Πάνος Νιαβής: "Όλοι οι γραφιάδες είμαστε οι εμπειρίες του βίου μας, οι εμπνεύσεις μας και φυσικά οι αναγνώσεις μας"


Ο συγγραφέας και ποιητής Πάνος Νιαβής είναι ένα εξαιρετικά ανήσυχο πνεύμα. Γράφει πολύ, παρόλο που λίγα από τα έργα του θα δουν το φως της δημοσιότητας. Γράφει κυρίως ποίηση, αλλά έχει δοκιμαστεί και στη μετάφραση και τη πεζογραφία. Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Αρμός» το ιστορικό του μυθιστόρημα με τίτλο «Δέκα πόντους μαύρο χιόνι». Σήμερα έχουμε τη χαρά να τον φιλοξενούμε στις Τέχνες σε μία αρκετά ενδιαφέρουσα συζήτηση. 

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Νιαβή, όπως παραδέχεστε κι ο ίδιος στο βιογραφικό σας γράφετε πολύ. Παρ’ όλα αυτά ελάχιστο δείγμα του έργου σας θα δει το φως της δημοσιότητας. Γιατί;

Κα Πετρίδου συχνά-πυκνά νοιώθω πως κατάγομαι από την πιο βαθιά σιωπή της ιστορίας. Η σιωπή είναι προστασία μου και η καταφυγή μου. Και μόνον όταν δεν μπορώ σαν το χώμα να κρατήσω τη δύναμη του νερού που κρύβεται μέσα μου, οι ωδίνες μου γίνονται Λόγος. Έτσι τότε αφήνομαι στις επώδυνες ρωγμές να αναβλύσουν από μέσα στίχοι, ιστορίες, αφηγήσεις και παρακαταθήκες αγαπημένων νεκρών για να μπουν στο χαρτί.

Άλλοτε Ντρέπομαι, κι άλλοτε νοιώθω Ηδονή που υπάρχω. Ηδονίζομαι που ονειρεύομαι τις νύχτες με τα μάτια ανοιχτά! Βλέπω εικόνες φευγαλέες να περνούν φύλλα στον άνεμο. Βλέπω την καλοσύνη να κατατροπώνει την κακότητα. Την ομορφιά να αφανίζει την ασχήμια. Ντρέπομαι για την απέραντη ελευθερία μου να λογίζομαι υπέρ και κατά του εαυτού μου. Να ανασταίνω με χαρμόσυνη Λύπη αγαπημένους νεκρούς και να αφανίζω με δύστροπη Χαρά χαμένους ζωντανούς. Και συχνότερα βυθίζομαι στη σιωπή πολιορκημένος από τη ματαιότητα των πραγμάτων.

Για ποιο λόγο αποφασίσατε να στρέψετε το ενδιαφέρον σας προς τη λογοτεχνία; Ποιο υπήρξε το βασικό ερέθισμα που σας ώθησε προς αυτή την κατεύθυνση;

Μου αρέσει, με μαγεύει θα έλεγα να δίνω υπόσταση Αφήγησης και σεναρίου σε σκόρπιες εικόνες. Να γίνω πιο σαφής, με παραδείγματα. Ακούγοντας τα μουσικά θέματα του Eduard Artemyev από την ταινία Stalker του ποιητή των εικόνων Andrei Tarkovsky, κι άλλοτε, άθρησκος εγώ, ακούγοντας ένα εκκλησιαστικό θέμα του Arvo Pärt ή κάτι πολυφωνικά τραγούδια της Ηπείρου με λυπημένη μορφή και καταγωγικό περιεχόμενο αγαλλίασης, θέλω να τα μετασχηματίσω σε λέξεις ντυμένες με έρωτα, πόνο, αναπάντητα οντολογικά ερωτήματα, ή να γκρεμίσω βεβαιότητες των φανατικών των θρησκειών και των ιδεολογικών εμμονών που κουβαλούν μέσα τους το σπέρμα της Ανελευθερίας.

