Βιβλιοκριτική για τη συλλογή διηγημάτων «ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΥΘΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΘΥΜΗΣΗ» του Τάκη Χ. Ιορδάνη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου

 


Συγγραφέας: Τάκης Χ. Ιορδάνης
Έτος έκδοσης: 2022
Σελ.: 232
Εκδόσεις: ΑΩ





Ο χρόνος είναι δρόμος που ’χει μόνο μια κατεύθυνση. Το μπροστά. Πάντα στοχεύει στο μπροστά και ποτέ στο πίσω. Αλλάζει καθώς αλλάζουν οι εποχές. Kι ό,τι όμορφο ή άσχημο κρύβει στις χούφτες του το πέρασμά του το κάνει παρελθόν. Κι έτσι, αυτό μπαίνει οριστικά στο χρονοντούλαπο της ανάμνησης, για να θυμίζει στο σήμερα, μα και στο μέλλον που παραμονεύει κάπου παρακάτω, πως κάποτε υπήρξε αληθινά. Αλλοιωμένη η εικόνα του ή μη, ολόκληρη ή περίτεχνα μισή, ανακατεμένη με το μύθο ή όχι, αυτό δεν έχει ιδιαίτερη σημασία. Γιατί το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι η αίσθηση της συνέχειας που εκπέμπει.

Το παρόν αποτελεί τη συνέχεια του παρελθόντος, ενώ το μέλλον στέκει κάπου παρακάτω προσδοκώντας να έρθει κι η σειρά του για να αλλάξει ως οφείλει το παρόν, αυτό που με το βλέμμα του στο τώρα ξεκινά δυναμικά να γράφει τις δικές του σελίδες στο βιβλίο της ζωής. Το γιατί και το πώς συμβαίνει αυτό κάθε φορά, έρχεται να το απαντήσει η ιστορία. Αναντίρρητα και η λογοτεχνία, αφού κι εκείνη δίνει τις δικές της εξηγήσεις, καθώς παρουσιάζει την εξέλιξη μέσα από ένα άλλο πρίσμα, πιο τολμηρό, πιο κομψό και πιο εκλεπτυσμένο. Γιατί η λογοτεχνία έχει την πολυτέλεια να ελίσσεται, να προσεγγίσει τα γεγονότα με ποικίλους τρόπους, πιο ευχάριστους, πιο συναρπαστικούς, άρα και πιο ελκυστικούς για τον σύγχρονο αναγνώστη.

Αυτή ακριβώς την προσέγγιση ακολουθεί στην πρώτη εκδοθείσα συγγραφική του προσπάθεια και ο Μυτιληνιός συγγραφέας Τάκης Χ. Ιορδάνης. Μια αναδρομή στα πρώτα 60-70 χρόνια του περασμένου αιώνα καταγράφει στο βιβλίο του, που φέρει τον τίτλο «ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΥΘΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΘΥΜΗΣΗ» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αω». Κι είναι γεγονός πως το βιβλίο του αυτό αποτελεί έναν πολύτιμο θησαυρό για την λαογραφική παράδοση της γενέτειράς του, της Άντισσας, καθώς τα εννιά πεζογραφήματα που φιλοξενούνται στις σελίδες του δίνουν τη ώθηση στον αναγνώστη να επιχειρήσει ευχάριστα ένα νοσταλγικό ταξίδι πίσω στο χρόνο με σκοπό είτε να ξαναθυμηθεί τα όσα παρόμοια ο ίδιος έζησε τα χρόνια εκείνα ως νέος, ως έφηβος ή παιδί στον δικό του τόπο, είτε ακόμα και να γνωρίσει μια άγνωστη για εκείνον εποχή, μιας γνώριμης ή και όχι τόσο οικείας κοινωνίας, που κάποτε όμως υπήρξε η πραγματικότητα των προγόνων του και που, δυστυχώς, στις μέρες μας δεν υπάρχει πια. Γίνεται επομένως ανάμνηση μιας γενιάς που πέρασε και κινδυνεύει εξαιτίας της λήθης να ξεχαστεί.

Εννιά αφηγήσεις λοιπόν, εννιά διαφορετικές προσεγγίσεις μιας άλλης περιόδου που ως επίκεντρο έχουν τον γενέθλιο τόπο του συγγραφέα και που στο σύνολό τους θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν αυτοβιογραφικές. Αυτή άλλωστε φαίνεται να είναι και η αρχική επιδίωξη του Τάκη Χ. Ιορδάνη. Να καταγράψει στο χαρτί τις δικές του προσωπικές εικόνες, που ακόμα βρίσκονται χαραγμένες στη μνήμη του, με την προσδοκία να μη σβήσουν ποτέ. Και πώς το πετυχαίνει αυτό; Μα φυσικά με τον πλέον κατάλληλο τρόπο. Ακροβατώντας περίτεχνα με την πένα του ανάμεσα στο μύθο και στη θύμηση.

