Λεωνίδας - Βασίλειος Μανιάτης: "Κοινωνικοί, οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες ευθύνονται για την υπαρκτή υποχώρηση της φιλαναγνωσίας στην σύγχρονη Ελλάδα"

 


Ο συγγραφέας Λεωνίδας - Βασίλειος Μανιάτης έχει φιλοξενηθεί αρκετές φορές στις Τέχνες. Κι όχι άδικα. Άλλωστε κάθε φορά έχει και κάτι νέο συγγραφικά να μας παρουσιάσει. Αυτή τη φορά αφορμή αποτελεί το νέο του βιβλίο, η νουβέλα του, που φέρει τον τίτλο «Νέα Αρκ: Ο Μικρόκοσμος των Ψεμάτων» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές».

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κύριε Μανιάτη, γιατί επιμένετε στη συγγραφή έργων που εντάσσονται στη σφαίρα του φανταστικού;

Πρώτ’ απ’ όλα, η αλήθεια είναι ότι αγαπώ πολύ την λογοτεχνία του φανταστικού και αυτός είναι σίγουρα ένας από τους λόγους που συνεχίζω να γράφω έργα τα οποία ανήκουν σε αυτό το λογοτεχνικό είδος. Ωστόσο και πέραν της προσωπικής μου αυτής προτίμησης, προτιμώ το συγκεκριμένο είδος και για μία σειρά από άλλους λόγους. Ο ένας εξ αυτών είναι η δυνατότητα που δίνει η λογοτεχνία του φανταστικού στον συγγραφέα να δημιουργήσει στα έργα του τέτοιες ακραίες καταστάσεις που να μπορούν να δοκιμάσουν στο πολλαπλάσιο την ηθική ακεραιότητα, την ευστροφία και την δύναμη της ψυχής των ηρώων του· καταστάσεις που μπορούν να σχηματιστούν, χωρίς να οφείλουν να συμβαδίζουν με τον κόσμο του πραγματικού και τα ιστορικά του τετελεσμένα. Ακόμα, η λογοτεχνία του φανταστικού δίνει στον συγγραφέα την δυνατότητα του ελεύθερου worldbuilding, του επιτρέπει με άλλα λόγια να σχηματίζει εκ θεμελίων τον κόσμο, στον οποίο θα εντάξει την ιστορία του, δημιουργώντας έτσι μία terra incognita, μία άγνωστη χώρα για να ανακαλύψει ο αναγνώστης. Ως απόρροια αυτού, αν ένα βιβλίο ισοδυναμεί με ένα νοητικό ταξίδι, τόσο για τον συγγραφέα, όσο και για τον αναγνώστη, ένα βιβλίο φαντασίας ισοδυναμεί με ένα ταξίδι σε κάποιον πολύ πιο μακρινό, μαγευτικό και εξωτικό προορισμό· προς έναν τόπο για τον οποίο δεν ξέρεις απολύτως τίποτα και τον οποίο καλείσαι να ανακαλύψεις από την αρχή. Τέλος, η λογοτεχνία του φανταστικού, περισσότερο νομίζω από κάθε άλλο λογοτεχνικό είδος έχει την δύναμη να αποτελέσει ένα μικρό παράθυρο για τον αναγνώστη έξω από τα προβλήματα και τα άγχη της καθημερινότητας, προσφέροντάς του μία χαλαρωτική, διασκεδαστική και παράλληλα δυνάμει ψυχαγωγική εμπειρία που θα τον καλέσει να δει τον κόσμο γύρω του με άλλα μάτια και να θέσει έτσι σε κίνηση την διαδικασία σκέψης του πάνω σε σοβαρά ζητήματα που αφορούν και την δική μας πραγματικότητα.

Δεδομένου ότι οι άνθρωποι στις μέρες μας ζουν σε μια κοινωνία στην οποία πρωταγωνιστεί η τεχνολογία, θεωρείτε πως μπορεί ακόμα το βιβλίο να έχει θέση στη ζωή τους;

Νομίζω ότι μία απλή ιστορική ματιά στο όλο ζήτημα θα αποδείκνυε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι κατά γενικό κανόνα, σε μακροπρόθεσμο επίπεδο, η σταδιακή ανάπτυξη της τεχνολογίας ανά τους αιώνες μάλλον συντέλεσε παρά καθυστέρησε την αύξηση του ποσοστού της εγγραμματοσύνης σε κάθε ανθρώπινη κοινωνία και κατά συνέπεια και του ποσοστού των ανθρώπων που διαβάζουν βιβλία. Σημαντικές εφευρέσεις, όπως το χαρτί από πάπυρο (που αντικατέστησε τις λίθινες και πήλινες επιγραφές), ο πίνακας με το κερί (όπου μάθαιναν να γράφουν οι μαθητές στην αρχαία Ελλάδα), η περγαμηνή και το χαρτί από δένδρα (που διεύρυναν την παραγωγή της γραφικής ύλης), η τυπογραφία (που απήλλαξε την ανθρωπότητα απ’ την ανάγκη της χειρόγραφης αντιγραφής των βιβλίων), η ψηφιοποίηση και η χρήση της ψηφιακής τεχνολογίας και του Διαδικτύου (για την φθηνότερη διάδοση της γνώσης) υπήρξαν μερικά μόνο από όσα προσέφερε η τεχνολογία, τα οποία έπαιξαν καταλυτικό ρόλο και στην μείωση του ποσοστού των αγραμμάτων και στην αύξηση των βιβλίων που μπορούσε να διαβάσει κανείς, κάνοντας το βιβλίο ευκολότερο στην παραγωγή και παράλληλα πιο προσιτό στον υποψήφιο αναγνώστη. Δεν βλέπω λοιπόν για ποιον λόγο η ανάπτυξη της τεχνολογίας να απειλεί σήμερα την ανάγνωση των βιβλίων.

Το παραδοσιακό βιβλίο βέβαια είναι γεγονός ότι τείνει σταδιακά να αντικατασταθεί από το ψηφιακό, το λεγόμενο e-book. Προσωπικά, μπορεί να προτιμώ χίλιες φορές την αίσθηση και το βάρος του κλασικού βιβλίου στο χέρι μου, παρά να διαβάζω από το tablet, αυτό ωστόσο καταλαβαίνω καλά ότι οφείλεται στο γεγονός ότι έτσι έμαθα από μικρός και όχι σε κάποιον άλλο, πρακτικό λόγο. Ακόμα όμως και αν έρθει μία ημέρα που η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων θα διαβάζουν μέσω e-books και που η απόκτηση -και επίδειξη της κατοχής- παλαιού τύπου βιβλίων θα θεωρείται δείκτης πλούτου και πολυτελούς διαβίωσης, το βιβλίο δεν θα έχει πεθάνει, αλλά απλά θα έχει μετουσιωθεί, παίρνοντας μία καινούργια, ενδεχομένως πιο εύχρηστη και σίγουρα πιο οικολογική μορφή. Και σημειωτέον ότι δεν θα είναι η πρώτη φορά που το κύριο μέσον καταγραφής και ανάγνωσης της λογοτεχνίας θα έχει αλλάξει μορφή…

