Βάσω Βεκρή: "Το βιβλίο είναι ένα παράθυρο στον κόσμο"


Η συγγραφέας Βάσω Βεκρή θεωρεί τον εαυτό της πλάσμα καλλιτεχνικό. Κι αν λάβουμε υπόψη όλα αυτά με τα οποία καταπιάνεται, οπωσδήποτε θα συμφωνήσουμε μαζί της. Πριν λίγους μήνες κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα που φέρει τον τίτλο «ΠΑΡΟΔΟΣ» από τις εκδόσεις «Βακχικόν». Σήμερα φιλοξενείται στις Τέχνες με σκοπό να τη γνωρίσουμε καλύτερα.

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Βεκρή, πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό;

Μεγάλωσα στην Αθήνα. Θεωρώ τον εαυτό μου πλάσμα καλλιτεχνικό, η έκφραση μέσω της τέχνης είναι για μένα κάτι πολύ σημαντικό. Οι σπουδές και το επάγγελμά μου αφορούν τον άνθρωπο. Σπούδασα ιατρική και ειδικεύτηκα στην ακτινοδιαγνωστική. Σήμερα εργάζομαι ως ακτινολόγος στον ιδιωτικό τομέα. Έχω δύο κόρες. Τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια ασχολούμαι πιο συστηματικά με την Τέχνη: γράψιμο, μουσική, χορός, μαθήματα δημιουργικής γραφής, μαθήματα υποκριτικής και συμμετοχή σε ερασιτεχνικές θεατρικές ομάδες. Το 2020 εν μέσω πανδημίας ολοκλήρωσα το πρώτο μου μυθιστόρημα «Πάροδος».

Γιατί γράφετε; Θεωρείτε ότι η συγγραφή απελευθερώνει τον εσωτερικό σας κόσμο; Εσείς νιώσατε αυτού του είδους την απελευθέρωση όταν ολοκληρώσατε το πρώτο σας συγγραφικό έργο;

Ναι. Οπωσδήποτε θεωρώ τη γραφή απελευθερωτική. Εξωτερικεύει έναν κόσμο που δεν μπορεί να εκφραστεί μέσω της καθημερινής ζωής. Επομένως μπορούμε να πούμε ότι λειτουργεί λυτρωτικά και θεραπευτικά. Η συγγραφή της «Παρόδου» κράτησε περίπου τρία χρόνια. Η προεργασία της, με τη μορφή της συγκέντρωσης του υλικού της, πολύ περισσότερο. Το γράψιμό της μου δημιούργησε βαθιά ικανοποίηση. Καθόλη τη διάρκεια αποτέλεσε για μένα πολύ ιδιαίτερη συντροφιά. Όταν ολοκληρώθηκε αντιλήφθηκα και πόσο σπουδαίο παράγοντα ισορροπίας αποτέλεσε για τη ζωή μου. Και φυσικά κατάλαβα το πόσο μετατοπίστηκα κατά τη διάρκεια της συγγραφής της.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας συγγραφέας και ποιο το αγαπημένο σας βιβλίο;

Είναι δύσκολο ή και αδύνατο να αναφέρω ένα και μόνο συγγραφέα ή βιβλίο ως αγαπημένα. Έχει να κάνει και με την φάση της ζωής μου στην οποία βρίσκομαι.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Ένα τραγούδι, μια μελωδία, ένα περιστατικό της καθημερινής ζωής, ένα γεγονός από τις ειδήσεις, ένα συναίσθημα που βιώνω πολύ δυνατά, μια εικόνα, μια ταινία, ένα άλλο λογοτεχνικό έργο. Κάποιες φορές δημιουργείται χωρίς εμφανή εξήγηση ένα αίσθημα βαθιάς ανάγκης δημιουργίας, κάτι που ομοιάζει πολύ με το ερωτικό συναίσθημα.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Γενικά προσπαθώ να μην μιμούμαι. Επιρροές έχουμε βέβαια όλοι. Θα αναφέρω ότι κατά το μεγαλύτερο μέρος της συγγραφής του βιβλίου μου διάβαζα συχνά αποσπάσματα από το Ουρλιαχτό του Άλεν Γκίνσμπεργκ. Επίσης αν έπρεπε να διαλέξω ως πρότυπο γραφής θα επέλεγα ένα μυθιστόρημα όπως η «Χαμένη Άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα: πολυπρόσωπη αφήγηση, παράλληλες ιστορίες, σύνθετος καμβάς με αρκετούς χαρακτήρες αναλυόμενους σε ποικίλο βάθος, ταυτόχρονη περιγραφή εξωτερικών γεγονότων του παρόντος με αναμνήσεις και την ανάμιξη αυτών των στοιχείων σε μια σκηνή, πράγμα που το συναντάμε συχνά σε αυτόν τον συγγραφέα, πολιτική επικαιρότητα και όλο το σύμπαν του μυθιστορήματος συμπυκνωμένο σε ένα σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα.