Δε θα μπορούσε να δοθεί καλύτερος τίτλος για να κοσμήσει το βιβλίο του αυτό. Γιατί ναι μεν η θύμηση πρωταγωνιστεί στις ιστορίες του, όπως αναφέρθηκε, ο μύθος όμως κρίνεται αρκετές φορές απαραίτητος, προκειμένου να σμιλευτεί η καταγραφή των γεγονότων και να καλυφθούν τα κενά της μνήμης που εύλογα προξενεί με το πέρασμα του ο χρόνος. Πράγματι, τα πεζογραφήματα του αυτά αποτελούν ένα ευχάριστο ανάγνωσμα για τον αναγνώστη του σήμερα, για εκείνον δηλαδή που επιθυμεί μέσω της λογοτεχνίας και δη της αγροτικής ηθογραφίας να συνδεθεί, έστω και νοητά, με το παρελθόν και με τις ρίζες του. Πέρα από ευκολοδιάβαστα, ενδιαφέροντα, χιουμοριστικά μερικές φορές, αλλά και αρκετά συγκινητικά και μελαγχολικά στο σύνολό τους, εστιάζουν στα ήθη και τα έθιμα του συγκεκριμένου χωριού για το οποίο γίνεται λόγος, μιας περασμένης εποχής του προηγούμενου αιώνα κι αναδεικνύουν με σεβασμό και υπευθυνότητα τον ανεκτίμητο λαογραφικό του πλούτο, υλικό, πνευματικό και κοινωνικό.

Ηθογραφικά επομένως χαρακτηρίζονται τα πεζογραφήματα του συγγραφέα. Κι αυτό συμβαίνει εντελώς επιμελημένα στο βιβλίο, μιας και ο ίδιος ο δημιουργός του οδηγεί την πένα του στην πιστή καταγραφή της αγροτικής ζωής της ξεχωριστής για εκείνον ειδυλλιακής Ελληνικής υπαίθρου, του αυθεντικού ελληνικού χωριού του, την Άντισσα, με τους απλοϊκούς της, φτωχούς κατά το πλείστον, κατοίκους της προηγούμενης γενιάς. Η τοπική παράδοση της γενέτειράς του, η νοοτροπία της κι η ψυχοσύνθεση των απλών και καθημερινών ανθρώπων της, σε συνδυασμό με το χαμηλό βιοτικό τους επίπεδο, την οικονομική και πολιτική πραγματικότητα της εποχής που τους περιβάλει, ο κοινωνικός και πνευματικός της βίος με ό,τι αυτό συνεπάγεται, αποτυπώνονται ολοκάθαρα στις σελίδες του βιβλίου «ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΥΘΟ ΚΑΙ ΣΤΗ ΘΥΜΗΣΗ».

Εύλογο είναι οι ιστορίες του συγγραφέα να είναι γεμάτες εικόνες, εικόνες που συνοδεύονται με έντονους και δυνατούς διαλόγους των πρωταγωνιστών – ηρώων του βιβλίου, που με τους ξεχωριστούς και αυθεντικούς χαρακτήρες τους κινούνται μεταξύ της πραγματικότητας και της φαντασίας. Κι είναι αναμφισβήτητα, πολύ καλά δομημένες οι ιστορίες αυτές, παρότι περιεκτικές οι περισσότερες. Κι αυτό γιατί περιέχουν όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά ενός άρτια επιμελημένου διηγήματος, δηλαδή τη σαφή έκθεση, την έξυπνη πλοκή και την απαιτούμενη λύση. Και καθώς φέρουν τη στάμπα του ηθογραφικού διηγήματος, είναι γραμμένες απλά και κατανοητά, χωρίς καθόλου βερμπαλισμούς, σκόπιμες φλυαρίες και αινιγματικό περιεχόμενο, για να ελκύσουν, να προξενήσουν και να κρατήσουν αμείωτο το ενδιαφέρον και του πιο απαιτητικού αναγνώστη από την αρχή ως το τέλος της ανάγνωσης. Άλλωστε κι η χρήση του έντονου γλωσσικού ιδιώματος της εποχής για την οποία γίνεται ξεκάθαρα λόγος κι η καλά σκηνοθετημένη αληθοφάνεια της αφήγησης αυτό το σκοπό εξυπηρετούν και μάλιστα αρκετά ικανοποιητικά, αφού καθρεφτίζουν όσο το δυνατόν καλύτερα κι ακριβέστερα στις σελίδες αυτού του βιβλίου την απλοϊκή ζωή των ανθρώπων της υπαίθρου και της εργατιάς.