Ωστόσο, θα μπορούσε κανείς να παρατηρήσει ότι πράγματι στην εποχή μας, μία ολοένα και μεγαλύτερη μερίδα ανθρώπων διαβάζει λίγο έως καθόλου. Πρέπει ωστόσο να ξεκαθαριστεί ότι το γεγονός αυτό δεν έχει να κάνει τόσο με την «εισβολή» της τεχνολογίας στην καθημερινότητά μας, όσο έχει να κάνει με άλλους παράγοντες. Τέτοιοι παράγοντες είναι σαφώς οι έντονοι ρυθμοί της καθημερινότητας και ο επακόλουθος περιορισμός του ελεύθερου χρόνου του μέσου ενήλικα πολίτη, αλλά και του μέσου παιδιού, ο περιορισμός της φιλαναγνωσίας ως κοινωνικού προτύπου (αφού όταν ο γονιός δεν προλαβαίνει να διαβάσει ο ίδιος, μοιραία δεν θα περάσει το πρότυπο της φιλαναγνωσίας στο παιδί του), η πιεστική και στρεσογόνος σχέση που μοιραία αναπτύσσεται μεταξύ των παιδιών και του βιβλίου, στο -απάνθρωπα θα έλεγα εξουθενωτικό- πλαίσιο της προετοιμασίας των μαθητών για τις Πανελλαδικές Εξετάσεις που είναι ικανή να γεννήσει μέχρι και την αποστροφή των πρώην μαθητών για το βιβλίο και τέλος η σχεδόν παντελής αδιαφορία για την προώθηση της φιλαναγνωσίας από το κράτος, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αλλά και την εκπαίδευση, ως έναν βαθμό.

Διότι το κράτος, μέσω του εκπαιδευτικού του συστήματος, θα έπρεπε να προωθεί την φιλαναγνωσία, φέρνοντας σε επαφή τους μαθητές του με λογοτεχνικά κείμενα που απευθύνονται (και) στην ηλικία τους, όχι στο πλαίσιο ενός μαθήματος που εξετάζεται και βαθμολογείται, αλλά σε ένα γενικότερο πλαίσιο ελεύθερης ενασχόλησης με την τέχνη. Διότι το να δίνει το σχολείο στους μαθητές του λίγο πριν τα Χριστούγεννα ή το Πάσχα μία λίστα με δεκαπέντε βιβλία ως «προτάσεις για ανάγνωση» όλοι ξέρουμε ότι δεν λειτουργεί, ιδίως δε αν συνδυάζεται με μία γενναία δόση μαθημάτων και εργασιών για το σπίτι κατά την διάρκεια των διακοπών. Φανταστείτε τι ωραία που θα ήταν, αν, λόγου χάριν, στο Δημοτικό, αφιέρωνε το σχολείο μία διδακτική ώρα κάθε μέρα -ή έστω 3 φορές την εβδομάδα- κατά προτίμηση δε την τελευταία ώρα πριν το σχόλασμα, στην φιλαναγνωσία. Με την βοήθεια του δασκάλου, τα παιδιά να επέλεγαν κάποιο βιβλίο λογοτεχνίας από την σχολική τους βιβλιοθήκη και να το διάβαζαν όλοι μαζί στην τάξη, ένα κεφάλαιο την φορά. Όχι για να μάθουν και να εξεταστούν, αλλά για να ηρεμήσουν από την κούραση των προηγούμενων ωρών και να απολαύσουν την μαγεία της λογοτεχνίας. Και το ίδιο σαφώς θα μπορούσε να γίνεται και στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, συνδυαζόμενο με μαθήματα δημιουργικής γραφής με στόχο και την ανάπτυξη της γλώσσας και της φαντασίας των μαθητών. Μιλάμε δηλαδή για απλά μέτρα που θα μπορούσαν να αλλάξουν ριζικά την σχέση των παιδιών με την ανάγνωση της λογοτεχνίας και τα οποία θα μπορούσαν κάλλιστα να λάβουν χώρα, υπαρχούσης βέβαια της απαραίτητης πολιτικής βούλησης.

Και τέλος, καλό θα ήταν το κράτος, αλλά και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης να καθιστούν ευκολότερο για νέους συγγραφείς να προβάλλουν το έργο τους χωρίς κάποια οικονομική επιβάρυνση, στο πλαίσιο της ανάδειξης του σημερινού ελληνικού πολιτισμού. Διότι, κακά τα ψέματα, σε αντίθετη περίπτωση, μόνο συγγραφείς που ξεκινούν από θέση μεγάλης οικονομικής ισχύος μπορούν να προβάλλουν εύκολα το έργο τους, προσελκύοντας το αναγνωστικό κοινό, όχι απαραιτήτως επειδή η πένα τους είναι πιο ποιοτική, αλλά κυρίως επειδή έχουν την δυνατότητα καλύτερης διαφήμισης του έργου τους. Δεν θα αναφερθώ τόσο στο κομμάτι της κοινωνικής ανισότητας που υπάρχει εδώ, αλλά θα μείνω στο πιο σημαντικό που είναι ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των νέων με ταλέντο στην συγγραφή αποθαρρύνονται από το να γράψουν ή να εκδώσουν τα έργα τους και ακόμα και άμα κάνουν το μεγάλο βήμα της έκδοσης, πουλάνε ελάχιστα αντίτυπα, όχι απαραίτητα επειδή δεν είναι καλοί σε αυτό που κάνουν, αλλά διότι δεν έχουν τον τρόπο να κοινοποιήσουν το έργο τους σε μεγαλύτερο αναγνωστικό κοινό.

Συνεπώς, δεν είναι η τεχνολογική πρόοδος, αλλά άλλοι, κοινωνικοί, οικονομικοί και πολιτικοί παράγοντες αυτοί που ευθύνονται για την υπαρκτή υποχώρηση της φιλαναγνωσίας στην σύγχρονη Ελλάδα. Και λύση, δεν είναι σαφώς να γυρίσουμε τεχνολογικά στον Μεσαίωνα, αλλά να βρεθεί η πολιτική βούληση να αντιμετωπιστούν τα υπαρκτά κοινωνικά προβλήματα που ως ανοικτές πληγές συνεχίζουν να μαστίζουν την κοινωνία μας, υποσκάπτοντας το μέλλον της.

Το φανταστικό κατά πόσο μπορεί να πείσει τους αναγνώστες για την εγκυρότητά του, ώστε να θελήσουν να το ακολουθήσουν; Δανείζεται στοιχεία από την πραγματικότητα για το σκοπό αυτό κι αν ναι, πόσο συχνά γίνεται αυτό;

Πρώτ’ απ’ όλα, νομίζω ότι εξ ορισμού το κομμάτι της φαντασίας είναι απαραίτητο στοιχείο ώστε ένα κείμενο να μπορέσει να χαρακτηριστεί ως λογοτεχνικό. Διότι ακόμα και αν γράφουμε για πραγματικά γεγονότα και άτομα, είναι αδύνατον να γράψουμε λογοτεχνία, βασιζόμενοι αποκλειστικά στα γεγονότα. Διότι τότε θα γράφαμε είτε ιστορία, είτε αστυνομικό, κοινωνικό ή άλλης φύσεως ρεπορτάζ. Με εξαίρεση ίσως την βιογραφία και αυτοβιογραφία που μπορεί να περιέχει σαφώς λογοτεχνικά στοιχεία, όλα τα άλλα λογοτεχνικά είδη εμπεριέχουν σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό το στοιχείο της φαντασίας. Σε μικρότερο βαθμό, αν είναι ιστορικά μυθιστορήματα ή αν βασίζονται σε αληθινά γεγονότα, σε πολύ μεγαλύτερο αν είναι έργα της λογοτεχνίας του φανταστικού. Παράλληλα η κινητοποίηση της φαντασίας είναι ένα απαραίτητο, υγειές στοιχείο της ανθρώπινης σκέψης και γι’ αυτόν τον λόγο ποτέ, κανένας απόλυτος περιορισμός της τέχνης δεν πέτυχε μακροχρόνια στην ανθρώπινη ιστορία.

