Κατερίνα Δουκάκη: "Η φιλοδοξία μου είναι να γίνω ένας μουσικοσυνθέτης γλωσσικών κειμένων"

 


  
Είναι φυσικός, μουσικός, εκπαιδευτικός, αλλά και συγγραφέας. Η Κατερίνα Δουκάκη κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις «Πλέθρον» το πρώτο της βιβλίο, με τίτλο «Στον κόσμο των ονείρων», για το οποίο θα μας μιλήσει σήμερα στις Τέχνες, στη συνέντευξη που ακολουθεί.

Συνέντευξη στη Στέλλα Πετρίδου


Κυρία Δουκάκη, είστε νέα στο χώρο της λογοτεχνίας. Πώς θα συστήνατε τον εαυτό σας στο αναγνωστικό κοινό; Τι ήταν αυτό που σας ώθησε να εκφραστείτε μέσω της συγγραφής;

Δεν θεωρώ τον εαυτό μου συγγραφέα. Ίσως κάποτε γίνω, ίσως δεν γίνω και ποτέ. Όσο δούλευα στο σχολείο επικοινωνούσα κάθε μέρα με τους μαθητές μου. Ανταλλάζαμε τις σκέψεις μας, τις ιδέες μας και, ναι μη σας φαίνεται παράξενο, και τα όνειρά μας. Έπρεπε με κάποιον τρόπο να συνεχίσω αυτήν την επικοινωνία γιατί αυτή είχα μάθει να είναι η ζωή μου. Έτσι ξεκίνησα να γράφω χωρίς να ξέρω πού θα με οδηγούσε το παιχνίδι της γραφής. Οι λέξεις έβγαιναν αβίαστα από μέσα μου και έμπαιναν, ως δια μαγείας, σε σειρά. Κι αυτές οι λέξεις γεννούσαν άλλες λέξεις και όλες μαζί χόρευαν, πιασμένες χέρι-χέρι, το μαγικό χορό της γλώσσας. Στα κείμενά μου προσπαθώ οι λέξεις μου να τραγουδούν. Οι φράσεις να μοιάζουν με μουσικές φράσεις. Η φιλοδοξία μου είναι να γίνω ένας μουσικοσυνθέτης γλωσσικών κειμένων.

Πώς συνδυάστηκε η συγγραφική σας δραστηριότητα με το αντικείμενο των σπουδών σας, αλλά και με την επαγγελματική σας ενασχόληση ως δασκάλα πιάνου και ως φυσικός;

Τριάντα χρόνια, ως εκπαιδευτικός, δεν σταμάτησα ποτέ να γράφω. Δεν έγραφα, βέβαια, λογοτεχνικά κείμενα αλλά σημειώσεις φυσικής που κι αυτές είναι, όσο κι αν δεν το πιστεύετε, ένα είδος λογοτεχνίας. Από τη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω λογοτεχνικά κείμενα πάντα ήταν παρούσες οι τρεις μου ιδιότητες, του μουσικού, του φυσικού, του δασκάλου. Είναι μέσα σε όλα μου τα κείμενα γιατί είναι μέσα στο μυαλό μου. «Στον κόσμο των ονείρων» ο Αλεσάντρο είναι αστροφυσικός. Η Μπιάνκα παίζει πιάνο. Η Σοφία είναι καθηγήτρια καλλιτεχνικών και παίζει ακορντεόν.

Από πού αντλείτε γενικότερα έμπνευση για να πλάσετε τις ιστορίες σας;

Όλες οι ιστορίες μου έχουν συμβεί: στους δικούς μου ανθρώπους ή και σ’ αυτούς που δεν γνώρισα ποτέ. Έχουν συμβεί είτε στην πραγματικότητα είτε στα όνειρά μου είτε απλώς στη φαντασία μου ή ακόμα και σε κάποιο από αυτά τα άλλα σύμπαντα για τα οποία τελευταία γίνεται πολύς λόγος. Είναι ιστορίες πιθανές. Γεννιούνται μέσα από τους χαρακτήρες που γνώρισα στη ζωή μου ή στα βιβλία που διάβασα και διαβάζω. Με δυο λόγια είναι ιστορίες ανθρώπων.

Έχετε πρότυπα ως συγγραφέας; Στα γραπτά σας θα διαπιστώσει ο αναγνώστης επιρροές από άλλους αγαπημένους σας συγγραφείς;

Όσα και πρότυπα να έχει κανείς, όσο κι αν προσπαθήσει να μιμηθεί κάποιον, είναι ανώφελο. Είναι αδύνατον να κλέψεις από το θεόσταλτο ταλέντου ενός άλλου ανθρώπου. Γι’ αυτό και ποτέ δεν προσπάθησα να κάνω κάτι τέτοιο. Αν κάποιος διακρίνει στα γραπτά μου επιρροή από τον τάδε ή το δείνα συγγραφέα είναι πιθανόν να έχει δίκιο. Αυτά που θαυμάζουμε και αγαπάμε βγαίνουν σ’ αυτά που γράφουμε χωρίς να το συνειδητοποιούμε. Τώρα τελευταία διαβάζω πολλά διηγήματα. Διάβασα διηγήματα του Κάφκα, του Τσέχωφ, του Παπαδιαμάντη και άλλων νεότερων Ελλήνων συγγραφέων. Όλοι με επηρέασαν και είναι πιθανόν να οδηγήσουν τη γραφή μου σε άλλα μονοπάτια από εκείνα που, χωρίς τα διαβάσματα αυτά, θα περπατούσε.

