Εφη Καραμπά: "Η λογοτεχνία είναι ένα φαναράκι αναμμένο μέσα στο πηγάδι του εαυτού μας"


Η συγγραφέας Έφη Καραμπά φιλοξενείται σήμερα στις Τέχνες με αφορμή το βιβλίο της με τίτλο «ΞΙΠΑΣΜΕΝΕΣ ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΣ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ελκυστής».
Πάμε να τη γνωρίσουμε καλύτερα...

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Καραμπά, τι ήταν αυτό που σας ώθησε να εκφραστείτε μέσω της συγγραφής;

Τι είναι αυτό που ωθεί έναν ζωγράφο να ζωγραφίσει, έναν τραγουδιστή να ερμηνεύσει ένα τραγούδι ή ένα ηθοποιό να ανέβει στην σκηνή και να ερμηνεύσει έναν ρόλο; Είναι το ίδιο πράγμα που ωθεί ένα συγγραφέα να πάρει μια κόλλα χαρτί και να γράψει αυτά που έχει μέσα του. Η συγγραφή είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζομαι με μεγαλύτερη ευκολία και ακρίβεια. Κατά συνέπεια μου χαρίζει ευχαρίστηση και με βοηθάει να επικοινωνήσω καλύτερα με τους ανθρώπους γύρω μου.

Πώς θα συστήνατε η ίδια τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Ως μια γυναίκα, που αρνείται να παραιτηθεί από τα όνειρά της.

Οι πολύ αξιόλογες σπουδές σας στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Κ.Β.Θ.Ε. και στο τμήμα Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού του Ε.Α.Π., αλλά και η σημερινή επαγγελματική σας ενασχόληση ως σεναριογράφος σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές έχουν επηρεάσει, θεωρείτε, τον τρόπο σκέψης και γραφής σας;

Προφανώς ναι. Οτιδήποτε με το οποίο καταγινόμαστε στην ζωή μας αναπόφευκτα μας επηρεάζει. Αποφάσισα να σπουδάσω Ιστορία διότι πιστεύω ακράδαντα ότι η γνώση του παρελθόντος μας βοηθάει να ερμηνεύσουμε το παρόν και ίσως να προβλέψουμε το μέλλον. Η γνώση της ιστορίας μας είναι ένα όπλο στα χέρια μας, που αν χρησιμοποιηθεί σωστά μπορούμε να αποφύγουμε πολλά λάθη. Επιπλέον, βρίσκω συναρπαστική την περιήγηση στο παρελθόν που σου προσφέρει η σπουδή στην Ιστορία. Όταν μελετάω μια συγκεκριμένη εποχή νοητά μεταφέρομαι σε αυτήν, δημιουργώ εικόνες, ζωντανεύω ανθρώπους και τελικά καταλήγω να δημιουργώ ήρωες και να πλέκω καινούργιες ιστορίες. Σκοπεύω μάλιστα σε κάποιο από τα επόμενα βιβλία μου να χρησιμοποιήσω κάποιες από τις γνώσεις που απέκτησα σε αυτόν τον τομέα. Όσον αφορά στις σπουδές μου στο Θέατρο αλλά και στην ενασχόλησή μου με την συγγραφή σεναρίων, θα σας έλεγα ότι, παρόλο που ίσως οι ιστορίες μου να έχουν μια μεγαλύτερη θεατρικότητα, σε γενικές γραμμές είναι δύο αντικρουόμενα είδη. Συνήθως δηλαδή οι συγγραφείς πεζού λόγου δεν γράφουν σενάρια και οι σεναριογράφοι δεν μπορούν να γράψουν πεζό λόγο. Άρα μάλλον με δυσκολεύει μερικές φορές. Δεν παύει όμως να είναι πάντα μια ευπρόσδεκτη πρόκληση για μένα.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Τα πάντα. Ένα τυχαίο περιστατικό στον δρόμο, ένα νεύμα, μια λέξη των παιδιών μου. Μικρά αλλά και μεγάλα γεγονότα της καθημερινής ζωής έρχονται και «καρφιτσώνονται» μόνα τους στο μυαλό μου και πλάθουν μια ιστορία. Συνήθως το βράδι, όταν βάλω τα μικρά μου για ύπνο η ιστορία αυτή «κατεβαίνει» στα δάχτυλά μου και αποτυπώνεται στο χαρτί.

Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας στις μέρες μας; Τι έχει να προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο;

Τα οφέλη της λογοτεχνίας ανά τους αιώνες υπήρξαν πολλά και ανεκτίμητα. Οξύνει την ευφυία, αυξάνει την ενσυναίσθηση, μειώνει το άγχος, αλλάζει γενικότερα τον εγκέφαλο. Μιλώντας τώρα πιο συγκεκριμένα για τον σύγχρονο άνθρωπο θα έλεγα ότι αυτό που του προσφέρει επιπλέον είναι ανακούφιση. Συχνά, όταν δημοσιεύω μια χιουμοριστική ιστορία, οι αναγνώστες μου μου λένε ότι χρειάζονταν ένα αβίαστο, χειμαρρώδες γέλιο για να αισθανθούν καλύτερα και να ανταπεξέλθουν σε δύσκολες καταστάσεις που βιώνουν καθημερινά. Και με ευχαριστούν γι’ αυτό. Οι άνθρωποι γύρω μας περνούν δύσκολα. Η λογοτεχνία μπορεί να προσφέρει απόδραση από την καθημερινότητα ή μπορεί να κάνει κατά μέτωπο επίθεση σ’ αυτήν. Να δώσει αξία στα μικρά και τα ασήμαντα, να χρωματίσει πλευρές του αναγνώστη που ούτε και ο ίδιος δεν γνώριζε ότι τις διαθέτει. Αυτό ανακουφίζει τον αναγνώστη και του δίνει καινούργιες δυνάμεις. Όποιος ταξιδεύει με τα βιβλία νιώθει την ζωή του πιο πλήρη, με περισσότερο νόημα. Θα μπορούσα να μιλάω ώρες για τα οφέλη της λογοτεχνίας σταματώ όμως λέγοντας ότι η λογοτεχνία είναι ένα φαναράκι αναμμένο μέσα στο πηγάδι του εαυτού μας. Όσο το κρατάμε αναμμένο τόσο πιο ευτυχισμένοι και σοφοί γινόμαστε.


Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι με την ολοένα και αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου διαβάζουν βιβλία στις μέρες μας;

Ναι, πιστεύω ότι οι άνθρωποι που αγαπούσαν το διάβασμα, συνεχίζουν να το αγαπούν. Ένας άνθρωπος που αγαπάει την γνώση και το διάβασμα δεν κινδυνεύει να παρασυρθεί από το διαδίκτυο. Ξέρει πια είναι η χρήση του και το εκμεταλλεύεται καταλλήλως.

Ηλεκτρονικό ή έντυπο βιβλίο; Δεδομένου ότι έχετε δοκιμαστεί και στα δυο είδη, ποιο προτιμάτε περισσότερο και ποιο πιστεύετε ότι έχει μεγαλύτερη απήχηση στους αναγνώστες;

Η απάντησή μου είναι ΒΙΒΛΙΟ. Σε όποια μορφή. Στόχος είναι να μην πάψουμε να διαβάζουμε. Τώρα αν διαβάζουμε πάνω στο χαρτί ή πάνω σε ένα τάμπλετ μου είναι αδιάφορο. Είναι γεγονός βέβαια ότι η ηλεκτρονική έκδοση έχει το προτέρημα της ταχύτητας. Δεν χρειάζεται να περιμένεις τον βιβλιοπώλη να σου φέρει το βιβλίο που παρήγγειλες. Πατάς ένα κουμπί και το διαβάζεις. Αυτός είναι και ο λόγος που οι άνθρωποι – μια μεγάλη πλειοψηφία- δεν αγοράζουν πια εφημερίδες αλλά ενημερώνονται από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Είναι θέμα τεχνολογικής εξέλιξης. Κατά την γνώμη μου δεν επηρεάζει την αναγνωστική εμπειρία κάποιου.