Επιπροσθέτως, πληθώρα ιστορικών παραδειγμάτων αριστουργημάτων κλασικής φαντασίας συνδέουν άρρηκτα την κλασική τουλάχιστον φαντασία με την ιστορική λογοτεχνική μας παράδοση. Τα αρχαιότερα άλλωστε ευρωπαϊκά λογοτεχνικά κείμενα, τα Ομηρικά Έπη, εμπίπτουν στην λογοτεχνική κατηγορία της ηρωικής φαντασίας, η οποία αποτελεί υποκατηγορία της κλασικής φαντασίας του ενός από τους τρεις κλάδους της λογοτεχνίας του φανταστικού. Και ένα πιθανό επιχείρημα του ότι τα παλιά χρόνια, οι συγγραφείς των ηρωικών επών πίστευαν στο μεταφυσικό (στους θεούς, τα τέρατα, τους υπεράνθρωπους ήρωες), ούτε κάνει το έργο τους λιγότερο φανταστικό, αφού και να πίστευαν στην ύπαρξή των πραγμάτων αυτών, σίγουρα ποτέ τους δεν τα είχαν δει ιδίοις όμασι, ούτε και συνεπάγεται μία γενίκευση του ότι όποιος γράφει τέτοια έργα πρέπει απαραιτήτως και να πιστεύει στα όσα γράφει. Διότι και σήμερα, όπως και τα παλαιότερα χρόνια, πολλές φορές ο συγγραφέας αξιοποιεί το μεταφυσικό ως συμβολική αλληγορία, προκειμένου να κινητοποιήσει την σκέψη του αναγνώστη του, με έναν τρόπο ξεκούραστο και παράλληλα βαθιά ψυχαγωγικό.

Και για να απαντήσω και στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος, είναι απαραίτητο μία λογοτεχνική ιστορία, ακόμα και η πιο φανταστική, να ενέχει στοιχεία της πραγματικότητας σε αυτήν. Και ο απλούστερος λόγος γι’ αυτό είναι ότι όση φαντασία και να έχει ο συγγραφέας, είναι υποχρεωμένος να εντάξει στον κόσμο και στους χαρακτήρες του στοιχεία πραγματικά, τα οποία, χωρίς να παίζουν απαραιτήτως βασικό ρόλο στην πλοκή, θα τον διευκολύνουν να δομήσει το έργο του, αλλά και να φέρει τον αναγνώστη του σε επαφή με τον φανταστικό κόσμο που πλάθει. Τέτοια στοιχεία μπορεί να είναι η ύπαρξη ανθρώπων (ως το κύριο ή ένα από τα κύρια είδη έλλογης ζωής του φανταστικού του κόσμου), ο κύκλος της ημέρας και της νύχτας, η πιθανή ύπαρξη «Ήλιου» και «Σελήνης» σε ένα φανταστικό πλαίσιο, συγκεκριμένα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά (που μπορεί κανείς να συναντήσει και σε πραγματικά άτομα), οι φυσικοί νόμοι που επηρεάζουν την ζωή (π.χ. οι χαρακτήρες περπατάνε στον φανταστικό κόσμο λόγω του ότι υπάρχει βαρύτητα, δεν πετάνε ή κολυμπάνε στον αέρα), συγκεκριμένα πραγματικά έπιπλα και αντικείμενα, είδη ρουχισμού, πραγματικά ζώα και η λίστα δεν έχει τελειωμό. Και βεβαίως σε αυτά πρέπει να προστεθούν και οι συμβάσεις της κοινής γλώσσας (αφού δίνεται η εντύπωση ότι ο αναγνώστης και ο ήρωας μιλάνε την ίδια γλώσσα), του κοινού, εν μέρει τουλάχιστον, αξιακού κώδικα, της κοινής μέσης ψυχοσύνθεσης και ούτω καθεξής.

Το βασικότερο όμως που περιέχεται στα έργα αυτά από την πραγματικότητα είναι κάτι που προέρχεται από τον κόσμο των συναισθημάτων και των αξιών. Όσο και αν το ταξίδι σε αυτόν τον μαγευτικό κόσμο που έστησε ο συγγραφέας μπορεί στην αρχή να μας συνεπαίρνει, πρέπει να έχουμε στον νου μας ότι όλο αυτό το worldbuilding που έκανε ο συγγραφέας δεν ήταν παρά το «σκηνοθετικό» μέρος της δουλειάς του. Ο φανταστικός κόσμος, τις περισσότερες φορές λειτουργεί με τρόπο τέτοιο ώστε να πλαισιώνει την βαθύτερη ουσία της ιστορίας του βιβλίου· ως ένα πλαίσιο που δίνει μεν μεγαλύτερη δυνατότητα κίνησης στον συγγραφέα, αλλά το οποίο δεν αποτελεί αυτοσκοπό. Στην καρδιά της πλοκής όμως είναι που βλέπουμε να δοκιμάζεται η ίδια η πραγματική ανθρώπινη υπόσταση και να κυριαρχούν τα ίδια πραγματικά ανθρώπινα συναισθήματα που θα ένοιωθε και ο καθ’ ένας εξ ημών, αν με την ενσυναίσθησή του έμπαινε στην θέση του ήρωα του βιβλίου. Πολλές φορές λοιπόν είναι η διαμόρφωση των χαρακτήρων του βιβλίου, η σύνθεση και η κλιμάκωση της πλοκής και η ανάδειξη του ψυχικού κόσμου των ηρώων που βρίσκεται στο επίκεντρο και το φανταστικό πλαίσιο απλά υπάρχει για να καμουφλάρει το τεράστιο ποσοστό αλήθειας που κρύβεται ανάμεσα στις γραμμές του κειμένου, κάνοντας έτσι την διαδικασία της σκέψης, στην οποία θα μπει ο αναγνώστης, πιο ανώδυνη και συνεπώς πιο παρατεταμένη χρονικά και πιθανότατα πιο βαθιά.

Από τη μέχρι τώρα πορεία σας στο χώρο του βιβλίου, θεωρείτε πως υπάρχει συνταγή για τη συγγραφή μιας καλής ιστορίας; Κι αν ναι, τι είναι αυτό που τη χαρακτηρίζει ως καλή;

Το τι θα χαρακτήριζε μία ιστορία καλή ή μη είναι κάτι κατά την γνώμη μου τελείως υποκειμενικό, καθώς και κάτι που μεταβάλλεται με το πέρασμα του χρόνου. Το μόνο σίγουρο είναι ότι η λογοτεχνία δεν είναι ζαχαροπλαστική για να πρέπει ο συγγραφέας να αναμειγνύει συγκεκριμένα υλικά σε συγκεκριμένες αναλογίες, για να πετύχει ένα καλό αισθητικά αποτέλεσμα. Όσο για το τι χρειάζεται να έχει κάποιος για να γίνει συγγραφέας, η απάντηση είναι απλή. Πρέπει να χειρίζεται σε πολύ καλό βαθμό, φυσικά θα έλεγα, την γλώσσα στην οποία γράφει, να έχει μια κάποια τριβή με την λογοτεχνία του είδους στο οποίο θέλει να γράψει, να έχει εξασκήσει ως έναν βαθμό την φαντασία του, να έχει μία γενική ιδέα των μηνυμάτων τα οποία θέλει να επικοινωνήσει στον αναγνώστη και να έχει τέλος και αρκετό ελεύθερο χρόνο για να αφιερώσει στην ασχολία του αυτή. Τα υπόλοιπα είναι θέμα εξάσκησης. Κανείς άλλωστε συγγραφέας δεν έγραψε μεμιάς το πιο σημαντικό του έργο. Για να φτάσει σε αυτό, προηγήθηκαν άλλα κείμενά του, όχι απαραιτήτως δημοσιευμένα και μία διαρκής διαδικασία αυτοκριτικής και αυτοβελτίωσης που είναι αναπόφευκτη με το πέρασμα του χρόνου.