Είναι ολοφάνερο πως η προσωπική μαρτυρία του γράφοντος παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο, αφού αρκετές φορές πρωταγωνιστής και γράφων είναι το ίδιο πρόσωπο, ενώ κάποιες άλλες φορές ο γράφων είναι ο αυτόπτης μάρτυρας της μαρτυρίας που βγαίνει στο φως. Από τη μια λοιπόν η χρήση του πρώτου προσώπου κι από την άλλη η χρήση του τρίτου δεν αποτελούν τυχαία επιλογή. Γιατί στη μία περίπτωση αποτυπώνονται προσωπικά βιώματα του συγγραφέα, άρα μιλάμε για καθαρή αυτοβιογραφία και στην άλλη περίπτωση αποτυπώνονται μαρτυρίες περιορισμένης εμβέλειας και ακρίβειας, άρα μιλάμε για απομνημονεύματα, τα οποία σαφώς και περιλαμβάνουν αρκετά ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία. Οπωσδήποτε και στις δύο περιπτώσεις κάνουμε λόγο για ένα βιβλίο που αν και πρωτόλειο διαθέτει τη δυναμική, τη μεστότητα και την αρτιότητα ενός προσεγμένου έργου κάποιου αρκετά δοκιμασμένου στα γράμματα συγγραφέα. Γιατί το βιβλίο αυτό, όπως εύλογα θα αισθανθεί ο αναγνώστης διαβάζοντάς το, δεν υστερεί σε γεγονότα και αναγκαίες λεπτομέρειες που συμπληρώνουν τον κορμό της αφήγησης, δεν παραποιεί τις ξεθωριασμένες αλήθειες για να ωραιοποιήσει τη φθορά που και τότε υπήρχε στην ανθρώπινη κοινωνία, αντιθέτως, με τη σοβαρότητα και την υπευθυνότητα που το διέπει οδηγεί τον ίδιο, ως άμεσα αποδέκτης του βιβλίου καθώς είναι, στην καλύτερη και πιο βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης ζωής έτσι όπως πραγματικά πορεύτηκε και εξελίχθηκε στην κλειστή κοινωνία της Άντισσας την χρονική περίοδο για την οποία γίνεται λόγος.

Ηθογράφος ο συγγραφέας Τάκης Χ. Ιορδάνης επομένως και όχι άδικα. Παρόλο που θίγει ανοιχτά το θέμα της φτώχειας και του σκληρού αγώνα για την επιβίωση των ανθρώπων της πολύπαθης Ελλάδας του περασμένου αιώνα, παρόλο που προσπαθεί να αντισταθεί στη δύναμη της λήθης, προσεγγίζοντας με σεβασμό τα χρόνια μιας περασμένης εποχής, που πίσω πια δε γυρνούν, ωστόσο το θέμα αυτό το αφήνει συνειδητά και διακριτικά σε δεύτερη μοίρα. Το κέντρο βάρους του δίνεται ξεκάθαρα στην απεικόνιση των ηθών, της εθιμικής συμπεριφοράς του τόπου του και του συλλογικού τρόπου ζωής των κατοίκων του χθες. Γι’ αυτό και το έργο του αποτελεί ένα σημαντικό έργο ηθογραφίας, φόρο τιμής στη γενέθλια γη του, που ποτέ δεν έπαψε να αγαπά και να φέρνει στο νου.

κ. Τάκη Ιορδάνη, καλώς ήρθατε στον χώρο των γραμμάτων! Ας είναι καλοτάξιδο το βιβλίο σας κι ας αποτελέσει μονάχα την αρχή ενός συναρπαστικού ταξιδιού συγγραφής που εύχομαι στο εξής να απολαύσετε στο έπακρο!