Ποιος θεωρείτε ότι είναι ο σκοπός της λογοτεχνίας στις μέρες μας; Τι έχει να προσφέρει στον άνθρωπο;

Σίγουρα η λογοτεχνία είναι μια διέξοδος. Μια απόδραση από την καθημερινότητα, τα προβλήματα αλλά και την ανία που μπορεί αυτή να δημιουργεί. Ένα παράθυρο στον κόσμο αλλά και εργαλείο ενδοσκόπησης. Ένα βοήθημα με το οποίο μπορείς να εξετάζεις και άλλες οπτικές. Το τελευταίο το θεωρώ πολύ χρήσιμο στη ζωή. Επίσης η λογοτεχνία είναι και μια μορφή ψυχαγωγίας και αυτό οφείλουμε να μην το ξεχνάμε. Δεν πιστεύω πως πρέπει να πιέζουμε τον εαυτό μας να διαβάζουμε αναγνώσματα που θεωρούμε βαρετά. Η λογοτεχνία πρέπει να έχει γοητεία. Να σε τραβάει. Να μην είναι ψυχαναγκασμός.

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι με την ολοένα και αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου διαβάζουν βιβλία στις μέρες μας;

Το βιβλίο είναι ένα παράθυρο στον κόσμο. Όπως είναι και το διαδίκτυο, το οποίο όμως είναι και πολύ πιο εύληπτο συνήθως. Η λογοτεχνία απαιτεί πολύ μεγαλύτερη συγκέντρωση, εξοικείωση και χρόνο, πράγματα κάπως δυσεύρετα στους σημερινούς ρυθμούς ζωής. Τα τελευταία χρόνια έχω παρατηρήσει πως και εγώ διαβάζω λιγότερο. Βέβαια, θα πρέπει να πω ότι πολλές πηγές μου για την «Πάροδο», προήλθαν από το διαδίκτυο: κείμενα κρατουμένων, ειδήσεις και διάφορα blog αποτέλεσαν για μένα πηγή έμπνευσης αλλά και άντλησης υλικού για το βιβλίο μου.

Μία ακόμα μεγάλη σας αγάπη πέρα από τη συγγραφή είναι και το θέατρο. Επίσης η μουσική και ο χορός. Πώς συνδυάζονται όλες αυτές οι τέχνες μεταξύ τους; Υπερισχύει η μία της άλλης στη δική σας περίπτωση; Αν ναι, ποια κυριαρχεί και γιατί;

Ανάμεσα στα δύο (θέατρο και γραφή) δεν θα έλεγα πως κυριαρχεί για μένα η μία τέχνη έναντι της άλλης. Κατά καιρούς δίνω περισσότερη έμφαση στη μία.

Κατά τη γνώμη μου οι τέχνες είναι συγκοινωνούντα δοχεία. Ρίχνεις νερό στο δοχείο του θεάτρου και διαπιστώνεις πως έχει ανέβει η στάθμη στο δοχείο της γραφής. Πολλές φορές η ανάγκη να γράψω ένα κείμενο πυροδοτήθηκε από τη δουλειά μου στην υποκριτική.

Η μουσική και ο χορός είναι πολύ σημαντικά για την αίσθηση του ρυθμού. Ο ρυθμός είναι το παν στη δημιουργία: στη γραφή, στην τέχνη, στην εργασία, στη ζωή. Μπορεί να προσφέρει διέγερση αλλά και χαλάρωση, μέθη αλλά και εγρήγορση, ανάλογα. Μου αρέσει να «κλέβω» στις χορογραφίες μου τις κινήσεις των ανθρώπων όταν δουλεύουν. Η επαναληψιμότητα τις έχει τελειοποιήσει, τις έχει κάνει σχεδόν τελετουργικές. Υπάρχει μια ιερότητα σε αυτό. Το μωρό για να το ηρεμίσεις θέλει να το λικνίσεις ρυθμικά. Λατρεύω το ρυθμό ως μια καλώς εννοούμενη οργάνωση του χρόνου. Θυμηθείτε: Ο χρόνος μας τρώει. Άρα ας τον χορέψουμε.