Όσο τέλος για το τι θα χαρακτήριζε μία ιστορία ως καλή για εμένα, αφού επαναλάβω ότι η απάντησή μου είναι απολύτως υποκειμενική, θα ήθελα να μείνω στα εξής τέσσερα χαρακτηριστικά που θεωρώ ότι κάνουν καλή μία ιστορία. Το πρώτο είναι η έντονη πλοκή που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, περιλαμβάνοντας διάφορες εκπλήξεις και ανατροπές. Το δεύτερο είναι ο «ηθικός θρίαμβος» του ήρωα ή της ηρωίδας του βιβλίου που επιτυγχάνεται είτε μέσω της υπέρβασης των δυσκολιών με τίμια μέσα και με έξυπνο τρόπο, είτε με την τραγική μεν, αλλά παράλληλα συγκινητική και πλήρη αξιοπρέπειας πτώση του, αφού έμεινε πιστός μέχρι τέλους σε αυτό που θεωρούσε σωστό. Το τρίτο είναι η δυνατότητα ενός κειμένου να κινητοποιεί την σκέψη του αναγνώστη πάνω σε σημαντικά θέματα του πραγματικού κόσμου, με απώτερο σκοπό το να τον ευαισθητοποιήσει πάνω σε υπαρκτά προβλήματα και να τον προειδοποιήσει για πιθανούς κινδύνους που ελλοχεύουν στο μέλλον σε σχέση με τα πραγματικά αυτά ζητήματα. Και το τελευταίο είναι το να δίνει το βιβλίο την αίσθηση ότι ο συγγραφέας μιλά στον αναγνώστη μέσα από την καρδιά του, θέλοντας να μοιραστεί την σκέψη και τα συναισθήματά του με τρόπο αυθόρμητο και παράλληλα αριστοτεχνικά δομημένο.

Πέρα από συγγραφέας είστε και ποιητής. Η ποίηση ανθεί στις μέρες μας; Τι πιστεύετε; Προσφέρει το δικό της λιθαράκι στα γράμματα και τον πολιτισμό μας;

Η ποίηση κατά κανόνα διαβάζεται πολύ πιο δύσκολα απ’ ό,τι η μυθιστοριογραφία και συνεπώς εκδίδεται και πολύ πιο δύσκολα. Και επιπλέον έχει τους δικούς της κανόνες που είναι κάπως πιο αυστηροί στα περισσότερα είδη ποίησης και καθιστούν συνεπώς πολύ πιο δύσκολο το να γράψει κανείς κάτι το ποιητικό. Η ποίηση επίσης πολλές φορές έχει έναν πολύ πιο προσωπικό τόνο απ’ ότι η συγγραφή πεζού λόγου, κάτι που δίνει την ψευδαίσθηση σε ορισμένους αναγνώστες ότι η ποίηση αφορά προσωπικές σκέψεις που σχετίζονται αυστηρά με τον ποιητή ή και με λίγα ακόμα άτομα και ότι κατά συνέπεια δεν αφορά τους ίδιους. Επιπροσθέτως, ο ποιητικός λυρισμός έχει δυστυχώς θεωρηθεί πλέον ως ένα σπάνιο, αν όχι παλιομοδίτικο στοιχείο, με αποτέλεσμα κατά γενικό κανόνα η ποίηση σήμερα να έχει ένα μάλλον περιορισμένο αναγνωστικό κοινό.

Θεωρώ λοιπόν ότι η ποίηση στις μέρες μας δεν ανθεί διότι η εποχή μας είναι απολύτως αντιποιητική, χωρίς κανέναν απολύτως λυρισμό, προσγειωμένη στην πεζή, σκληρή πραγματικότητα της καθημερινότητας. Επιβιώνει βέβαια, χάρη στις φιλότιμες προσπάθειες των σύγχρονων Ελλήνων ποιητών, αλλά τα ποιήματά της, τα οποία σε μεγάλο βαθμό αντικατοπτρίζουν την θλίψη που είναι διάχυτη στον σύγχρονο κόσμο, σε καμία περίπτωση δεν επαρκούν για να μιλήσουμε για μία άνθηση. Βεβαίως τα λίγα αυτά ποιήματα προσφέρουν σαφώς στον πολιτισμό μας, ενώ σφυγμομετρούν με τον καλύτερο δυνατό τρόπο τον πόνο και την θλίψη που μαστίζουν μεγάλο μέρος της κοινωνίας μας.

Θα μπορούσαμε ίσως να παρομοιάσουμε την ποίηση με ένα φυλλοβόλο φυτό. Δεν μπορεί να ανθήσει μέσα στον χειμώνα· για να ανθήσει πρέπει πρώτα να φτάσει η άνοιξη.

Ποιοι είναι οι αγαπημένοι σας ποιητές και συγγραφείς; Δέχεστε επιρροές από το έργο τους στα δικά σας πονήματα;

Ως γνωστόν στην τέχνη δεν υπάρχει παρθενογένεση. Τα έργα της λογοτεχνίας που έχουν καταφέρει να κερδίσουν την αγάπη ενός συγγραφέα σαφώς αφήνουν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους πάνω στην καρδιά και την σκέψη του, ενώ είναι πολύ πιθανό τα έργα τα δικά του να βρίσκονται σε έναν διαρκή «διάλογο» με τα έργα που τον ενέπνευσαν. Συνεπώς, όπως και κάθε άλλος συγγραφέας, έτσι και εγώ, έχω δεχτεί επιρροές από αρκετούς συγγραφείς και ποιητές από την Ελλάδα και το εξωτερικό.

Η ποίηση έχει το μεγάλο μειονέκτημα ότι μεταφράζεται δύσκολα και ότι μοιραία χάνει ακόμα και στην καλύτερη μετάφραση. Συνεπώς, στον τομέα αυτό θεωρώ ότι επηρεάστηκα περισσότερο από Έλληνες ποιητές. Αναμφισβήτητα, ο αγαπημένος μου ποιητής είναι ο Κωνσταντίνος Καβάφης, τα ποιήματα του οποίου με ενέπνευσαν στους πρώτους μου ποιητικούς πειραματισμούς, όταν ακόμα πήγαινα στο Γυμνάσιο. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι το πρώτο μου βιβλίο, το «Αλέξανδρος και Σελήνη: Τα Παιδιά του Ήλιου» το ανοίγω με το καβαφικό ποίημα «Αλεξανδρινοί Βασιλείς». Ωστόσο καταλυτικό ρόλο στην στροφή μου προς τον κόσμο του φανταστικού έπαιξε η αγάπη που είχα από μικρός για τις ιστορίες του Ομήρου και κυρίως για την Οδύσσεια, την οποία κάποτε μου διηγείτο ο συγχωρεμένος ο πατέρας μου, σαν παραμύθι.