Η κρίση αναμφίβολα έχει επηρεάσει σημαντικά την τέχνη και φυσικά τη λογοτεχνία. Μπορεί σήμερα ένας συγγραφέας να βιοποριστεί αποκλειστικά από τα έργα του;

Η πλειοψηφία των συγγραφέων εξασφαλίζουν τα προς το ζην από άλλους πόρους και όχι από τα βιβλία τους. Το ποσοστό που παίρνει ως αμοιβή ο συγγραφέας από τις πωλήσεις των βιβλίων του είναι τόσο χαμηλό που θα πρέπει να πουλήσει έναν πολύ μεγάλο αριθμό βιβλίων για να καταφέρει να πάρει ένα αξιοπρεπές ποσό. Για να το πετύχει αυτό τις περισσότερες φορές έχει ήδη ξοδέψει ένα σημαντικό ποσό για να το διαφημίσει, οπότε καταλήγει στον ίδιο παρονομαστή. Εκτός και αν το βιβλίο του τραβήξει το ενδιαφέρον κάποιου τηλεοπτικού παράγοντα. Η μεταφορά ενός βιβλίου στην τηλεόραση σίγουρα αποδίδει πολύ περισσότερα στον δημιουργό.

Γιατί επιλέγετε να εκφράζεστε μέσω του μικροδιηγήματος; Τι σας συναρπάζει σ’ αυτό;

Καταρχήν να διευκρινίσουμε ότι ο σωστός όρος που χαρακτηρίζει αυτού του είδους τα κείμενα είναι το χρονογράφημα και όχι το μικροδιήγημα. Το χρονογράφημα είναι ένα είδος που χρονολογείται από τον 19ο αιώνα. Στην Ελλάδα το είδος εισήγαγε ο δημοσιογράφος Κωνσταντίνος Πώπ το 1848, ο οποίος δημοσίευσε για πρώτη φορά τα κείμενα του στο περιοδικό «Ευτέρπη» με το ψευδώνυμο «Γοργίας». Πρόκειται για μικρές σε μέγεθος ιστορίες, εμπνευσμένες από την καθημερινότητα και την επικαιρότητα, που δημοσιεύονταν σε εφημερίδες και περιοδικά. Σχεδόν το σύνολο των Ελλήνων λογοτεχνών ασχολήθηκε με το είδος, κυρίως για βιοποριστικούς λόγους. Ενδεικτικά αναφέρω τους: Εμμανουήλ Ροίδη, Γρηγόριο Ξενόπουλο, Δημήτρη Ψαθά, Ασημάκη Γιαλαμά και φυσικά τον Νίκο Τσιφόρο και την Ελένη Βλάχου. Όπως λοιπόν οι συγγραφείς αυτοί δημοσίευαν τα κείμενα τους στις εφημερίδες τις εποχής τους, εγώ τα δημοσιεύω στην σελίδα μου στο Facebook, που είναι το σύγχρονο μέσω επικοινωνίας και ενημέρωσης.

Όσο για το τί με συναρπάζει σε αυτό; Το γεγονός ότι μέσα σε μόλις δύο ή τρεις σελίδες πρέπει να καταφέρω να στήσω μια ολόκληρη ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Να καταφέρω να συνεπάρω τον αναγνώστη και να τον μεταφέρω μέσα στο σκηνικό της ιστορίας μου και όταν μετά από μόλις πέντε – δέκα λεπτά διαβάσματος αυτός (ο αναγνώστης) φτάσει στο τέλος της ιστορίας, να νιώσει την ίδια ευχαρίστηση σαν να διάβασε ένα ολόκληρο μυθιστόρημα.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Όχι δεν έχω πρότυπα. Αγαπώ έργα και συγγραφείς από πολλά και διαφορετικά είδη. Απολαμβάνω να διαβάζω Ισίδωρο Ζουργό. Λάτρεψα την Αηδονόπιτα και την Ανεμώλια. Την επόμενη στιγμή όμως μπορεί να διαβάζω Αύγουστο Κορτώ και μετά Καζαντζάκη και μετά το Εκεί που τραγουδάνε οι καραβίδες της Οουενς Ντέλια. Μου αρέσει να διαβάζω στην κυριολεξία τα πάντα. Τώρα στα κείμενα μου νομίζω ότι το μόνο που ίσως μπορεί κανείς να διακρίνει είναι ο θαυμασμός μου στην αμεσότητα του λόγου, την θεατρικότητα και το αβίαστο χιούμορ του Παύλου Μάτεσι. Θεωρώ ότι το Πάντα καλά και η Μητέρα του Σκύλου είναι δύο αριστουργήματα που δεν μπορούν να αφήσουν κανέναν ασυγκίνητο.