Ας μιλήσουμε τώρα για το πρώτο σας βιβλίο, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Βακχικόν» τον Απρίλιο του 2022 και φέρει τον τίτλο «ΠΑΡΟΔΟΣ». Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα «με αστυνομική πλοκή, με ήρωες ανθρώπινα νησιά, που κινούνται στις παρόδους της ζωής». Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό του.

Η αφήγηση ξεκινάει μια εβδομάδα μετά τη δολοφονία ενός κρατούμενου στη διάρκεια μιας εξόδου του από τη φυλακή. Η σύντροφός του, που είναι ψυχίατρος, αποφασίζει να κάνει ένα ταξίδι με την μηχανή. Αρχίζει να ξανασκέφτεται και να αναλύει τα γεγονότα. Ξαφνικά τα πράγματα αρχίζουν να φωτίζονται διαφορετικά. Αντιλαμβάνεται πόσο ύποπτη ήταν η πρόσληψή της σε ένα πρόγραμμα στις φυλακές και πώς μπορεί να εξυπηρέτησε κάποια ξένα προς αυτήν συμφέροντα. Ανακαλύπτει κάποια στοιχεία φθάνοντας αρκετά κοντά στο τέλος. Παράλληλα εκτυλίσσεται η αφήγηση του Μαύρου, πρώην κρατούμενου και αδερφικού φίλου του δολοφονηθέντος, ο οποίος βρίσκεται για άλλη μια φορά μπλεγμένος στα πόδια μιας συμμορίας του υποκόσμου, ενώ συγχρόνως ένας νεαρός μουσικός και χρήστης βιώνει μια ιστορία ενηλικίωσης. Παρακρατικές ομάδες, διακίνηση ναρκωτικών και παράνομες δοκιμές φαρμάκων σε κρατούμενους συνθέτουν ένα εφιαλτικό σκηνικό δημιουργώντας μια αίσθηση φυλακής στους πρωταγωνιστές.

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για το μυθιστόρημά σας;

Ο ήρωας δολοφονήθηκε σε μια πάροδο, κοντά σε εθνική οδό, λίγο πριν βγει με τη μηχανή του σε μια γέφυρα. Η λέξη πάροδος όμως ως τίτλος του έργου συμβολίζει τον μη κύριο δρόμο (ας πούμε το αντίθετο του mainstream) , το περιθώριο στο οποίο κινούνται οι βασικοί χαρακτήρες.

Μιλάμε, επομένως, για ένα βιβλίο αρκετά ρεαλιστικό, κοινωνικού προβληματισμού που οπωσδήποτε κεντρίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς τον φέρνει σε επαφή με υπαρκτά κοινωνικά ζητήματα της εποχής του που τον αφορούν. Η κοινωνική αδικία, η έννοια της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ηθικής πρωταγωνιστούν στο βιβλίο αυτό και οδηγούν αναπόφευκτα τον αναγνώστη σε μια διαδικασία εσωτερικής αναζήτησης της υπαρξιακής του ταυτότητας. Αυτός ήταν ο σκοπός σας εξαρχής; Να αναζητήσετε την αλήθεια πίσω από αυτό που εκ πρώτης όψεως φαίνεται ως αληθινό ενώ δεν είναι;

Ναι. Πιστεύω ότι για αυτό γράφουμε. Για να έρθουμε πιο κοντά στην προσωπική μας αλήθεια. Την οποία εύκολα χάνουμε μέσα στην φαινομενικότητα των καθημερινών πραγμάτων, μέσα στο θόρυβο και στις φωνές που τείνουν να μας μετατοπίσουν από τους βασικούς μας άξονες. Στο βιβλίο μάλιστα ο ένας ήρωας υποφέρει από ένα είδος επιλεκτικής κώφωσης: χάνει στιγμιαία την ακοή του όταν οι διάφορες φωνές πυκνώνουν γύρω του και προσπαθούν σχεδόν βίαια να τον προσδιορίσουν. Τότε εκείνος τις αντιλαμβάνεται ως ενοχλητικό θόρυβο. Ίσως και η γραφή λοιπόν, προσφέρει ένα είδος ωτοασπίδων βοηθώντας μας να συγκεντρωθούμε στο μέσα μας.