Όσον αφορά την πεζογραφία, μπορώ να αναφέρω -με την σειρά που διάβασα τα έργα τους- διάφορα ονόματα Ελλήνων και ξένων συγγραφέων που με επηρέασαν σε κάθε περίοδο της ζωής μου. Σαν παιδί, αγάπησα τα έργα της Πηνελόπης Δέλτα (Παραμύθι Χωρίς Όνομα, Στον Καιρό του Βουλγαροκτόνου), του Ιουλίου Βερν (Χίλιες και μία Λεύγες κάτω από τη Θάλασσα, Ο Γύρος του Κόσμου σε 80 Ημέρες, Από τη Γη στη Σελήνη), το βιβλίο ο «Μικρός Πρίγκιπας» του Antoine de Saint-Exupéry καθώς και τις αγνώστου συγγραφέα «Χίλιες και Μία Νύχτες». Σαν έφηβο, με μάγεψαν τα βιβλία της Kathrin Fisher (Το Μαντείο, Ο Άρχοντας, Ο Σκαραβαίος), του Dan Simons (η σειρά του Υπερίωνα) και του David Gibbins (Ατλαντίς, Η Μάσκα της Τροίας, Οι Θεοί της Ατλαντίδας), καθώς και η «Γη των Ανθρώπων» του Antoine de Saint-Exupéry. Σαν νεαρό ενήλικα τέλος με συνεπήραν τα βιβλία του Maurice Druon (Οι Αναμνήσεις του Διός), του Dan Brown (Iluminati: Οι Πεφωτισμένοι, Κώδικας Ντα Βίντσι), του Frank Herbert (όλη η σειρά του Dune) και του Σταμάτη Καμπάνη (Γυρισμός στην Άνδρο).

Τι μπορεί να αποτελέσει έμπνευση για εσάς;

Η αλήθεια είναι ότι η έμπνευση μπορεί να βρίσκεται κυριολεκτικά εκεί που κανείς δεν το περιμένει. Αρκεί κανείς να βρεθεί σε κατάσταση πνευματικής ηρεμίας και να αφήσει την φαντασία του ελεύθερη. Η έμπνευση μπορεί να κρύβεται σε μία απλή φιλική συζήτηση, σε μία χαλαρή βόλτα, σε ένα παλιό βιβλίο (όχι απαραίτητα λογοτεχνικό), σε ένα απρόοπτο περιστατικό, σε ένα όνειρο. Δεν μπορεί να μπει σε πρόγραμμα, ούτε και να προβλεφθεί η ώρα ή ο τόπος όπου θα κάνει την εμφάνισή της. Αυτό που μπορεί κανείς να κάνει με την ξαφνική έμπνευση είναι να την επεξεργαστεί εκείνη την ώρα στο μυαλό του για να σχηματίσει μία αλληλουχία εικόνων και συναισθημάτων που θα δώσει ροή σε μια πλοκή. Και έπειτα να προσπαθήσει να την κρατήσει ζωντανή, μέχρι τουλάχιστον να φτάσει η ώρα που θα μπορέσει να την επεξεργαστεί λογοτεχνικά και να την αποτυπώσει στο χαρτί.

Είναι χρέος του κάθε δημιουργού να μοιράζεται το έργο του όταν το ολοκληρώσει; Εσείς στη προκειμένη περίπτωση, γιατί πήρατε την απόφαση να εκδώσετε το νέο σας βιβλίο;

Η λέξη «χρέος» που χρησιμοποιήσατε είναι νομίζω πολύ βαριά. Ο συγγραφέας ενός κειμένου μπορεί να θελήσει να γράψει κάτι για τον εαυτό του ή για μία μικρή ομάδα ανθρώπων. Το ότι κάποιος έγραψε κάτι που έχει λογοτεχνική αξία, δεν σημαίνει ότι είναι υποχρεωμένος και να το εκδώσει. Είναι και νομικά και ηθικά στο χέρι του συγγραφέα να επιλέξει ποια από τα κείμενά του θα κοινοποιήσει, όσο είναι εν ζωή και νομίζω πως είναι και χρέος των κληρονόμων του, μετά θάνατον, να εκδώσουν κάποιο έργο που ήθελε να εκδώσει αλλά δεν πρόλαβε ή κάποιο κείμενο που ήθελε να δημοσιευτεί μετά τον θάνατό του, αλλά και να μην εκδώσουν κάτι που έγραψε και που επί σκοπού δεν εξέδωσε ποτέ. Κι αυτό το λέω επειδή στο τι γράφει κανείς, αποτυπώνει κομμάτια από την πιο βαθιά σκέψη του, αν όχι από την ίδια του την ψυχή. Πρέπει λοιπόν νομίζω ο συγγραφέας να έχει τον απόλυτο έλεγχο του τι από όσα γράφει δημοσιεύεται και τι όχι και οι επιθυμίες του αυτές να γίνονται σεβαστές και από τους κληρονόμους της πνευματικής του περιουσίας.

Προσωπικά, από όταν θυμάμαι σχεδόν τον εαυτό μου, μου άρεσε να αφηγούμαι ιστορίες -ακόμα και πριν μάθω καλά-καλά να τις γράφω. Και η συνήθεια αυτή συνεχίστηκε για τόσο πολλά χρόνια που είναι πλέον αναφαίρετο κομμάτι του ποιος είμαι. Κάποιες ιστορίες όμως έκρινα ότι δεν είναι για να μένουν κλειδωμένες στο συρτάρι και αποφάσισα έτσι να τις κοινοποιήσω, ώστε το αναγνωστικό κοινό της λογοτεχνίας του φανταστικού να μπορέσει να έρθει σε επαφή με αυτές, κερδίζοντας έτσι λίγη ώρα ξενοιασιάς και ηρεμίας, με την συντροφιά των βιβλίων μου. Την «Νέα Αρκ» η αλήθεια είναι ότι δεν την είχα γράψει με την προοπτική να γίνει βιβλίο από μόνη της. Ίσως κάποτε να συμμετείχε σε κάποια ανθολογία, αλλά αυτό ήταν όλο. Όταν όμως ο κύριος Σωτήρχος από τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές διάβασε το κείμενό μου και μου πρότεινε να το εκδώσω σαν αυτοτελές βιβλίο, χάρηκα πάρα πολύ και δεν μπορούσα παρά να δεχτώ την γενναιόδωρη πρότασή του, για την οποία και του είμαι ευγνώμων.