Πρόσφατα κυκλοφόρησε η συλλογή διηγημάτων σας με τίτλο «ΞΙΠΑΣΜΕΝΕΣ ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΣ», που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ελκυστής». Πρόκειται, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του βιβλίου σας, για «ξεκαρδιστικές –και όχι μόνο– ιστορίες ‘τσέπης’, αρκετές από τις οποίες έχουν κατά καιρούς δημοσιευθεί για σύντομο χρονικό διάστημα στη σελίδα στο Facebook με το όνομα ‘Ξιπασμένες Νοικοκυρές’». Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό τους.

Όπως προανέφερα είναι μια συλλογή χρονογραφημάτων που γράφτηκαν τα τελευταία δυο χρόνια. Δημιούργησα μια παρέα ηρώων, η νοικοκυρά με τον σύζυγο και τα δυο της παιδιά,, η ελαφρόμυαλη φίλη της Ρίτα, η σοφή θεία Νίτσα και αρκετοί άλλοι που πρωταγωνιστούν σε ιστορίες καθημερινής τρέλας ή μας μεταφέρουν σε άλλες εποχές, μας κάνουν να γελάμε, να συγκινούμαστε, να προβληματιζόμαστε, να βλέπουμε την ζωή με άλλο μάτι. Το ενδιαφέρον είναι ότι επειδή ακριβώς κάποιες από αυτές τις ιστορίες έχουν δημοσιευθεί στο FACEBOOK, οι αναγνώστες έχουν ταυτιστεί ο καθένας και με έναν ήρωα και συχνά μου ζητούν να τους γράψω κάτι γι’ αυτόν. Έτσι έχει αναπτυχθεί μια σχέση με το κοινό, η οποία διαρκώς αναπτύσσεται, μεταλλάσσετε και τελικά μου δίνει τροφή και νέα έμπνευση.

Υπάρχει κάποια ιστορία στο βιβλίο σας, της οποίας πρωταγωνιστής υπήρξατε πραγματικά εσείς η ίδια;

Στις περισσότερες ιστορίες υπάρχει ένα αληθινό στοιχείο – που συχνά με έχει εμπνεύσει κιόλας να γράψω την συγκεκριμένη ιστορία- αλλά στο σύνολό τους είναι προϊόντα μυθοπλασίας.

Γράφετε αποκλειστικά σε πρώτο πρόσωπο δίνοντας με αυτό τον τρόπο στον αναγνώστη την εντύπωση ότι το βιβλίο σας αποτελεί ένα είδος προσωπικού ημερολογίου, του οποίου η κάθε θεματική του αποτελεί με τη σειρά της και μια ξεχωριστή εμπειρία ζωής. Δεδομένου ότι και το ύφος της γραφής σας είναι προσαρμοσμένο κατάλληλα, ώστε να αποτελεί ένα ευχάριστο λαϊκό ανάγνωσμα για εκείνον που θα το επιλέξει για να τον συντροφεύσει τις στιγμές της χαλάρωσής του, τελικά, πείτε μας εσείς ως δημιουργός αυτού του βιβλίου, πώς θα το χαρακτηρίζατε συνολικά; Θεωρείτε εκ του αποτελέσματος και από τις μέχρι τώρα κριτικές που έχετε λάβει από τους αναγνώστες σας, ότι καταφέρατε να τους παρουσιάσετε αυτό που είχατε στο νου σας ως αρχική ιδέα;