Εσείς πώς θα χαρακτηρίζατε το βιβλίο σας συνοπτικά και γιατί; Αστυνομικό, κοινωνικό, ψυχολογικό ή κάπως αλλιώς;

Εμπεριέχει τα στοιχεία που αναφέρατε. Θα προσέθετα πως λόγω της σκιαγράφησης κάποιων γεγονότων της πολιτικής επικαιρότητας αλλά και των συνεχών αποκαλύψεων και ανατροπών που δημιουργούν ένα αίσθημα αβεβαιότητας και αγωνίας, θα μπορούσαμε να πούμε πως έχει χαρακτηριστικά πολιτικού θρίλερ.


Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμά σας για να ξεκινήσετε τη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου;

Κάποιες σκέψεις πάνω στην προέλευση της εξουσίας και τη διαχείρισή της. Ερωτήματα πάνω στο τι είναι δίκαιο και ηθικό. Κάποια πυροδοτήθηκαν από κείμενα και ιστορίες κυρίως κρατουμένων αλλά και άλλων ανθρώπινων ιστοριών.

Στο βιβλίο σας θα εντοπίσει ο αναγνώστης και στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Αν και τα περισσότερα γεγονότα που περιγράφονται δεν αφορούν στη δική μου ζωή, τα συναισθήματα τα οποία δάνεισα στους χαρακτήρες μου σίγουρα έχουν βιωθεί και από εμένα. Επίσης οι χαρακτήρες έχουν κάποια στοιχεία δικά μου αλλά και ανθρώπων που έχω συναναστραφεί.

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Θα μπορούσε να διαβαστεί και από εφήβους που προβληματίζονται σχετικά με κοινωνικά θέματα, με τις έννοιες των ηθικών νόμων και των ανθρώπινων μέτρων, καθώς και τις διαστάσεις της εκάστοτε εξουσίας.

Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά για την καλύτερη και επιτυχέστερη προώθηση ενός βιβλίου;

Ναι. Θεωρώ πως ένας καλός εκδοτικός οίκος προστατεύει και προωθεί τα «παιδιά του». Παρόλο που ακόμα είναι αρκετά νωρίς, υπάρχουν αρκετές ενθαρρυντικές δημοσιεύσεις στον Τύπο και το διαδίκτυο και ελπίζω σε μια συνέχεια. Θα πρέπει να πω πως ήταν πολύ σημαντική για μένα η αποδοχή από έναν εκδοτικό οίκο (όπως είναι οι εκδόσεις Βακχικόν) του οποίου έχω θαυμάσει πολλές δουλειές. Επίσης, η εξαιρετική επιμέλεια από την κ. Νατάσσα Ντούμα αλλά και η γραφιστική και η αισθητική του εξωφύλλου από τον κ. Στράτο Προύσαλη έδεσαν πολύ όμορφα με το κείμενό μου δίνοντάς μου μεγάλη χαρά.

Επόμενα συγγραφικά σχέδια κάνετε ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;

Ίσως είναι νωρίς ακόμα. Αισθάνομαι πως βρίσκομαι σε διάλειμμα από τη συγγραφή.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Να γίνει ο κόσμος μας ένα πιο φιλόξενο μέρος για όλους. Χωρίς απόκληρους. Χωρίς πείνα. Χωρίς καταπίεση.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

Παραθέτω το παρακάτω απόσπασμα. 

Σελ 129

«Εκείνο το απομεσήμερο η φύση ετοιμαζόταν να ντυθεί το ανοιξιάτικο κοστούμι της. Το χορτάρι λαμπύριζε κάτω από τον ήλιο και η ξερολιθιά είχε στεγνώσει από τα φιλιά του ανέμου. Η Πολίνα ανέβαινε με τον Λεωνίδα τις στροφές πάνω στη μηχανή του.
Μπήκαν στο χωριό του Νικόλα και σταμάτησαν για λίγο στο νεκροταφείο. Εκείνη άφησε λίγα λουλούδια στον τάφο και μετά πήγαν στο μέρος που είχε αφήσει τη μηχανή του Μαύρου.