Ας αναφερθούμε περισσότερο σ’ αυτό. Πρόκειται, λοιπόν, για μία νουβέλα, που φέρει τον τίτλο «Νέα Αρκ: Ο Μικρόκοσμος των Ψεμάτων» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές». Ποιο υπήρξε το βασικό σας ερέθισμα για να ξεκινήσετε τη συγγραφή του συγκεκριμένου έργου;

Αναμφισβήτητα το βασικό ερέθισμα για την συγγραφή της «Νέας Αρκ» υπήρξε η πανδημία του κορωνοϊού και ο τρόπος που μέσα σε λίγους μήνες άλλαξε τόσο καταλυτικά την ζωή μας. Και δεν αναφέρομαι τόσο στο τραγικό βεβαίως κομμάτι των θανάτων που προξένησε η νέα αυτή ασθένεια, όσο στα μέτρα που ελήφθησαν για τον περιορισμό της και στον τρόπο που η όλη αυτή κατάσταση επηρέασε τις καθημερινές συνήθειες και την ίδια την σκέψη μας. Ανεξαρτήτως του πόσο μας επηρέασε σε προσωπικό επίπεδο η ασθένεια αυτή, τα όσα συνέβησαν, η εμπειρία της πανδημίας, άλλαξαν λιγότερο ή περισσότερο τον κάθε έναν εξ ημών. Με αυτήν την σκέψη στο μυαλό, την ριζική αλλαγή που μπορεί να προκύψει από κάτι τόσο απειροελάχιστα μικρό, όπως ένας ιός, σχεδίασα την πλοκή της «Νέας Αρκ» με την κατά πολύ φονικότερη πανδημία που θα αφάνιζε το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου και θα άφηνε ανεξίτηλα τα σημάδια της στον μεταποκαλυπτικό αυτό κόσμο και στην νοοτροπία των ανθρώπων του, ακόμα και πολλούς αιώνες μετά το φονικό της πέρασμα.

Το βιβλίο αυτό αποτελεί νικητήριο βραβείο προς το δημιουργό του καθώς απέσπασε το δεύτερο βραβείο "Επιστημονικής Φαντασίας" στην κατηγορία "νουβελέτα" στα "Βραβεία Λογοτεχνίας του Φανταστικού Larry Niven 2021". Πώς αισθάνεστε γι’ αυτό; Είστε υπέρ των λογοτεχνικών διαγωνισμών και γιατί;

Η διάκριση της οποίας έτυχε η νουβελέτα μου αυτή με τιμά, ενώ η είδησή της, όταν ανακοινώθηκε, με είχε γεμίσει με χαρά. Εννοείται ότι είμαι υπέρ των πάσης φύσεως λογοτεχνικών διαγωνισμών, καθώς προωθούν την λογοτεχνία, προτρέπουν νέους συγγραφείς και ποιητές να συμμετάσχουν και γνωστοποιούν τα ονόματα των νικητών, τιμώντας το έργο τους και παράλληλα δίνοντάς τους ένα «ισχυρό χαρτί» για το βιογραφικό τους, σε περίπτωση που μελλοντικά απευθυνθούν σε έναν εκδοτικό οίκο για να εκδώσουν κάποιο άλλο έργο τους. Οι δε διαγωνισμοί που, όπως τα Βραβεία Larry Niven, προχωρούν και σε έκδοση των νικητήριων, καθώς και των επιλαχόντων κειμένων, πάνε ένα βήμα παραπέρα, συμβάλλοντας στην δημοσιοποίηση του έργου των εν λόγω συγγραφέων και προωθώντας έτσι την λογοτεχνία έτι περαιτέρω.

Μιλήστε μας για το περιεχόμενο του βιβλίου σας.

Η Νέα Αρκ είναι μία απομονωμένη παραθαλάσσια κοινότητα, οι κάτοικοι της οποίας θεωρούν ότι αποτελούν το τελευταίο προπύργιο του πολιτισμού μετά από την εφιαλτική πανδημία που αποδεκάτισε τους προγόνους τους πριν σχεδόν 500 χρόνια. Η σύνθετη αυτή ασθένεια που προκύπτει από την συνένωση δύο διαφορετικών ιών που ο κάθε ένας είναι απολύτως ακίνδυνος από μόνος του, αλλά η σύνθεσή τους είναι απολύτως θανατηφόρα, δεν ήταν φυσική, αλλά αποτέλεσε προϊόν βιολογικού πολέμου. Για πολλά χρόνια, η σεξουαλικά μεταδιδόμενη αυτή ασθένεια ταλάνιζε την Ανθρωπότητα, μέχρι που μία γυναικεία αδελφότητα, γνωστή και ως το Ιερό Τάγμα, κατάφερε να βρει έναν τρόπο να περιορίσει την εξάπλωση της ασθένειας, διά του απόλυτου ελέγχου των γάμων μεταξύ των επιζώντων και δια της θρησκευτικής απαγόρευσης κάθε εξωσυζυγικής σχέσης. Ορίζοντας παράλληλα ένα υγειονομικό πρωτόκολλο και επιβάλλοντας το μέσω του μεταφυσικού τρόμου της αιώνιας κόλασης, κατάφερε να περιορίσει την ασθένεια για αιώνες, πετυχαίνοντας παράλληλα έναν τεράστιο, καίτοι όχι απόλυτο βαθμό ελέγχου πάνω στην κοινωνία των επιζώντων στην Νέα Αρκ.

Ο φόβος μεταξύ του πληθυσμού για την ασθένεια που κοιμάται και που μπορεί να ξυπνήσει ανά πάσα στιγμή σε περίπτωση που αψηφήσουν τις εντολές του Ιερού Τάγματος παρέμεινε αμείωτος για αιώνες. Μέχρι που κάποια στιγμή, ένα νεαρό ζευγάρι, αποφασίζει να παρακούσει το Ιερό Τάγμα και να κλεφτεί για να ζήσει τον απαγορευμένο έρωτά του, μέχρι η αρρώστια να ξυπνήσει και να τους αφανίσει. Πίσω στην Νέα Αρκ, η πράξη τους αυτή πυροδοτεί μία τεράστια σύγκρουση μεταξύ του στρατηγού της Νέας Αρκ και πατέρα του νεαρού που εξαφανίστηκε και της Πρωθιέρειας του Ιερού Τάγματος που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την ανάγκη του για να προωθήσει την δικιά της πολιτική ατζέντα. Στο μέσο της σύγκρουσής τους θα παγιδευτεί όμως η νεαρή Ρένα, η πρωταγωνίστρια της νουβελέτας, η οποία είναι δόκιμη του Ιερού Τάγματος, προστατευομένη της Πρωθιέρειας και παράλληλα θετή κόρη του στρατηγού. Με την πίεση των γεγονότων που εκτυλίσσεται γύρω της να είναι ασφυκτική, καλείται να επιλέξει με ποιο από τα δύο στρατόπεδα θα ταχτεί, ενώ στην προσπάθειά της να βρει μία λύση, ανακαλύπτει το μεγαλύτερο μυστικό του Ιερού Τάγματος, το οποίο, αν μαθευτεί, μπορεί να τινάξει στον αέρα τα θεμέλια της μικρής παραλιακής πολιτείας που, όπως φαίνεται δεν είναι παρά ένας μικρόκοσμος, δομημένος πάνω σε καλά μελετημένα ψέματα. Το τι θα επιλέξει να κάνει, θα έχει τεράστιες επιπτώσεις για το μέλλον της Νέας Αρκ, αφού η αποκάλυψη ενός τέτοιου μυστικού είναι ικανή να θέσει τους πάντες σε θανάσιμο κίνδυνο.

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για το βιβλίο σας; Τι υποδηλώνει;

Νέα Αρκ, όπως σας είπα, είναι το όνομα της μικρής παραθαλάσσιας πολιτείας, όπου λαμβάνει χώρα η πλοκή της ιστορίας μας. Ονομάζεται Νέα, διότι προφανώς υπάρχει και η Παλαιά Αρκ που δεν είναι άλλη από την ερειπωμένη παλιά πόλη που περιγράφεται στην αρχή του βιβλίου, από την οποία προήλθαν οι επιζώντες που έχτισαν την Νέα Αρκ, κοντά στο παλιό οχυρό. Και Αρκ είναι μία συμβολική μάλλον ονομασία που σε πολλές ευρωπαϊκές γλώσσες (αγγλ. ark, γαλ. arche, γερμ. Arche, ιταλ. arca κοκ.) σημαίνει μεταξύ των άλλων την Κιβωτό, η βιβλική έννοια της οποίας είναι ένα θαλάσσιο όχημα ικανό να συντηρήσει την ζωή μετά από μία παγκόσμια καταστροφή. Η πόλη βέβαια δεν θα μπορούσε να επιπλέει πάνω από τα κύματα, κατάφερε όμως, χάριν και της παρέμβασης του Ιερού Τάγματος, να σώσει τους κατοίκους της από τον αρχαίο λοιμό, διατηρώντας τόσο την ανθρώπινη ζωή, όσο και τον πολιτισμό της Παλαιάς Πολιτείας. Δεν πρόκειται λοιπόν για κάποια πραγματική ονομασία πόλης, αλλά για μία μάλλον αλληγορική ονομασία.

Ο υπότιτλος «Ο Μικρόκοσμος των Ψεμάτων» έχει να κάνει με τα ψέματα πάνω στα οποία έχει στηριχτεί η κοσμοθεωρία των κατοίκων της Νέας Αρκ, τα οποία δεν είναι λίγα και ούτε και προέρχονται όλα από την ίδια πηγή. Στην πολιτική πραγματικότητα της Νέας Αρκ άλλωστε, η πολιτική αξιοποίηση ενός πιστευτού ψέματος μπορεί να σημαίνει μέχρι και την επιβίωση του ατόμου που το λέει, ενώ η κατάρρευση αυτού του πύργου των ψεμάτων μπορεί να σημαίνει, μέχρι και την οριστική καταστροφή της πόλης. Οι δε πολίτες της, θεωρούν την Νέα Αρκ ως το τελευταίο προπύργιο του πολιτισμού, έξω από τα περιφραγμένα όρια της οποίας δεν ζουν παρά μονάχα οι λεγόμενοι Βάρβαροι, δηλαδή φυλές ολιγάριθμων ανθρώπων που γύρισαν σε μία πρωτόγονη κατάσταση μετά την μεγάλη καταστροφή. Για αυτούς συνεπώς, το σύνολο του κόσμου τους, ο μικρόκοσμός τους, άμα προτιμάτε, εσωκλείεται από τον εκτεταμένο ηλεκτροφόρο φράχτη που προστατεύει το οχυρό του στρατηγού, την ζωντανή κοινότητα της Νέα Αρκ, την ερειπωμένη παλιά πόλη της Παλαιάς Αρκ, τις καλλιέργειες των κατοίκων της περιοχής, το κοινοτικό νεκροταφείο και το Ιερό Θεραπευτήριο που αποτελεί και την έδρα του Ιερού Τάγματος.

Ποιο είναι το μήνυμα που θέλετε να περάσετε στον αναγνώστη μέσα από την ιστορία που αφηγείστε;

Τα μηνύματα της Νέας Αρκ είναι πέντε στον αριθμό. Το πρώτο και πιο προφανές είναι πώς ένας μικροσκοπικός ιός μπορεί να αλλάξει για πάντα τον ανθρώπινο πολιτισμό, προκαλώντας «τραύματα» που ίσως να παραμένουν ανοιχτά ακόμα και πολλούς αιώνες μετά την εκδήλωση της πρώτης πανδημίας. Το δεύτερο αποτελεί μία προειδοποίηση για τον υπαρκτό κίνδυνο που αντιπροσωπεύει ένας βιολογικός πόλεμος και μάλιστα σε μία εποχή όπου καθίσταται πια δυνατός ο σχεδιασμός στο εργαστήριο ενός νέου φονικού ιού που δεν έχει υπάρξει ποτέ στο παρελθόν και άρα είναι άγνωστος στους γιατρούς, αλλά και στο ανθρώπινο ανοσοποιητικό σύστημα. Το τρίτο μήνυμα έχει να κάνει με τον τρόπο που ένα μέτρο μπορεί να γίνει γενικός κανόνας μέσα σε λίγες γενιές, μέσα από μία πιο μεταφυσική προσέγγιση, όπως αυτή της μεταθανάτιας τιμωρίας. Το τέταρτο είναι αυτό που λέει ο λαός ότι ουδέν μονιμότερον του προσωρινού: το πώς δηλαδή μία έκτακτη κατάσταση -όπως τα μέτρα αντιμετώπισης ενός προβλήματος- μπορεί σταδιακά να καταστεί μόνιμη λόγω της απόδοσής της στην αντιμετώπιση του αρχικού προβλήματος, αλλά και του φόβου του κόσμου, ακόμα και αν αυτό συνεπάγεται στέρηση βασικών ελευθεριών που κάποτε θεωρούνταν αυτονόητες. Και το τελευταίο μήνυμα είναι μία συμβουλή προς τους νέους και τις νέες, να μην αφήνουν άλλους, ακόμα και αν πρόκειται για άτομα με κύρος, να τους πατρονάρουν και να τους χρησιμοποιούν ως πιόνια, αλλά αντίθετα να προτιμούν να ακολουθούν την εσωτερική τους πυξίδα σχετικά με το τι αισθάνονται σωστό και τι λάθος. Διότι η απόφαση που θα πάρουν, ακόμα και αν τελικά δεν είναι η σωστή, θα είναι τουλάχιστον δική τους και θα ξέρουν ότι την πήραν με γνώμονα αυτό που πίστευαν ότι ήταν το σωστό.

Το βιβλίο σας απευθύνεται μόνο σε ενήλικες ή και σε έφηβους;

Το βιβλίο μου απευθύνεται πρωτίστως, αλλά όχι αποκλειστικά σε ενήλικες. Μπορεί στην πλοκή του να περιλαμβάνονται και ορισμένες σκηνές βίας, αυτές όμως περιγράφονται με τρόπο σίγουρα πολύ λιγότερο «σοκαριστικό» απ’ ό,τι ανάλογες σκηνές παρουσιάζονται σε ταινίες που κρίνονται κατάλληλες για εφήβους.

Πόσο χρόνο χρειάστηκε για να ολοκληρώσετε το βιβλίο σας;

Το βιβλίο μου αυτό δεν αποτελεί μυθιστόρημα, αλλά νουβελέτα, πράγμα που σημαίνει ότι είναι σχετικά μικρής έκτασης. Για να το ολοκληρώσω, θυμάμαι ότι δούλευα πυρετωδώς επί τέσσερεις συνεχόμενες ημέρες.

Μιλήστε μας για το εκδοτικό σπίτι. Είστε ευχαριστημένος από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Συμπαντικές Διαδρομές»;

Από την συνεργασία μου με τις Εκδόσεις Συμπαντικές Διαδρομές δεν έχω μέχρι τώρα κανένα απολύτως παράπονο. Η φιλολογική και αισθητική επιμέλεια των κειμένων μου, η επιλογή των εξωφύλλων και η προώθησή τους μέσα από τις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Όψεις τους Φανταστικού θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν εξαιρετικά, ενώ σημαντική θεωρώ και την δυνατότητα που μου δίνεται να συμμετέχω και σε ανθολογίες των Εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές που κατά καιρούς εκδίδονται. Για όλα αυτά, οφείλω ένα μεγάλο ευχαριστώ στον κύριο Σωτήρχο και σε όλη την ομάδα των Εκδόσεων Συμπαντικές Διαδρομές.