Καταρχήν χαίρομαι που το χαρακτηρίζεται λαϊκό ανάγνωσμα. Σας ευχαριστώ για το κομπλιμέντο σας μιας που στόχο μου είναι να αγγίξω τις καρδιές των ανθρώπων και όχι να τις βασανίσω. Ο λόγος μου είναι προφορικός, αβίαστος και άρα αυθεντικός και αυτό από μόνο του για μένα είναι μια επιτυχία. Αν κρίνω δε από τα μηνύματα των αναγνωστών ο στόχος μου έχει επιτευχθεί πέρα από κάθε προσδοκία. Υπάρχουν άνθρωποι που διαβάζουν τις ιστορίες μου τις ατελείωτες ώρες της χημιοθεραπείας τους γιατί τους βοηθάνε να κρατήσουν την αισιοδοξία τους σε αυτές τις τόσο δύσκολες στιγμές για εκείνους. Άλλοι κρατούν το βιβλίο μου στο κομοδίνο τους και το χρησιμοποιούν σε στιγμές άγχους ως φυσικό αγχολυτικό. Μια δασκάλα μου έγραψε ότι διάβασε την ιστορία μου με τίτλο «Με μέλι και κανέλα» στους μαθητές της, ως αφορμή για να συζητήσουν το μεγάλο θέμα των διατροφικών διαταραχών που ταλανίζει την νέα γενιά. Ναι, είμαι υπερήφανη συγγραφέας λαϊκών αναγνωσμάτων που γλυκαίνουν τις ψυχές των ανθρώπων και τους κάνουν να χαμογελάσουν ξανά δίχως να το καταλάβουν ακόμη και οι ίδιοι.

Οι περισσότερες ιστορίες του βιβλίου σας έχουν παρουσιαστεί αρχικά στη σελίδα που διατηρείτε ηλεκτρονικά στο Facebook με το όνομα ‘Ξιπασμένες Νοικοκυρές’». Γιατί επιλέξατε αυτή τη σειρά παρουσίασής τους στο αναγνωστικό κοινό; Ποιος ο λόγος της προδημοσίευσής τους;

Πρώτα γεννήθηκε η ιδέα για την δημιουργία της σελίδας στο FACEBOOK. Ήταν θυμάμαι μέσα στην περίοδο της καραντίνας του κορωνοϊού και η ανάγκη μου για επικοινωνία με τον έξω κόσμο με οδήγησε να ανοίξω την σελίδα και να δημοσιεύσω τα πρώτα μου κείμενα. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν πολύ καλή και σύντομα οι ίδιοι οι αναγνώστες με προέτρεψαν να συγκεντρώσω όλα μου τα κείμενα και να τα εκδώσω σε ένα βιβλίο. Έτσι ακολούθησε το βιβλίο.

Πού ακριβώς στοχεύετε ως συγγραφέας μέσω του βιβλίου σας αυτού; Καθαρά και μόνο στην ψυχαγωγία του αναγνώστη, στον προβληματισμό του ή και σε κάτι άλλο;

Για να είμαι ειλικρινής δεν στοχεύω σε τίποτε. Απλά καταθέτω ένα κομμάτι από την αλήθεια μου. Λατρεύω να ζωντανεύω ήρωες μέσα από μια ξερή κόλλα χαρτί, να τους βάζω να ζουν ιστορίες, να ξεδιπλώνουν συναισθήματα και σκέψεις, να θέτουν ερωτήματα ή να δίνουν απαντήσεις για μικρά ή για μεγάλα θέματα. Σε κάποιους οι ιστορίες μου μπορεί να φαίνονται απλοϊκές, κάποιοι άλλοι μπορεί να βλέπουν περισσότερα πράγματα μέσα σε αυτές. Έτσι κι αλλιώς ο καθένας μας όταν διαβάζει ένα βιβλίο παίρνει αυτό που χρειάζεται και αυτό που του επιτρέπουν οι δυνατότητές του. Δεν θα σας κρύψω βέβαια ότι η χαρά μου είναι μεγάλη όταν μου λένε ότι οι ιστορίες μου κάνουν κάποιους ανθρώπους να νιώσουν την ψυχή τους λίγο πιο ελαφριά.