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Από το πιο αδιάφορο και ασήμαντο, έως το πιο σπουδαίο γεγονός που θα μου κεντρίσει το ενδιαφέρον γίνεται πηγή έμπνευσης. Γράφω σχεδόν ακατάπαυστα, άλλοτε σε μια χαρτοπετσέτα, κι άλλοτε στο κινητό, και συχνά - πυκνά στα περιθώρια σελίδων από βιβλία που διαβάζω. Γράφω σαν καλαντζής που γανώνει χαλκώματα. Κάθομαι στη πηγή του ποταμού, ή της έμπνευσης, συνήθως λυπημένος από μια ακαθόριστη νοσταλγία που κατοικεί εντός μου. Κι άλλοτε κοιμάμαι με ορθάνοιχτα μάτια χορταίνοντας σκοτάδι! Εκεί στα βαθιά μου σκοτάδια νοιώθω την ανάγκη να διασώσω χαμένες υποθέσεις που γέρασαν ή έχουν από χρόνια λησμονηθεί. Αισθήματα ασήμαντων ανθρώπων, χαρές, λύπες τους σμίγουν με τις δικές μου αναμνήσεις στήνουν χορό κυκλικό στα τρία για μια κοντούλα λεμονιά, σε διπλό και τριπλό κύκλο σε χωριά έρημα από ανθρώπους κι από προβλεπτό μέλλον.

Έχετε πρότυπα ως δημιουργός; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας ομότεχνους;

Νομίζω πως όλοι οι γραφιάδες είμαστε οι εμπειρίες του βίου μας, οι εμπνεύσεις μας και φυσικά οι αναγνώσεις μας που κοιμούνται στις βιβλιοθήκες και στη μνήμη μας. Αλλά έχω μια βαθιά εκτίμηση στον μαγικό ρεαλισμό των λατινοαμερικάνων, Βάργκας Λίοσα, Γκαρσία Μάρκες και φυσικά στον πνευματικό πατέρα όλων αυτών, τον Μεξικάνο Χουάν Ρούλφο.

Εντοπίζετε κοινά στοιχεία ανάμεσα στον ποιητικό και στον πεζό λόγο; Εσείς ως δημιουργός που έχετε δοκιμαστεί και στην ποίηση, αλλά και στην πεζογραφία δυσκολεύεστε να προσαρμόσετε το ύφος της γραφής σας ανάλογα με το είδος αυτής που επιλέγετε κάθε φορά να ακολουθήσετε; Ή η πένα σας οδηγεί ασυναίσθητα τον ειρμό σας προς τη σωστή κατεύθυνση;

Θα σας εξομολογηθώ πως και με τον ποιητικό και με τον πεζό λόγο, ο στόχος μου είναι ένας. Να στρέψω τις πλάτες μου στο χρόνο και το αμείλικτο της φθοράς και της θνητότητας. Αντιμέτωπος με το αδυσώπητο βρίσκω παρηγοριά στην ποίηση κι άλλοτε με διάθεση να γιάνω το απαρηγόρητο της λήθης των νεκρών μου, τους ανασταίνω σε καινούργιες αυθαίρετες ζωές. Ησυχάζω μες την αυταπάτη της ποιητικής αθανασίας με τον ίδιο τρόπο που ευφραίνομαι με την «Ανάσταση» νεκρών γράφοντας πεζό, με τις λέξεις μου να δομούν και να αποδομούν εικόνες από την αυθαίρετη δύναμή τους, που τόσο μας καταδυναστεύουν στις μέρες μας.

Στην τελευταία σας συγγραφική προσπάθεια είναι εμφανής η προτίμησή σας για το ιστορικό μυθιστόρημα. Θεωρείτε ότι το ιστορικό μυθιστόρημα σε συνδυασμό με την ηθογραφία μιας εποχής που πέρασε και πίσω πια δε γυρνά είναι ένας τρόπος για να γνωρίσει ο αναγνώστης την πραγματική ιστορία του τόπου του;

Με το μυθιστόρημά μου ΔΕΚΑ ΠΟΝΤΟΥΣ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ, δεν είχα την πρόθεση να γίνω ιστορικος αφηγητής. Η ιστορία είναι το υπόστρωμα που πάνω του απλώνεται η υποκειμενική μου ματιά , με τον τρόπο και την τεχνοτροπία του μαγικού ρεαλισμού.