Σχεδιάζετε κάποια παρουσίαση του βιβλίου σας το προσεχές διάστημα;

Αυτόν τον Δεκέμβριο, εκτός απροόπτου, στην Αθήνα θα λάβει χώρα το Φεστιβάλ Όψεις του Φανταστικού. Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ, θα παρουσιάσω και αυτό μου το βιβλίο και θα είναι μεγάλη μου χαρά να απευθυνθώ ζωντανά στο αναγνωστικό μου κοινό και να υπογράψω αφιερώσεις σε όσους μου το ζητήσουν. Ελπίζω να σας δω όλους εκεί!

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα απόσπασμα από το βιβλίο σας. 

Θα σας παραθέσω ένα απόσπασμα από τις δύο πρώτες σελίδες του βιβλίου, την αφήγηση του οποίου έχω δημοσιεύσει και σε ένα σύντομο video στο YouTube (μπορείτε να το βρείτε εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=GZ2EP4lYa9Y ):

Οι χρυσές ακτίνες του πρωινού ήλιου έλουζαν με το φως τους την παλιά προκυμαία, ενώ οι γλάροι πετούσαν αμέριμνα πάνω από την πλατιά θάλασσα και την Παλιά Πόλη. Τα μισογκρεμισμένα πολυώροφα κτήρια, σαν αποστεωμένα απομεινάρια της Έκτης Χρυσής Εποχής, έστεκαν ακόμα αγέρωχα, κατοικίες πια για τρωκτικά και αγριόγατες, αλλά και για τα πνεύματα των ανθρώπων που χάθηκαν, τον καιρό του Τελευταίου Πολέμου, της σύρραξης που αφάνισε το μεγαλύτερο μέρος της Ανθρωπότητας. Μέσα στο απόκοσμο τοπίο, στην παλαιά παραλιακή λεωφόρο που είχε πρόχειρα επισκευαστεί με συμπληρώματα από τσιμέντο στις λακκούβες που είχαν ανοιχτεί κάποτε από τις πιο εφιαλτικές εκρήξεις, από την πλευρά του οικισμού της Νέας Αρκ πλησίαζε μία έφιππη πομπή.

Τέσσερα μυώδη άλογα έσερναν ένα μάλλον αρχαίο βενζινοκίνητο όχημα, οπλισμένο στο πίσω μέρος του με πολυβόλο, ενώ μπροστά του προπορευόταν ένας ιππέας κρατώντας την τρίχρωμη σημαία της Παλαιάς Πολιτείας και πίσω ακολουθούσε μία ομάδα δώδεκα έφιππων στρατιωτών, οπλισμένων με κάποιο είδος τουφεκιού. Η πομπή πέρασε βιαστική την παραλιακή ζώνη της νεκρής πόλης μέχρι τον πλωτό ποταμό στο δυτικό της άκρο, πέρασε την αναστηλωμένη γέφυρα και συνέχισε την πορεία της δίπλα από το κοινοτικό νεκροταφείο, με τελικό της προορισμό το Ιερό Θεραπευτήριο, στο δυτικό άκρο της περιφραγμένης περιφέρειας της Νέας Αρκ.

Ενώ προχωρούσαν ανάμεσα στα πέτρινα μνήματα, ακούστηκε βροντερή η διαταγή να σταματήσουν και αμέσως οι στρατιώτες υπάκουσαν. Ο ηνίοχος κατέβηκε βιαστικά από την θέση του οδηγού του οχήματος, έτρεξε στην πόρτα του συνοδηγού και με μία βιαστική, αλλά προσεκτική κίνηση, άνοιξε την αλουμινένια πόρτα, για να κατέβει ο στρατηγός. Χωρίς να χάσει χρόνο, εκείνος βγήκε από το όχημα, κρατώντας στο χέρι του ένα κίτρινο άνθος και πλησίασε με βιαστικό βήμα ένα παρακείμενο μνήμα. Κατέβηκε τα λίθινα σκαλοπάτια και ανοίγοντας την σιδερένια πόρτα, βρέθηκε στον εσωτερικό θάλαμο του μνήματος, μπροστά από τον οικογενειακό τάφο. Κάποιος είχε βρεθεί εκεί πριν από λίγη ώρα. Ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, με τα πέταλά του ακόμα υγρά από το νυκτερινό ψιλόβροχο είχε αφεθεί πάνω στον τάφο, ενώ τα μπρούτζινα καντήλια είχαν ανάψει προς τιμήν της κεκοιμημένης.

«Πέρασε από εδώ.» μουρμούρησε ο στρατηγός, βγάζοντας το καπέλο του και σκύβοντας πάνω από τον τάφο, για να ακουμπήσει το άνθος που έφερε δίπλα στο τριαντάφυλλο, «Μην ανησυχείς, αγάπη μου.» συνέχισε απευθυνόμενος στο πορτρέτο της νεκρής συζύγου του που κρεμόταν πάνω από τον τάφο, «Θα τον βρω τον γιο μας, πριν προλάβει να πραγματοποιήσει την απερισκεψία που σκέφτηκε. Δεν θα τον αφήσω να ριψοκινδυνεύσει άσκοπα. Θα κάνω το παν, για να τον σώσω».

Κύριε Μανιάτη, σας ευχαριστώ πολύ για τη συζήτησή μας. Να είστε καλά και πάντα δημιουργικός.

Εγώ σας ευχαριστώ για την ευκαιρία που μου δώσατε με την συνέντευξη αυτή να απευθυνθώ στους αναγνώστες του ηλεκτρονικού σας περιοδικού.


Βιογραφικό:

Ο Λεωνίδας-Βασίλειος Μανιάτης γεννήθηκε το 1994. Αφού αποφοίτησε από το Γενικό Λύκειο της Ελληνογαλλικής Σχολής Ουρσουλινών, έγινε δεκτός ως φοιτητής στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Τον Απρίλιο του 2014, έγινε δεκτή η αίτησή μετεγγραφής του στο αντίστοιχο Τμήμα του ΕΚΠΑ. Εκεί, πήρε το Πτυχίο του, με ειδίκευση στην Αρχαιολογία, ενώ το 2017, συμμετείχε στην πανεπιστημιακή ανασκαφή στο Πλάσι Μαραθώνα. Από τον Σεπτέμβριο του 2018 συνεχίζει τις σπουδές του σε μεταπτυχιακό επίπεδο, με ειδίκευση στην Προϊστορική Αρχαιολογία.
Γράφει ακόμα ποίηση και πεζογραφία. Έργα του έχουν διακριθεί σε διαγωνισμούς σε Ελλάδα και Κύπρο και έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικές ανθολογίες.
Το 2019 δημοσίευσε ελεύθερα για εκπαιδευτικούς σκοπούς ένα corpus σαράντα εκπαιδευτικών παιχνιδιών, συνδεδεμένων με το μάθημα της Ιστορίας Β΄ Γυμνασίου, τα οποία φιλοξενούνται στο ιστολόγιο «Εμπέδωση & Ψυχαγωγία» (https://empedosi-psychagogia.blogspot.com/).