Μιλήστε μας για το εκδοτικό σπίτι. Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Ελκυστής»;

Όπως γνωρίζεται είναι η πρώτη μου φορά που συνεργάζομαι με έναν εκδοτικό οίκο οπότε δεν έχω την εμπειρία να κρίνω. Από την μέχρι τώρα συνεργασία μας θα έλεγα ότι είμαι αρκετά ευχαριστημένη.

Έχετε σκεφτεί το ενδεχόμενο να μεταφραστεί το βιβλίο σας σε κάποια άλλη γλώσσα, την αγγλική ίσως; Θα σας ενδιέφερε κάτι τέτοιο;

Πιστεύω ότι τα θέματα που πραγματεύονται οι ιστορίες μου αφορούν τους ανθρώπους και δη τις γυναίκες στις χώρες όλου του δυτικού κόσμου. Οπότε ναι, γιατί όχι;

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Είναι τόσα τα θλιβερά γεγονότα γύρω μας τον τελευταίο καιρό που πραγματικά δεν ξέρω ποια ευχή θα μπορούσε να βοηθήσει λίγο τον κόσμο. Σίγουρα όχι άλλη βία, όχι άλλες γυναικοκτονίες, όχι άλλη ασχήμια.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

- «Σιγά ρε παιδί μου. Για ένα ποτάκι θα πάμε! Τι έκανες όλη μέρα πια και είσαι τόσο κομμάτια;»

- «Έκανα γενική παιδί μου σου λέω. Δεν πάω πουθενά», δηλώνω κατηγορηματικά εγώ.

- «Σιγά μωρέ και τι κάνεις όλη μέρα και μονίμως είσαι κουρασμένη όταν σου λέω να βγούμε;» πετάει απερίσκεπτα αυτός. Παύση ‒ μακρυά, δραματική. Και βλέμμα άδειο, σαν ταινία του Αγγελόπουλου. Δεν το πιστεύω αυτό που ακούω. Τι είπε ο ποιητής; Αναρωτιέμαι.

- «Από το πρωί έχω κατεβάσει τις κουρτίνες, τις έχω πλύνει, τις έχω σιδερώσει και τις έχω ξανακρεμάσει», ξεκινώ να απαριθμώ εγώ.

- «Έπλυνες τις κουρτίνες; Γιατί; Τι είχαν; Μια χαρά ήταν», μου λέει με απορία.

- «Ναι βρε. Μια χαρά ήταν μόνο που βρέθηκαν κάτι απολιθωμένα περιττώματα τυραννόσαυρου επάνω και ήρθαν κάτι παλαιοντολόγοι και τα πήραν και είπα να τις πλύνω γιατί τις έπιασαν!»

- «Βλακείες. Μόνη σου παιδεύεσαι», συνεχίζει σε απαξιωτικό τόνο.

- «Καθάρισα και όλα τα ντουλάπια της κουζίνα μέσα-έξω», προσθέτω.

- «Τα ντουλάπια; Καλά εσύ δεν έχεις δουλειά όλη μέρα και βάζεις-βγάζεις τους πελτέδες στο ντουλάπι;» Το τερματίζει και αρχίζω να βιδώνω την λάμπα πια.

- «Καθάρισα και την αποθήκη, που την είχες κάνει χωματερή Λιοσίων με όλες τις αηδίες που μάζευες!»

- «Σου έχω πει ότι την αποθήκη την καθαρίζω μόνο εγώ. Γιατί μπήκες; Θα μου χαλάσεις τα πράγματα.»

- «Γιατί είχες να την καθαρίσεις από το 2006! Νυχτερίδες κι αράχνες είχε μέσα!»