Στο μαγικό ρεαλισμό ο συγγραφέας με την υποκειμενική του ματιά ξεδιπλώνει μια νέα αντικειμενική πραγματικότητα. Αυτή της ζωής των ηρώων του. Μιλώντας για καταστάσεις με διαβρωτικό τρόπο για την πραγματικότητα κτίζοντάς την από την αρχή μέσα στην ακαθόριστη αχλή της αλήθειας και του ψεύδους.

Κινδυνεύει ο συγγραφέας να παραποιήσει την ιστορική αλήθεια και να κατηγορηθεί σκληρά γι’ αυτό του το εγχείρημα; Είναι σε θέση να αναλάβει ένα τέτοιο ρίσκο και να επωμιστεί τις ευθύνες που του αναλογούν στη σημερινή εποχή; Ή η εποχή μας δεν ενδιαφέρεται πλέον για την ορθότητα των πληροφοριών που εμμέσως διαρρέουν μέσα από τον λογοτεχνικό λόγο;

Η ιστορία για τόσο πρόσφατα γεγονότα ακόμη γράφεται. Ο συγγραφέας μπορεί να τολμήσει μιλώντας ή να σωπάσει μπροστά σε κατεστημένες αντιλήψεις ή ιδεολογικές ηγεμονίες.

Ευτυχώς που ζούμε σε δημοκρατική κοινωνία και μπορούμε να μιλάμε για τα πάντα, με ή χωρίς προκαταλήψεις εισχωρώντας στην πυκνή και αντιφατική ιστορική πραγματικότητα. Συνεισφέροντας ψήγματα αποσιωπημένων αληθειών κοιτώντας τες κατάματα. Φυσώντας τη σκόνη σκοπιμοτήτων κι αγγίζοντας με συμπόνια τις καταστραμμένες ζωές ανθρώπων που υπέφεραν για υποθέσεις που δεν ήταν δικές τους. Ο πειρασμός της δικαίωσης τους είναι επαρκής λόγος ώστε ο συγγραφέας να επωμιστεί την ευθύνη που του αναλογεί αφού μες τη μυθιστορία του συναντά τον Άλλο και τον εαυτό του με την αρχέγονη επιθυμία της Αγάπης και με την ευρυχωρία της κατανόησης.

Το αναγνωστικό κοινό στην Ελλάδα στηρίζει τις προσπάθειες των συγγραφέων που επιθυμούν να διατηρήσουν ζωντανή την ιστορία του τόπου τους και των ανθρώπων του; Υπάρχει αυτό που ονομάζουμε ικανοποιητική «εμπορική κίνηση», ώστε να ενθαρρύνονται με τη σειρά τους και οι εκδοτικοί οίκοι για την έκδοση μυθιστορημάτων ιστορικού περιεχομένου;

Ο αναγνώστης είναι ένας μοναχικός οδοιπόρος μέσα στο δάσος των εκδοθέντων βιβλιών. Κάθε τόσο νέες διασταυρώσεις, νέα μονοπάτια αριστερά, δεξιά, ευθεία. Ο αναγνώστης καλείται να επιλέξει και στην εποχή μας αναθέτει, συνήθως, αυτή την δουλειά στους ειδικούς, κριτικούς, σχολιαστές, στην ανάγκη των εκδοτών το βιβλίο να είναι και εμπόρευμα. Πιστεύω πως τα ενδιαφέροντα βιβλία τελικά βρίσκουν το δρόμο προς τον Αναγνώστη που τους αξίζει.


Ας αναφερθούμε περισσότερο στο τελευταίο σας βιβλίο. Πρόκειται, λοιπόν, για ένα ιστορικό μυθιστόρημα, που φέρει τον τίτλο «Δέκα πόντους μαύρο χιόνι» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Αρμός». Πείτε μας δυο λόγια για το περιεχόμενό του.