«Πάμε στο εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη».

Ο Λεωνίδας πήγαινε μπροστά. Όταν έφτασαν και πάρκαραν τις μηχανές, η Πολίνα μπήκε στον ναό κι εκείνος την περίμενε απέξω. Άρχισε να παρατηρεί προσεχτικά τον χώρο. Όλος ο εσωτερικός τοίχος ήταν σκεπασμένος με αγιογραφίες. Τα χρώματα ζωηρά, νωπά και όπως έπεφταν οι χρυσές αχτίδες του ήλιου από το παράθυρο, φώτιζαν τον Άγιο πάνω στο άλογό του την ώρα που σκότωνε τον δράκο. Το πρόσωπό του της θύμιζε τον Νικόλα. Φως φανάρι πως η αγιογράφος - συντηρήτρια είχε βάλει το χεράκι της. Έπρεπε να τη βρει. Πού διάολο είχε χαθεί η Βαγγελιώ;

Κοίταξε πάλι τον έφιππο Γεώργιο με το κοντάρι στο χέρι, περίεργο όμως... Το βλέμμα του φαινόταν καρφωμένο μπροστά, οριζόντια· δεν φαινόταν να κοιτάει την αιχμή του δόρατος ή τον δράκο. Προσπάθησε να ακολουθήσει το βλέμμα του.

Κοιτούσε μπροστά, κατά την είσοδο του Ιερού. Κάτι άλλο έβλεπε την ώρα που σκότωνε το τέρας. Κοίταξε έναν γύρο τους τοίχους του ναού και το περίτεχνο τέμπλο. Η εκκλησία φαινόταν πολύ παλιά. Μορφές ασκητικές, που είχαν κερδίσει την αιώνια μακαριότητα, την κοιτούσαν με άγρυπνα μάτια. Από την ανοιχτή πόρτα τής ήρθε το ντουμάνι.

Ο Λεωνίδας καθισμένος στο πεζουλάκι της αυλής είχε ανάψει έναν μπάφο.

«Λεωνίδα!» έβαλε φωνή. «Έλα να μου πεις κάτι!»

Αυτός μπήκε μέσα με το τρίφυλλο στο χέρι.

«Πες μου, αν ήταν να κρύψεις εδώ μέσα κάτι πολύτιμο,

κάτι πολύ σημαντικό, πού θα το έκρυβες;»

Ο Λεωνίδας έξυσε λίγο το πιγούνι του κοιτάζοντας γύρω γύρω τον ναό, το παγκάρι, τον μικρό άμβωνα, έφερε μια βόλτα όλους τους τοίχους αγγίζοντάς τους με το χέρι, σαν να προσπαθούσε να ανακαλύψει κάποια εσοχή ή ένα κομμάτι τοίχου φτιαγμένο από άλλο υλικό, στάθηκε για λίγο μπροστά στον Βαπτιστή που τον αγριοκοίταξε κρατώντας στο χέρι το κομμένο κεφάλι του και είπε: «Χμμμ... Στο Ιερό». Στάθηκε μπροστά στην ωραία πύλη εξετάζοντας τον χώρο. «Στην Αγία Τράπεζα».

Άλλο ένα απόσπασμα από το βιβλίο:


Κυρία Βεκρή, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική και συγγραφική.

Εγώ σας ευχαριστώ πολύ και σας εύχομαι καλή συνέχεια σε ό,τι κάνετε.


Βιογραφικό:

Η Βάσω Βεκρή γεννήθηκε το 1976. Μεγάλωσε στην Αθήνα. Στην καθημερινότητά της κυνηγάει σκιές, προσπαθώντας να αποφασίσει την ενοχή ή την αθωότητά τους - είναι ακτινολόγος. Πέρα από αυτό, αισθάνεται και λίγο ηθοποιός, νιώθει πως η ζωή είναι μια θεατρική παράσταση και γι’ αυτό κλαίει κάθε φορά που πέφτει η αυλαία. Εκτός από το θέατρο, τη μαγεύουν η μουσική και ο χορός. Η Πάροδος είναι το πρώτο της μυθιστόρημα.