- «Δεν πιστεύω να μου πέταξες τίποτε;» ρωτάει με γουρλωμένα μάτια.

- «Δέκα μεγάλες σακούλες σκουπιδιών!!!» Χαμογελάω εγώ χαιρέκακα.

- «Είσαι τρελήηηηηη;;; Τι πέταξες;»

- «Καταρχήν καμία σαρανταριά άδεια μπουκάλια από λάδια αυτοκινήτου.»

- «Δεν ήταν άδεια. Είχαν λίγο μέσα.»

- «Αυτό που είχαν δεν έφτανε να αλλάξεις λάδια ούτε σε βέσπα.»

- «Τι άλλο;»

- «Καμία δεκαριά άδεια κουτιά από εξαρτήματα για τον υπολογιστή, μια κούτα περιοδικά για αυτοκίνητα, πέντε σάπιες μπάλες του μπάσκετ και μια περικεφαλαία, μια χλαμύδα και ένα δόρυ ‒ νόμιζα ότι βρήκα τον τάφο του Μεγάλου Αλεξάνδρου αλλά μετά θυμήθηκα που είχες ντυθεί αρχαίος Έλληνας στα καρναβάλια όταν ήσουν δεκαπέντε χρονών!»

- «Πέταξες την περικεφαλαία;;;!!!» Μου λέει και τον βλέπω να αρχίζει να χλομιάζει ‒λέω αυτό ήταν θα μείνω χήρα τώρα‒ «Ήταν ανεκτίμητης αξίας!!!»

- «Όοοοοοχι δεν την πέταξα! Κάλεσα την αρχαιολογική υπηρεσία και την πήρε. Θα την βάλουν δίπλα σε αυτήν του Μιλτιάδη να έρχονται να την χαιρετάνε οι Αμερικανοί πεζοναύτες» ‒δεν το κλείνω το βρομόστομα μου κι εγώ‒.

- «Αυτό που έκανες δεν θα στο συγχωρήσω ποτέ!!!» μου λέει και κλείνεται στο γραφείο του.

Έχουμε μείνει κόκαλο το Ριτάκι κι εγώ και κοιτιόμαστε.

- «Πάντως φιλενάδα με τόσο κόσμο που είχες σήμερα εδώ, σε θαυμάζω που πρόλαβες και έκανες τόσες δουλειές», μου λέει το Ριτάκι.

- «Τι λες μαρή κι εσύ;»

- «Ε πώς παλαιοντολόγοι, αρχαιολόγοι, χαμός γινόταν εδώ!». Όλοι θερίζουνε η Γιαννούλα ασπρίζει.

Ανοίγω μια μπίρα και αράζω στην βεράντα. ΟΧΙ ΠΟΥ ΘΑ ΜΟΥ ΠΕΙ «ΚΑΙ ΤΙ ΚΑΝΕΙΣ ΟΛΗ ΜΕΡΑ;»

Κυρία Καραμπά, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία στο συγγραφικό σας έργο.

Εγώ σας ευχαριστώ θερμά για την πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα.


Βιογραφικό:

Η Ευθυμία Καραμπά γεννήθηκε το 1974 στη Θεσσαλονίκη και σπούδασε στην Ανώτερη Σχολή Δραματικής Τέχνης του Κ.Β.Θ.Ε. και στο τμήμα Ιστορίας του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού του Ε.Α.Π. Εργάστηκε για σχεδόν δεκαπέντε χρόνια ως Ιπτάμενη Συνοδός, Προϊσταμένη καμπίνας και Εκπαιδεύτρια Ιπτάμενων Συνοδών στην Aegean airlines. Σήμερα εργάζεται ως σεναριογράφος σε διάφορες τηλεοπτικές σειρές. Διατηρεί τη Σελίδα ΞΙΠΑΣΜΕΝΕΣ ΝΟΙΚΟΚΥΡΕΣ στο Facebook. Είναι μαμά δύο υπέροχων δίδυμων αγοριών και ζει ανάμεσα σε Αθήνα – Ντουμπάι – Καβάλα.