Είναι ένα σκληρό βιβλίο, ένα μυθιστόρημα μαγικού ρεαλισμού. Η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, η Δασιά, είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα που ζει τις τελευταίες μέρες της ζωής της παρατημένη σε ένα γηροκομείο μιας επαρχιακής πόλης. Με το χρόνο να σώνεται δραματικά νοιώθει την εσωτερική ανάγκη να απολογηθεί στο Θεό και να αφηγηθεί στην εγγονή της, την Ντορουντίνα, τα εγκλήματα, τα κρίματα, τις ανομίες αλλά και τις αμαρτίες της πολυτάραχης ζωής της. Είτε απολογείται στο Θεό, είτε συνομιλεί στον κόσμο των ονείρων με τους νεκρούς γονείς της ή τα νεκρά της αδέρφια, και στις δυο περιπτώσεις αναζητεί πρόσχημα να συνεχίσει να υπάρχει μακριά από το αβάστακτο μαρτύριο της μοναξιάς της και την επίγνωση του επικείμενου θανάτου της.

Η αφήγηση της αρχίζει από τα παιδικά της χρόνια, στον καιρό του Μεταξά, και τερματίζεται στις παρυφές του 21ου αιώνα. Η αφήγησή της δεν έχει τόπο και καταγωγή, θα μπορούσε να είναι εξελίσσεται σε οποιοδήποτε χωριό στην σκληρή Ελληνική επαρχία της μέσα Ελλάδας, στα μετεμφυλιακά χρόνια.

Η ηρωίδα μου, η Δασιά θα μπορούσε να είναι λογοτεχνική αδερφή της Τσούνγκα, της ηρωίδας του Μάριο Βάργκας Λιόσα από το μυθιστόρημα «Πράσινο σπίτι» και το από το θεατρικό του έργο La Chunga !

Το βιβλίο είναι γραμμένο και αφιερωμένο για όλους εκείνους τους ανθρώπους που χαράμισαν τις ζωές τους για υποθέσεις που δεν ήταν δικές τους.

Ποια υπήρξε η αφορμή για τη συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου;

Γεννημένος στα μετεμφυλιακά χρόνια στο Μάραθο Αγράφων Ευρυτανίας, ένα τόπο που βρέθηκε στην καρδιά των συγκρούσεων στη διάρκεια του εμφυλίου. Ο τόπος μου ποτίστηκε με αδελφικό αίμα, βίωσε πόνο, το άσβεστο μίσος βρήκε πρόσφορο έδαφος και λίπασμα να στοιχειώσει.

Οι απώλειες δυσανάλογες για τον πληθυσμό του, πενθηφόρησαν μάνες, γυναίκες, αδερφές και φορτώθηκαν με μια ισόβια λύπη! Θυμάμαι καλά και ακούω ακόμη συχνά τα βράδια τα μοιρολόγια τους γραμμένα στις εσοχές του χρόνου που περνάει αδιάφορος για τα ανθρώπινα βάσανα και τις πίκρες τους. Χαράχτηκαν τα πρόσωπά τους από αγιάτρευτες πληγές και από τη σφοδρότητα μιας αχρείαστης σύγκρουσης.

Στη διάρκεια των παιδικών μου χρόνων οι κουβέντες νικητών και ηττημένων αλλά κυρίως «οι άηχες φωνές» των σκοτωμένων που αχνοδιάβεναν μες τους θολούς καθρέφτες των ενήλικων αφηγήσεων και έδιναν έναν μυθιστορηματικό αέρα στις αδικοχαμένες τους ζωές και τις διαφύλαξα ως νοσταλγικά ενθυμήματα κι άλλοτε ως εξομολογήσεις του πεπρωμένου τους.

Ύστερα πέρασε ο καιρός και τα χρόνια και στις πυκνές επισκέψεις των τελευταίων χρόνων, στο γενέθλιο τόπο, εκεί πάνω στα βουνά, ένιωθα το θρόισμα της Λήθης να θέλει να τα σκεπάσει όλα.

Ένα Βράδυ ήρθε στο όνειρό μου η Δασιά και σαν άλλη ανώνυμη της ιστορίας και μου έθεσε το ερώτημα της ως να ήμουν η Αχμάτοβα στο Ρέκβιεμ!

-Μπορείς να μιλήσεις και να γράψεις για όλα ετούτα που ζήσαμε;

-Ναι , της απάντησα, με απόλυτη βεβαιότητα, για να σκεπάσω την αμφιβολία που ξερόβηχε στο γείσο των ενοχών του αποθαμένου πατέρα μου, που είχε πρόχειρη την πατρική συμβουλή: «μην σκαλίζεις υποθέσεις που έκλεισαν οριστικά, θα ξυπνήσεις την μακαριότητα των πεθαμένων».

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για να κοσμήσει το εξώφυλλό του βιβλίου σας;

Δεν μπορώ να σας το αποκαλύψω, η απάντηση βρίσκεται στις τελευταίες λέξεις του μυθιστορήματος.

Τελικά, μήπως το βιβλίο σας αφηγείται την πραγματική βιογραφία μιας γυναίκας που έζησε τη σκληρή εποχή που ακολούθησε μετά τον εμφύλιο του προηγούμενου αιώνα ή έναν φόρο τιμής στο πρόσωπό όλων των γυναικών που υπέφεραν, βιάστηκαν ψυχικά και σωματικά την εποχή εκείνη για να προστατέψουν την οικογένειά τους και τον ίδιο τους τον εαυτό από τα χειρότερα, στην προκειμένη περίπτωση τον θάνατο και τα βασανιστήρια;

Η Δασιά, όπως ήδη σας είπα είναι μια λογοτεχνική σύλληψη. Ο πρωταρχικός μου στόχος ήταν να μιλήσω για την γυναίκα της υπαίθρου, της μέσα Ελλάδας. Εκείνες τις ηρωίδες γυναίκες που δούλες, δούλευαν δεκαέξι - δεκαοκτώ ώρες καθημερινά, χωρίς Κυριακές και σχόλες. Και που ήταν αναπαραγωγικά εργαλεία, υποζύγια, εγκλωβισμένες σε ανυπόφορες νόρμες που δεν είχαν κανένα διέξοδο, έως να γίνουν πεθερές και να βγάλουν όλο το άχτι τους στην επόμενη γενιά γυναικών που γίνονταν κάποια στιγμή νύφες!

Ήρθε και ο εμφύλιος και συντάραξε τα κοινωνικά θεμέλια. Και όπως είναι γνωστό οι πιο βάρβαροι άνθρωποι γίνονται οι άνθρωποι που εμποτίζονται από το φανατισμό της πίστης ή της ιδεολογίας.

Επιχείρησα, και νομίζω τα κατάφερα να γράψω ένα μυθιστόρημα απαλλαγμένο από ιδεολογικές μονομέρειες ή τις όποιες συλλογικές σκοπιμότητες και μονοσήμαντους ηρωισμούς ενταγμένους σε συλλογικές αφηγήσεις αντρειοσύνης. Ήθελα να μιλήσω για τον απλό άνθρωπο ενταγμένο στην ιστορική και κοινωνική του εποχή, απέριττα, αφτιασίδωτα, ρεαλιστικά. Χωρίς να κρύψω τίποτα από τα ελαττώματα και χωρίς να υπερτονίσω τα προτερήματα των περίκλειστων κοινοτικών κοινωνιών της εποχής.

Νομίζω πως τα κατάφερα να δώσω την εικόνα και το περίγραμμα της εποχής, χωρίς λογοτεχνικά καρυκεύματα και περιττές ωραιοποιήσεις.

Ποια είναι τα μηνύματα που θέλετε να περάσετε στον αναγνώστη μέσα από την ιστορία σας αυτή;

Έχοντας θεμελιωμένη την πεποίθηση πως οι άνθρωποι είμαστε ατελή όντα ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο. Ανάλογα αν επικρατεί το ένστικτο που ξυπνά μέσα μας το θηρίο ή ο Λόγος που μας δείχνει το δρόμο προς την απρόσιτη τελείωση και τη Θέωση.

Σ αυτή την πορεία βρίσκουν πρόσφορο έδαφος οι κήνσορες της προσποιητής καλοσύνης και ό,τι εξέχει ή παρατρέπεται ό,τι είναι αιρετικό, αμαρτωλό, βλάσφημο, ό,τι προέρχεται από το σκοτεινό Άλογον, των αρχαίων μας προγόνων, ό,τι είναι ο βρυχηθμός του ενστίκτου που δίνει ατέρμονες μάχες με τον έλλογο εαυτό μας, καταδικάζεται στην πυρά χωρίς ίχνος κατανόησης. Ανθρώπους της παρεκτροπής και της απώλειας θέλω να προασπιστώ στο πρόσωπο της Δασιάς μου, και να χωρέσουν στην ευρύχωρη αγκάλη της συγνώμης και της κατανόησης μας.

Γιατί συχνά- πυκνά συνάνθρωποί μας επιστρέφουν μια κάποια στιγμή, υπό απροσδόκητες συνθήκες, στο αρχέγονο θηρίο που κοιμάται εντός τους. Και εγκληματούν, παρανομούν, αγνοούν τους τρέχοντες νόμους και τους ηθικούς κανόνες μας. Η κοινωνική εξέλιξη και ο πολιτισμός μας βρήκε ποινές δια του νόμου, αλλά και σε μας άφησε τη βούληση να κυοφορεί η Αγάπη μας και η κατανόηση μας δια της συγνώμη μας. Με τρομάζουν απίστευτα τα παραθεσμικά λαϊκά δικαστήρια που τρέφουν την επιστροφή στον πρωτογονισμό και στην ακύρωση του νομικού μας πολιτισμού.

Αλλά κυρίως την ακύρωση της κατανόησης του Άλλου, «Του Γιάννη του φονιά», που τον στιχούργησε ως περσόνα τόσο έξοχα ο Μέγας της ποίησης, ο Νίκος Γκάτσος!

Θα εντοπίσει ο αναγνώστης στους ήρωες σας στοιχεία της δικής σας προσωπικότητας;

Στα λεκτικά υφάδια μου κρύβονται με αφανή τρόπο ψήγματα από τις μέρες και νύχτες μου φορτωμένες με τη σκληρότητα των καιρών μου. Ίχνη τοπίων, ψυχογραφήματα εποχών μες σε θολούς καθρέφτες επιθυμιών, που ντύθηκαν αδέξια προσδοκίες αλλά που δυστυχώς χάθηκαν μες το λιοπύρι ή τους βοριάδες του αλλοπρόσαλλου κόσμου που ζούμε και καθρεπτίζονται στα αδήριτα πρέπει της βιοτής μας.

Η απολογία στο Θεό ποιο ρόλο διαδραματίζει στην περίπτωση της ηρωίδας σας; Γιατί τα θύματα αισθάνονται ενοχές για πράξεις που δεν προκάλεσαν τα ίδια, για βιώματα που έζησαν με το ζόρι και με τη βία, υπό την απειλή του θανάτου; Γιατί το βάρος της αλήθειας είναι πάντα επώδυνο στην περίπτωσή τους και το ενδεχόμενο της απογύμνωσής αυτής αποφέρει ταχυκαρδία, φόβο και ντροπή;

Οι άνθρωποι χωρίζονται σε δυο κατηγορίες. Στη μεγάλη πλειοψηφία που πιστεύει πως ο Θάνατος δεν βάζει οριστικό τέλος στην Ύπαρξή μας, και στη μειοψηφία που γνωρίζει πως είμαστε μια στιγμιαία φλόγα ενός σπίρτου πριν και μετά το απόλυτο έρεβος της ανυπαρξίας. Μια αγράμματη γυναίκα της ιστορικής εποχής του μυθιστορήματός μου θα ήταν αδιανόητο εμπρός στο φάσμα του επικείμενου τέλους της να μην συνομιλεί με το Θεό. Η ηρωίδα μου υπήρξε θύμα και θύτης. Κι από την άλλη η κρατούσα ηθική αντίληψη της εποχής καθιστούσε ένοχη τη Γυναίκα και μόνο για το φύλλο της και τις σωματικές της ανάγκες.

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Το βιβλίο μου απευθύνεται σε ενήλικες. Οι ερωτικές σκηνές, οι ωμότητα τους, η σωματική βία, ο εξευτελισμός, η ηθική κατάπτωση, ο κυνισμός που προκαλεί η Πείνα, και που μετατρέπει τον άνθρωπο σε ζώο, δεν είναι ανάγνωσμα για έφηβους. Η ζωή της Δασιάς είναι το ιστορικό της απόλυτης ανθρώπινης κατακρήμνισης. Εν τούτοις όμως τελειώνοντας την ανάγνωση την βρίσκουμε στην αγκαλιά της κατανόησης και στην ευρυχωρία της συγνώμης μας.

Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με το εκδοτικό σας σπίτι; Θεωρείτε πως ένας καλός εκδοτικός οίκος συμβάλει σημαντικά στην καλύτερη και επιτυχέστερη προώθηση ενός βιβλίου;

Η επιλογή του εκδοτικού οίκου είναι η δεύτερη μάχη που πρέπει να κερδηθεί, μετά τη μάχη που δίνει ο συγγραφέας με την λευκή σελίδα! Η τύχη ενός αξιόλογου βιβλίου εξαρτάται από την φροντίδα που θα βρει στα χέρια του εκδότη του. Και οι ΔΕΚΑ ΠΟΝΤΟΙ ΜΑΥΡΟ ΧΙΟΝΙ, ευτύχησαν να βρεθούν στα σωστά χέρια των ανθρώπων του ΑΡΜΟΣ!

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές διάστημα;

Νομίζω πως θα γίνουν μερικές παρουσιάσεις εκτός της πρώτης που έγινε στην Αθήνα στα τέλη Ιουνίου με την τιμητική παρουσία 300 περίπου ανθρώπων που με έκαναν για μερικές στιγμές να νοιώσω πως βρίσκομαι στην πολιορκία της ματαιοδοξίας…

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

Σας παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα και σας επισυνάπτω ηχογραφημένο το αντίστοιχο μήνυμα.

……………………………………………………………………………………………

Το νέο πως σκοτώθηκε ο Καγέρης, ο γαμπρός των Λιοκαίων, απλώθηκε σαν αστραπή. Ωρέ και βγαίνει στην πλατεία η αδερφή του, η Ζαχόραινα, παντρεμένη με τον Ζάχο, τον Σοτούρα. Αρχίζει να ουρλιάζει σαν τρελή και να κατεβάζει τα μούτρα της με τα νύχια της λουρίδες-λουρίδες. Τα αίματα τσαμπούνα. Αφρούς έβγανε από το στόμα τ’ς, και τα μάτια της βασίλεψαν. Γύρισε η γλώσσα της και χτυπιόταν στο χώμα με σπασμούς. Πέφτει πάνω της ο δάσκαλος και την κρατάει ακούνητη, ζήτησε να του φέρουν ένα κουτάλι, «γρήγορα, μωρέ», είπε, «τη χάνουμε τη χριστιανή στα καλά του καθουμένου».

«Ε, όχι και στα καλά καθούμενα, Φίριο», του είπε ο καφετζής, «να βλέπετε τα κατορθώματά σας», και του έδωκε ένα κουτάλι στο χέρι. Της άνοιξε το στόμα με το ζόρι κι έχωσε στο στόμα της το ξύλο από μια γκλίτσα που βρήκε εύκαιρη, «για να μην μου κόψει τα δάχτυλα», εξήγησε στους υπόλοιπους που είχαν μαζευτεί σαν σμάρι από πάνω τους.

Έχωσε το κουτάλι και της γύρισε τη γλώσσα κι άρχιζε να τη χαστουκίζει μιλώντας της στο αυτί. Αναδεύτηκε αυτή, τον κοίταξε για μια στιγμή με γουρλωμένα τα μάτια, του δίνει μια του δάσκαλου όπως ήταν πάνω της και τον πετάει κάτω, πετάγεται πάνω ουρλιάζοντας, «τον φάγατε τον αδερφούλη μου, κερατάδεεεεες» και κάνει μια και χτυπάει το κεφάλι της στη γωνία απ’ το καφενείο τ’ Φίτζου Τζίνα. Ποτάμι το αίμα από το χτύπημα, πάρτη πάλι κάτω τη Ζαχόραινα!

Άντε πάλι να της δέσει την πληγή ο δάσκαλος! Πέρασε ώρα να συνέλθει και να σηκωθεί απ’ το χώμα. -Τα λογικά της, όμως, δεν σηκώθηκαν ποτέ.- Χτύπαγε την καμπάνα της εκκλησίας τις νύχτες, χάλαγε τις βρύσες του χωριού και γύρναγε στα βουνά και στα ρουμάνια φωνάζοντας για τον αδερφό της για χρόνια. Έως ότου έγινε επικίνδυνη και μια μέρα Άνοιξη του Πενήντα έξι, πρέπει να ήταν, κίνησε πέρα κατά του Άι Λια το σύρραχο μ’ έξι παγούρια ζωσμένα στη μέση της. Έπιασε το άλογο, μια μαύρη φοράδα του Τσαγκαλού, αντάρτη με βαθμό στο αντάρτικο, το έσφαξε και γέμισε τα μεταλλικά παγούρια με το αίμα του. Πασαλείφτηκε στα μούτρα της με αίμα και πήγε στην πόρτα στο σπίτι του Τσαγκαλού αιματοβαμμένη κι η ίδια πατόκορφα, άδειασε τα παγούρια με το αίμα του αδερφού της στα παράθυρα και τις πόρτες στην αυλή!

Κάτι τριανταφυλλιές μ’ άσπρα τριαντάφυλλα που βάφτηκαν από το κόκκινο του αίματος, ντράπηκαν κι έγειραν από το βάρος της ενοχής και μιας αφόρητης σιωπής…

Ήρθαν σε κάνα δυο μέρες οι χωροφυλάκοι και την πήραν δεμένη πισθάγκωνα για κάπου που το λέγανε Δαφνί, κάτω στην Αθήνα κι έμεινε κλεισμένη εκεί για χρόνια!

…………………………………………………………………………………………………..

Κύριε Νιαβή, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συζήτηση και σας εύχομαι κάθε επιτυχία προσωπική και συγγραφική.

Κα Πετρίδου δική μου η χαρά και η απόλαυση να συνομιλήσω μαζί σας. Σας ευχαριστώ από καρδιάς. Αντεύχομαι πνευματική δίψα και τη διαρκή αναζήτηση πηγών που θα σας δροσίζουν τα καθημερινά της βιοτής σας.


Βιογραφικό:


Ο Πάνος Νιαβής γεννήθηκε το 1956 «στις αιματοβαμμένες πτυχώσεις της ιστορίας» λίγα χρόνια μετά το τέλος του εμφυλίου. Ο Γενέθλιος τόπος, ο Μάραθος Αγράφων Ευρυτανίας, ποτίστηκε με αίμα, πόνο, μίσος και λύπες αγιάτρευτες από τη σφοδρότητα μιας αχρείαστης σύγκρουσης.

Οι κουβέντες νικητών και ηττημένων, αλλά κυρίως «οι άηχες φωνές» των σκοτωμένων που αχνοδιάβαιναν μες στους θολούς καθρέφτες των ενήλικων αφηγήσεων, έδιναν έναν μυθιστορηματικό αέρα στις αδικοχαμένες τους ζωές και τις διαφύλαξε νοσταλγικά ενθυμήματα κι άλλοτε εξομολογήσεις του πεπρωμένου τους.

Εκείνα τα χρόνια νύχτωνε νωρίς και οι νύχτες ήταν μακριές σαν τυφλή προσμονή που κοίταζε μέσα στο σκοτάδι το χαμένο δίκιο τους, που ας ελπίσουμε να το βρουν κάποτε οι ιστορικοί του μέλλοντος…

Παραμένει έκτοτε εσωτερικός εξόριστος, τρωτός και ανέστιος, ζώντας πια στην Αθήνα. Γράφει πολύ, αλλά λίγα από αυτά θα δουν το φως της δημοσιότητας. Γράφει κυρίως ποίηση και έχει εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές. «Ο μαύρος κότσυφας στο χιόνι», Εκδόσεις Samizdat, και «Η Τριγωνομετρία των Παθών», Εκδόσεις Μελάνι. Πρόσφατα κυκλοφόρησαν, από τις Εκδόσεις Παρουσία, τριάντα ποιήματα της μεγάλης Αργεντινής ποιήτριας Αλφονσίνα Στόρνι με τον τίτλο: «No me olviden» με απόδοσή τους στα ελληνικά από τον συγγραφέα.