Βιογραφικό:

Ο Τάκης Χαραλ. Ιορδάνης γεννήθηκε στην Άντισσα Λέσβου. Τις εγκύκλιες σπουδές του πραγματοποίησε στην Άντισσα και Μυτιλήνη. Εισήχθη στο Ε.Μ. Πολυτεχνείο (Μεταλλειολόγος-Μεταλλουργός Μηχανικός) και σπούδασε λαμβάνοντας την υποτροφία «Γεωργίου Βοστάνη» Λέσβου. Ως Μηχανικός και υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών (ΙΚΥ) έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστημίου Bath Αγγλίας, ανακηρυχθείς Διδάκτωρ (Ph.D.) της Επιστήμης των Υλικών. Αφ’ ότου γύρισε στην Ελλάδα εργάστηκε στην ΕλληνοΕλβετική εταιρεία «Surveillance» ως Διευθυντής και Εντεταλμένος της Σύμβουλος. Διετέλεσε Πρόεδρος της Μεταλλουργικής Βιομηχανίας Ηπείρου (ΜΒΗ). Υπήρξε Διευθύνων Σύμβουλος της Ελληνικής Βιομηχανίας Όπλων (ΕΒΟ). Εκεί ολοκλήρωσε την επιστημονικο-επαγγελματική του καριέρα. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Bath Αγγλίας, στη ΣΕΛΕΤΕ (τμήμα ξενόγλωσσων φοιτητών) κι αλλού. Εκπόνησε πολλές επιστημονικές εργασίες που δημοσίευσε σε έγκριτα περιοδικά της χώρας και του εξωτερικού. Παράλληλα ανέπτυξε έντονη δραστηριότητα σε διάφορους επιστημονικο-επαγγελματικούς και κοινωνικούς τομείς. Υπήρξε Πρόεδρος του Πανελληνίου Συλλόγου Μεταλλειολόγων-Μεταλλουργών Μηχανικών. Επίσης, μέλος ή και πρόεδρος επί τριακονταετία περίπου, επιστημονικών επιτροπών (Ενέργειας, Ορυκτού Πλούτου, Ανάπτυξης, κ. άλ.) ως και της Αντιπροσωπείας του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος (ΤΕΕ), αλλά και μέλος της Μόνιμης Επιτροπής Διαιτησίας του ΤΕΕ. Τέλος, μέλος της Ελληνικής Επιτροπής του Παγκοσμίου Συμβουλίου Ενέργειας (WEC). Ακόμη υπήρξε πρόεδρος του Συλλόγου των Αντισσαίων της Αθήνας και μέλος του Δ.Σ. της Ομοσπονδίας Λεσβιακών Συλλόγων Αττικής (ΟΛΣΑ). Σήμερα είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Προβληματισμού και Παρέμβασης για την Ανάπτυξη της Λέσβου «ΠΙΤΤΑΚΟΣ Ο ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ». Από τη δεκαετία του ’70, αρθρογραφεί στον τοπικό τύπο της Λέσβου, «ΔΗΜΟΚΡΑΤΗΣ», «ΛΕΣΒΙΑΚΟΣ ΚΗΡΥΞ», «ΕΜΠΡΟΣ» (του οποίου από 15ετίας είναι μόνιμος συνεργάτης), ως και «ΕΞΟΡΜΗΣΗ» των Αθηνών. Πολλά άρθρα του επίσης έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και εφημερίδες των παροικιακών Λεσβιακών Συλλόγων της Αττικής. Στα θέματά του, προβάλει διάφορα προβλήματα της γενέτειράς του νήσου, οικονομικο-κοινωνικοπολιτικού ενδιαφέροντος και παρεμβαίνει προς τους κατά περίπτωση φορείς, προσωπικά, ή μέσω του «ΠΙΤΤΑΚΟΣ Ο ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ» ή και με τη δημιουργία ad hoc επιτροπών αγώνα, προς επίλυσή τους (οδικός άξονας Καλλονής-Σιγρίου, Σπάσιμο του Δήμου Λέσβου, Ηλεκτρενεργειακή κάλυψη της Λέσβου, Λιμάνι του Σιγρίου, κ.άλ.) Διάφορα δημοσιεύματά του ως το ’90, αποτέλεσαν το πρώτο του βιβλίο, με τίτλο «Πολιτικές Ιδέες και Κείμενα». Το συγγραφικό του έργο, πέραν των επιστημονικών, δημοσιογραφικών και κοινωνικού ενδιαφέροντος κειμένων, επεκτείνεται και στον τομέα της λογοτεχνίας με αφηγήσεις, πεζογραφήματα, νουβέλες, ακόμη και διηγήματα και είναι αποθηκευμένα στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή, με σκοπό την έκδοση τους. Το "Ανάμεσα στο μύθο και στη θύμηση" είναι το παρθενικό του λογοτεχνικό βιβλίο.


Ακολουθεί το βίντεο της βιβλιοπαρουσίασης: