μου ποιητική συλλογή «Η Αρχή» κυκλοφόρησε το 2019, όταν ήμουν στο 2ο έτος της Σχολής, η δεύτερη ήρθε προς το τέλος του καλοκαιριού του 2021, οι «Μελωδίες λήθης» ενώ η πιο πρόσφατη συλλογή μου κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2022, «Το όνομα του έρωτα», το οποίο μας έδωσε την αφορμή για την παρούσα συζήτηση και την ευκαιρία να γνωριστούμε.

Για ποιο λόγο αποφασίσατε να στρέψετε το ενδιαφέρον σας προς την ποίηση; Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμα που σας ώθησε προς αυτή την κατεύθυνση;

Θεωρώ την ποίηση μια μορφή τέχνης που ανήκει στο γενικότερο κλάδο της Λογοτεχνίας. Η επαφή μου με την ποίηση ξεκίνησε από τα μαθητικά μου χρόνια καθώς συχνά πυκνά έπεφτε το μάτι μου σε ποιητές, κυρίως, Έλληνες. Βοήθησε σε αυτό και το μάθημα της Λογοτεχνίας στο σχολείο καθότι είναι σίγουρο ότι ένας μαθητής θα έρθει σε επαφή με μείζονες ποιητές όπως ο Ρίτσος ή ο Καβάφης, ο Λειβαδίτης ή ο Καββαδίας. Είναι από τους ποιητές που διδάσκονται συχνά στις τάξεις και καλώς διδάσκονται βέβαια. Αλλά για να είμαι ειλικρινής η στροφή στην ποίηση ήταν θέμα εσωτερικό. Δεν ξέρω γιατί αλλά άρχισα να ψάχνω Έλληνες και ξένους ποιητές στο Διαδίκτυο και, έπειτα, να αναζητώ ποιητικές συλλογές σε βιβλιοπωλεία. Η ανάγκη έκφρασης, η δυνατότητα μέσω της τέχνης να ειπωθεί αυτό που δε λέγεται στην καθημερινότητα, η δημιουργικότητα – αρχικά – από την πλευρά του αναγνώστη και – ύστερα – από την πλευρά του συγγραφέα, η έμπνευση και η συνομιλία με τα λογοτεχνικά και εν γένει τα καλλιτεχνικά διακείμενα ήταν κάποια από τα ερεθίσματα που με ώθησαν στην Τέχνη της Ποιήσεως, όπως πολύ όμορφα έγραψε ο Καβάφης.

Θεωρείτε πως στην Ελλάδα της σημερινής εποχής, υπάρχει αναγνωστικό κοινό που στηρίζει τις προσπάθειες των υπηρετών της λογοτεχνίας;

Ο χώρος του βιβλίου περνάει κρίση. Αυτό αποτελεί πλέον κοινοτοπία, είναι μια φράση που λέγεται σε πολλές και διαφορετικές περιπτώσεις. Και πότε δεν περνούσε κρίση ; Νομίζω πάντοτε το ποσοστό του πληθυσμού που διάβαζε συστηματικά λογοτεχνία ήταν πολύ μικρό. Ίσως τα τελευταία χρόνια να έχει αυξηθεί λίγο σε σχέση με περασμένες δεκαετίες. Ωστόσο, καταναλώνεται στην πεζογραφία και δη στη μεταφρασμένη πεζογραφία, εν ολίγοις στα ευπώλητα βιβλία και στους γνωστότερους συγγραφείς και, βεβαίως, στους κλασικούς που είναι πάντοτε επίκαιροι και γι’ αυτό διαχρονικοί.

Στην ποίηση τα πράγματα είναι ακόμη πιο άσχημα, διότι είναι ακόμη μικρότερο το ποσοστό του πληθυσμού που διαβάζει ποίηση και συνηθώς προτιμά τους «μεγάλους» Έλληνες και ξένους ποιητές. Είναι ουτοπικό να περιμένει ένας νέος ποιητής από κάποιον που δεν τον γνωρίζει να ζητήσει το βιβλίο του από το βιβλιοπωλείο ή να το αλιεύσει από το διαδίκτυο, από κάποιο ηλεκτρονικό κατάστημα. Εξάλλου οι νέοι συγγραφείς και ειδικά οι νέοι ποιητές δεν προβάλλονται, ώστε παραμένουν άγνωστοι στο ευρύ κοινό. Δεν υπάρχει μαζική προώθηση. Αυτό, βεβαίως, είναι εύλογο αν αναλογιστεί κανείς ότι τα έργα των περισσότερων νέων δημιουργών εκδίδονται από μικρούς εκδοτικούς οίκους που δεν έχουν τα μέσα για μεγαλύτερη προώθηση και προβολή. Αλλά αυτό είναι ένα άλλο θέμα…

Από πού αντλείτε έμπνευση συνήθως για να γράψετε ένα ποίημα;

Από παντού! Ακόμα και από πράγματα ασήμαντα ή μηδαμινής αξίας που κάποιος άλλος δε θα τα παρατηρούσε καν. Φυσικά από τη λογοτεχνία και τις τέχνες. Όπως είπαμε τα διακείμενα παίζουν μεγάλο ρόλο στη διάπλαση νέων έργων. Από τα βιώματα και τα δικά μου αλλά και άλλων, έτσι όπως μου τα έχουν μεταφέρει. Από την επικαιρότητα και την εποχή μας. Από σκέψεις, ιδέες, συναισθήματα και γενικά απ’ οτιδήποτε μπορεί να εκφράσει αυτό που θέλω να πω την ώρα που γράφω ένα ποίημα.

Έχετε πρότυπα ως δημιουργός; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας ποιητές; Ο Γιάννης Ρίτσος και ο Τάσος Λειβαδίτης συγκεκριμένα, των οποίων απόσπασμα ποιήματος διαβάζει στις αρχικές σελίδες του τελευταίου σας βιβλίου, επέδρασαν μήπως αρκετά στη διαμόρφωση του προσωπικού σας ύφους;

Όλοι έχουμε πρότυπα. Φυσικά οι ποιητές στους οποίους αναφέρεστε άσκησαν μεγάλη επίδραση με το έργο τους σε εμένα. Για μένα πολύ σημαντικά πρότυπα είναι τα τρία Κ. Ο Καβάφης, ο Καρυωτάκης και ο Καββαδίας με προεξάρχοντα τον Ρίτσο. Τον Ρίτσο τον θεωρώ ποιητή του κόσμου καθώς εξέφρασε με το έργο του μια ολόκληρη εποχή, μια Ελλάδα πολύπαθη αλλά και καταπιάστηκε με ζητήματα και θέματα παγκόσμια, που αφορούν τους λαούς όλου του κόσμου. Το ύφος του Λειβαδίτη είναι καθηλωτικό αρκεί να διαβάσει κανείς τις «Βιολέτες για μια εποχή» ή το «Φυσάει στα σταυροδρόμια του κόσμου». Από τον Καβάφη προτιμώ τα ερωτικά και φιλοσοφικά του ποιήματα, τον λιτό τρόπο γραφής του αλλά τον τόσο διαπεραστικό. Η ειρωνεία, ο αυτοσαρκασμός, η μελαγχολία και εν τέλει η ευφυΐα του Καρυωτάκη εμένα με έχουν καθορίσει πιστεύω. Τέλος, αν και έχει επικριθεί, εγώ προσωπικά θεωρώ τον Καββαδία από τους μείζονες ποιητές. Η ποιότητα του έργου του αντισταθμίζει την ποσότητα και την οβελίζει από κάθε παράγοντα αξιολόγησής του ως δημιουργού. Δεν είναι μόνο η θεματική αλλά και το απογυμνωμένο και λαγαρό του ύφος αυτό που σε συναρπάζει.


Είναι χρέος του δημιουργού μετά την ολοκλήρωση του πονήματός του να το εκδίδει και να το μοιράζεται με το ευρύτερο κοινό; Τι πιστεύετε; Εσείς, στην προκειμένη περίπτωση, γιατί πήρατε την απόφαση να εκδώσετε τα βιβλία σας;

Πιστεύω ότι η δημοσίευση ή, αν θέλετε, γενικότερα, η κοινοποίηση του έργου του κάθε δημιουργού είναι κατά κάποιον τρόπο σύμφυτη με το πνεύμα του. Θέλω να πω ότι πρωτίστως γράφουμε για τον εαυτό μας και μπορεί να κρατάμε τα γραψίματά μας για χρόνια σε ένα συρτάρι. Φτάνει όμως η στιγμή που αυτά τα δημιουργήματα κάποιον πρέπει να αφορούν. Τέχνη κάνουμε πρώτα απ’ όλα για την ψυχή μας αλλά πρέπει και να μοιράζεται. Πρέπει να διαχέεται στο κοινό και από εκεί και πέρα να ακολουθήσει τη δική της πορεία, ανεξάρτητη με αυτή του δημιουργού της. Φυσικά αυτό δε γίνεται από τη μια στιγμή στην άλλη. Όσον αφορά σε μένα για να φτάσω να δώσω προς δημοσίευση και έκδοση κάποια ποιήματα έχω ακολουθήσει μια μακρά επεξεργασία, πολλές φορές ακόμη και μέχρι την τελευταία στιγμή, πριν το βιβλίο δοθεί στο τυπογραφείο. Το κάθε ποίημα βασανίζει το δημιουργό του μέχρι να του δοθεί η τελική μορφή. Αυτό το πιστεύω. Εννοείται ότι σε όλα αυτά υπάρχει και μια δόση ναρκισσισμού. Ποιος συγγραφέας δε χαίρεται όταν πιάνει στα χέρια του το έντυπο βιβλίο φρεσκοτυπωμένο; Και, βεβαίως, πολύ καλά κάνει και χαίρεται. Το θέμα είναι ότι κανείς δημιουργός δεν καταπιάνεται με οποιαδήποτε μορφή τέχνης, προκειμένου να δημοσιεύσει και να κοινοποιήσει το έργο του. Δεν εκπορεύεται από αυτό η ανάγκη της ενασχόλησής μας με την τέχνη. Αυτό θα ήταν μια πολύ επιφανειακή ανάγνωση. Όταν όμως έρχεται η ώρα ένας δημιουργός να θέσει το έργο του προς κρίση στο κοινό τότε συμβαίνουν δύο πράγματα. Αφενός χαίρεται για το ολοκληρωμένο πλέον δημιούργημά του και αφετέρου αγωνιά για το πώς θα εκληφθεί αυτό από το κοινό, τι είδους επίγευση θα αφήσει.

Εκδοτικός οίκος ή ιδιωτική έκδοση; Τι προτιμάτε και γιατί;

Θεωρώ πώς αν κάποιος λογοτέχνης βρει έναν εκδοτικό οίκο ο οποίος θα του προτείνει μια ρεαλιστική και έντιμη προσφορά έκδοσης με σεβασμό προς το πρόσωπό του και το έργο του ότι είναι προτιμότερη η επιλογή του εκδοτικού οίκου και για λόγους διαδικαστικούς αλλά και για λόγους προώθησης του βιβλίου.

Ας επιστρέψουμε όμως σε εσάς. Ποιο το συναίσθημα που σας κυρίευσε στην αρχή όταν πιάσατε το πρώτο σας βιβλίο στα χέρια σας; Είναι το ίδιο που σας κυρίευσε και στο μέλλον, όταν ακολούθησε το δεύτερο βιβλίο σας κι έπειτα το τρίτο ή κάτι πιο δυνατό, πιο υπέροχο και συνάμα αξέχαστο;

Κάθε φορά που πιάνω στα χέρια μου τυπωμένο ένα έργο μου η αίσθηση είναι η ίδια. Απίστευτη χαρά και ικανοποίηση αλλά και αγωνία για το μέλλον του.


Ας αναφερθούμε λίγο περισσότερο σ’ αυτό που κυκλοφόρησε πρόσφατα. Πρόκειται, λοιπόν, για μία νέα σας ποιητική συλλογή που φέρει τον τίτλο «Το όνομα του έρωτα». Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αποστακτήριο». Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό του. Τι θα διαβάσει ο αναγνώστης πιάνοντας το βιβλίο αυτό στα χέρια του;

Η συλλογή περιλαμβάνει 48 αυτοτελή ποιήματα που ως κοινή θεματική έχουν τον έρωτα. Βεβαίως, ο αναγνώστης διαβάζοντας το κάθε ένα ποίημα θα δει διαφορετικές εκφάνσεις του έρωτα αλλά και θα συνειδητοποιήσει ότι αναδύονται και άλλα θέματα μέσα από τους στίχους. Έρωτες που καρποφόρησαν, έρωτες που έληξαν άδοξα, έρωτες ανεκπλήρωτοι, έρωτες πλατωνικοί, έρωτες μονόπλευροι … Είναι πάρα πολλά τα θέματα που εγείρονται αλλά και τα αισθήματα που φιλοδοξώ να κινητοποιήσω στον αναγνώστη. Πιστεύω και ελπίζω ότι ο κάθε αναγνώστης ανάλογα με τη χρονική στιγμή που διαβάζει το βιβλίο σε συνδυασμό με την προσωπική του κατάσταση εκείνη τη στιγμή θα αφήσει τον εαυτό του ελεύθερο να τον αγγίξουν κάποια ποιήματα, ίσως κάθε φορά και διαφορετικά.

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για να κοσμήσει το εξώφυλλο του βιβλίου σας; Τελικά, ο έρωτας είναι πηγή ζωής για τον άνθρωπο; Είναι το οξυγόνο που του δίνει τη δύναμη να ονειρευτεί έναν καλύτερο κόσμο για τον ίδιο και για τους γύρω του; Ο έρωτας είναι το ζητούμενο για να νιώσει απόλυτα ζωντανός κι ευτυχισμένος;

Τον τίτλο τον αντλώ από το δεύτερο ποίημα της συλλογής, ένα ποίημα μακροσκελές, περιγραφικό και συναισθηματικά έντονο. Ο έρωτας είναι, πράγματι, πηγή ζωής και ευτυχίας για τον άνθρωπο αλλά όταν τον βιώνει και χαρακτηρίζεται από αμοιβαιότητα. Σε αντίθετη περίπτωση τα πράγματα δεν είναι τόσο ευχάριστα. Αλλά και η απόρριψη και η ματαίωση και η απογοήτευση συμβαίνουν στη ζωή και προσπάθησα μέσα από αυτό το βιβλίο να φωτίσω λίγο και αυτά. Τις πιο δύσκολες και στενάχωρες πλευρές του έρωτα, τις πιο μελαγχολικά λυρικές και απτές. Με τη λέξη «απτές» εννοώ την πραγματικότητα, διότι η ζωή δεν είναι μια ρομαντική κινηματογραφική ταινία. Σε κάθε περίπτωση ο εκπληρωμένος έρωτας και δη ο μεταστοιχειωμένος σε αγάπη είναι η ίδια η Ζωή. Αλλά μην ξεχνούμε και τους στίχους του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο «Ενός λεπτού σιγή».

Θα σταθώ σε ένα ποίημα της συλλογής σας με τίτλο «Κι έμεινα»:

Πέρασε ο χρόνος, χάθηκε
με τ’ απαλό σου άγγιγμα
κι ένα φιλί γεμάτο
λέξεις τρυφερές και ποθητές.

Πέρασε ο χρόνος, χάθηκε
με την παιδική σου ματιά
κι ένα βλέμμα γεμάτο
ουρανούς και αστέρια.

Κι έμεινα να αφουγκράζομαι
τη σιωπή που άφησες
φεύγοντας από κοντά μου
– νοσταλγική πια ανάμνηση.

Κι έμεινα να υπομένω
την τρικυμία της ψυχής
που η απουσία σου προκάλεσε
δίχως να το καταλάβεις ποτέ.

Ποίηση αρκετά λυρική, μελαγχολική και ταυτόχρονα βαθιά ερωτική. Ποίηση δοσμένη σε ελεύθερο στίχο, γεμάτη εικόνες, μυρωδιές και συναισθήματα, που οπωσδήποτε συμπαρασύρουν τον αναγνώστη στο δικό του ψυχικό κόσμο. Στα 48 ποιήματα που απαρτίζουν τη συλλογή σας αυτή, γίνεται αισθητή η πίκρα που αφήνει στην ερωτευμένη ψυχή η φυγή, η εκούσια ή η ακούσια. Ανοιχτή πληγή αποτελεί ξεκάθαρα η απώλεια του έρωτα, μια ανάμνηση που διατηρεί άσβεστη η απουσία του και ένας συνεχής αγώνας για το ακατόρθωτο η ικεσία του ερωτευμένου για επιστροφή στη χαρά, για την λύτρωση της κομματιασμένης και χιλιομπαλωμένης καρδιάς του που εξακολουθεί να πονά εξαιτίας του. Η επιλογή των ποιημάτων σας αυτών έγινε συνειδητά ώστε να προκαλούν αυτή τη μελαγχολική διάθεση στην ψυχή του αναγνώστη ή προέκυψε αυθόρμητα;

Συμβαίνουν και τα δύο. Το αυθόρμητο – στην αρχή – δίνει στη συνέχεια τη θέση του στη συνειδητή επιλογή. Στόχος μου δεν ήταν να δημιουργήσω ποίημα εν είδει ρομάντζου με happy end, κάθε άλλο. Επιδιώκω να αναφέρομαι σε ανθρώπους που μπορούν να βρουν αναλογίες με τους στίχους μου. Η μελαγχολία, βέβαια, και μια διάθεση πεσιμιστική, νομίζω, διακρίνουν όλο το έργο μου. Αποτελούν, δηλαδή, κατά κάποιο τρόπο και στοιχεία δικά μου με τα οποία μπολιάζω την ποίησή μου. Ωστόσο, δε θα ήθελα να χαρακτηριστούν απαισιόδοξα, διότι δεν τα εκλαμβάνω ως τέτοια. Αντιθέτως, θα έλεγα ότι προσπαθώ με έναν απαλό, σε κάποιες περιπτώσεις ίσως πιο έντονο, τρόπο να μιλήσω απλά στην ψυχή του αναγνώστη.

Ποίηση δοσμένη σε πρώτο πρόσωπο. Είναι άραγε και εξομολογητική; Αυτή τελικά ήταν η επιδίωξή σας; Να καταθέσετε αυτούσια την ψυχή σας στο χαρτί κι όχι απλά να φωτογραφίσετε τη σκέψη σας;

Μάλλον η ποίηση είναι πολλές φορές εξομολογητική και, θα προσθέσω, υπαινικτική. Θα ήταν αφελές αν αρνιόμουν κάτι τέτοιο. Ωστόσο, πιο βασική επιδίωξη για μένα είναι ο αναγνώστης να ταυτιστεί ή να διαφοροποιηθεί με όσα γράφω. Πέρα, δηλαδή, και έξω από τη δική μου προσωπικότητα θα ήθελα να κεντρίσει και προκαλέσει – με την καλή έννοια – τις προσωπικότητες των αναγνωστών. Εξάλλου, όταν ένα έργο φεύγει από τα χέρια του δημιουργού του, τυπώνεται και δημοσιεύεται, καθίσταται πλέον έργο ανοιχτό (και ειδικά όταν αναφερόμαστε στην ποίηση) σε ερμηνείες, συζητήσεις και απόψεις είτε συγκλίνουσες είτε αποκλίνουσες με την πρόθεση του δημιουργού. Την οποία πρόθεση, πρέπει να σημειώσουμε, πολλές φορές δεν τη μαθαίνουμε εξαιτίας διαφόρων λόγων.

Υπάρχουν μηνύματα που θέλετε να περάσετε οπωσδήποτε μέσα από τα ποιήματα του βιβλίου σας αυτού;

Δύο πράγματα: την αξία της ποίησης και την αξία του έρωτα (ακόμα και του ανεκπλήρωτου) στη ζωή του ανθρώπου. Τα θεωρώ, το καθένα για άλλους λόγους, πολύ σημαντικά. Και μάλλον θα έπρεπε να προτάξω την αξία του έρωτα, διότι δίχως αυτόν πώς θα γραφόταν ένα πολύ μεγάλο και σημαντικό μέρος της παγκόσμιας ποίησης; Κατά τα άλλα ο αναγνώστης μπορεί να συνομιλήσει, χωρίς καμία απολύτως, δέσμευση με το βιβλίο αυτό, όπως και με τα προηγούμενα. Δεν υπάρχουν στην τέχνη και δεν πρέπει να υπάρχουν παρωπίδες.


Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή θεωρείτε πως μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Εδώ ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσον οι έφηβοι διαβάζουν και ασχολούνται με την ποίηση. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα συζήτησης.

Γενικά πιστεύω ότι η λογοτεχνία, πρωτίστως, αφορά στους νέους και μεταξύ αυτών και τους εφήβους. Θεωρώ ότι μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει εφηβικό ανάγνωσμα αρκεί να υπάρχει μια ανάλογη ωριμότητα στη σκέψη και τη συμπεριφορά. Κάποιοι έφηβοι διακρίνονται σε αυτά, κάποιοι άλλοι είναι ακόμη λίγο άγουροι και χρειάζονται περισσότερο χρόνο. Διαδραματίζουν, βεβαίως, σημαντικό ρόλο και τα βιώματα. Αλλά ένα βιβλίο μπορεί να διαβαστεί πολλές φορές και κάθε φορά από διαφορετική οπτική. Η ποίηση είναι πάντοτε διαθέσιμη και προσβάσιμη σε όλους, αρκεί να το θελήσουν και να το επιδιώξουν.

Είναι το δεύτερο βιβλίο σας που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αποστακτήριο». Να υποθέσουμε πως είστε ευχαριστημένος από τη μέχρι τώρα συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι;

Απολύτως. Με τους δύο εκδότες μου, την Ελένη Παπακώστα και τον Αλέξανδρο Ακριτίδη, έχω μια άψογη συνεργασία μέχρι στιγμής. Είναι φιλόξενοι, τυπικοί, δουλεύουν με συνέπεια, με σεβασμό στον δημιουργό και το έργο του και με μεράκι. Νομίζω ότι είναι πολύ σημαντική η οικοδόμηση μιας γόνιμης και φιλικής σχέσης μεταξύ συγγραφέα και εκδότη.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές διάστημα;

Έγινε ήδη στις 08.05.2022 μια πολύ επιτυχημένη παρουσίαση του βιβλίου στην Αθήνα. Θα φιλοξενηθεί το βιβλίο προσεχώς στην Έκθεση Βιβλίου στο Πασαλιμάνι στον Πειραιά, στο περίπτερο της Εταιρείας Γραμμάτων και Τεχνών Πειραιά, στην οποία είμαι μέλος. Στο μέλλον ενδέχεται να προγραμματιστεί κάποια έτερη παρουσίαση ή να φιλοξενηθεί το βιβλίο και σε άλλες πολιτιστικές εκθέσεις ή φεστιβάλ. Αλλά για αυτά θα μιλήσουμε όταν έχουμε κάτι πιο σίγουρο και πιο επίσημο.

Επόμενα συγγραφικά βήματα κάνετε ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;

Η ενασχόληση με την ποίηση δε σταματά ποτέ. Προσωπικά όταν εξοικονομώ χρόνο σε πρώτο επίπεδο διαβάζω και σε δεύτερο γράφω, αν υπάρχουν και τα κατάλληλα πνευματικά ερείσματα, αλλά για δημοσίευση είναι κάπως νωρίς δεδομένου ότι «Το όνομα του έρωτα» κυκλοφόρησε πριν ένα μήνα περίπου.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Δεν είμαι και πολύ αισιόδοξος για το μέλλον με αυτά που βλέπω και ακούω και είναι πολλές οι ευχές που μου έρχονται στο μυαλό ίσως επειδή δεν έχουμε κατακτήσει πολλά απ’ αυτά που ευχόμαστε. Πάντα εύχομαι, έστω και ελάχιστα, να βελτιωθεί η ζωή όλων των ανθρώπων του μόχθου. Να αλλάξει προς το καλύτερο η ζωή όλων των λαών της γης.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα ακόμα ποίημα από το βιβλίο σας.

Σπίθες παρηγοριάς

Τα χείλη σου σαν φιλήσω 
μεμιάς θα αποστρέψω το βλέμμα 
να δακρύσω. 
Θα ’ναι το δάκρυ γλυκό 
του κουταλιού – ανταπόδοση του φιλιού.

Τα χείλη σου σαν φιλήσω 
θα προσπαθήσω μάταια να συγκρατήσω 
λυγμούς χαράς, ευτυχίας γλυκιάς 
σε βαζάκι μικρό 
που μεγάλο θα φαίνεται.

Τα χείλη σου σαν φιλήσω 
ευθύς τα γόνατά σου θ’ ακουμπήσω 
προσπέφτοντας εκεί μ’ ευγνωμοσύνη 
να παρηγορήσω 
καημό ερωτικό.

Τα χείλη σου σαν φιλήσω 
σπίθες παρηγοριάς ειλημμένες πια 
θ’ αναφωνήσω 
γυρεύοντας μέσα στη λάμψη τους 
νότες μελαγχολικές κι αγαπημένες.

Κύριε Μπαλτά, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στην προσωπική σας ζωή, αλλά και τη συγγραφική.

Σας ευχαριστώ πάρα πολύ, κυρία Πετρίδου. Να είστε καλά και πάντα να υπηρετείτε με μεράκι και αφοσίωση, όπως μέχρι τώρα, αυτό που κάνετε. Κάθε καλό!

Bιογραφικό: 

Ο Δημήτρης Μπαλτάς γεννήθηκε στην Αθήνα το 1999. Σπούδασε κλασική φιλολογία στο ΕΚΠΑ απ’ όπου αποφοίτησε το 2021 με βαθμό «Άριστα». Είναι μεταπτυχιακός φοιτητής στο ΕΚΠΑ. Ποιήματά του έχουν διακριθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς και έχουν φιλοξενηθεί σε ποιητικές ανθολογίες. Έχει εκδώσει τρεις ποιητικές συλλογές: «Η Αρχή» (εκδ. Οσελότος, 2019), «Μελωδίες λήθης» (εκδ. Αποστακτήριο, 2021), «Το όνομα του έρωτα» (εκδ. Αποστακτήριο, 2022).