Είναι η φαντασία καθοριστικός παράγων για τη δημιουργία; Τι πιστεύετε;

Είναι ο καθοριστικός παράγων. Φανταστείτε να καθίσει κάποιος να γράψει μια ιστορία ή μια μουσική χωρίς να μπορεί να δει πέρα από την καθημερινότητα, πέρα από την πραγματικότητα που ζει. Να μην μπορεί να φανταστεί τα ανομολόγητα πέρα από τα αυτονόητα. Ακόμα και για να μαγειρέψεις ένα νόστιμο φαγητό χρειάζεται φαντασία, η δική σου ή εκείνου που φαντάστηκε τη συνταγή. Πολλές φορές αναρωτιέμαι ποιος και με ποιον τρόπο σκέφτηκε πρώτος να φτιάξει ένα συγκεκριμένο φαγητό. Π.χ. πιστεύετε ότι θα μπορούσε κάποιος να φτιάξει για πρώτη φορά τον μουσακά αν δεν τον είχε πρώτα φανταστεί;

Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι με την ολοένα κι αυξανόμενη χρήση του διαδικτύου διαβάζουν βιβλία στις μέρες μας;

Δε διαβάζουν οι άνθρωποι βιβλία. Μερικές φορές σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή αυτοί που γράφουν θα ξεπεράσουν σε αριθμό αυτούς που διαβάζουν. Ιδιαίτερα στην περίοδο της πανδημίας οι άνθρωποι έχασαν την επαφή με τους συνανθρώπους τους και άρχισαν να γράφουν γιατί ήθελαν κάπου να μιλήσουν για όλα αυτά που τους έκαιγαν. Δείτε πόσο έχουν αυξηθεί τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής. Όμως δεν έγινε το ίδιο και με τους αναγνώστες. Πραγματικά ήταν έκπληξη για μένα όταν άκουσα κι από ανθρώπους της γενιάς μου να μου λένε: Κατερίνα θα το πάρω το βιβλίο σου αλλά δεν ξέρω αν θα το διαβάσω γιατί έχω ξεχάσει να διαβάζω λογοτεχνία.

Ποια είναι η γνώμη σας για την εκδοτική πραγματικότητα στην Ελλάδα;

Είμαι ακόμα καινούρια στο χώρο και δεν έχω πολλά να πω. Τα βιβλία που εκδίδονται, είναι τόσα πολλά που είναι πολύ δύσκολο κάποιος να ξεχωρίσει αν δεν είναι γνωστός. Εγώ πολλές φορές αναρωτιέμαι: Γιατί κάποιος να διαβάσει το δικό μου βιβλίο ανάμεσα σε όλα τα άλλα που θα βρει στο βιβλιοπωλείο; Δεν θα προτιμήσει να πάρει το βιβλίο ενός γνωστού συγγραφέα παρά να ρισκάρει τα χρήματα και τον χρόνο του στο βιβλίο κάποιου άγνωστου; Όλα αυτά μ’ έκαναν να διστάζω να το εκδώσω. Τελικά το αποφάσισα γιατί λαχταρούσα να το πάρω στα χέρια μου, να νιώσω ότι είχα δημιουργήσει κάτι απτό που θα μπορούσαν κι άλλοι άνθρωποι να το χαρούν εκτός από μένα.

Μουσική ή πεζογραφία; Ποια τέχνη αγαπάτε περισσότερο και γιατί;

Η Μουσική είναι η βασίλισσα των τεχνών. Είναι η άυλη τέχνη. Δεν μιμείται τη φύση. Είναι η ίδια η φύση. Ο Χέρμαν Έσε, στο βιβλίο του «Το παιχνίδι με τις χάντρες», λέει ότι η Μουσική και τα Μαθηματικά είναι οι δύο κορυφές του ανθρώπινου πνεύματος. Η Μουσική μπορεί να φέρει την επανάσταση. Σκεφτείτε μόνο τις συναυλίες. Από δεκάδες μέχρι και χιλιάδες κόσμου συντονισμένοι στον ίδιο ρυθμό. Η δύναμη αυτή δεν υπάρχει σε καμιά άλλη τέχνη. Η πεζογραφία από την άλλη είναι πιο μοναχική. Είναι ο συγγραφέας τετ α τετ με τον αναγνώστη του. Μπορεί βέβαια πολλοί να διαβάσουν το ίδιο βιβλίο. Η συγκίνηση, όμως, που νιώθεις όταν διαβάζεις ένα κείμενο εξατμίζεται σιγά-σιγά, χάνεται μέσα στην καθημερινότητα. Δεν υπάρχει αυτή η «μέθεξη του ταυτόχρονου». Είναι και το άλλο: Υπάρχει άνθρωπος να μη συγκινείται από κάποιου είδους μουσική; Υπάρχει ανθρώπινος πολιτισμός αρχαιότερος ή νεότερος που να μην έχει τη μουσική του; Η Μουσική υπήρχε πριν τον άνθρωπο και θα υπάρχει και μετά από αυτόν. Μιλάει στα αρχέγονα ένστικτά μας. Γι’ αυτό και είναι ο πιο σίγουρος τρόπος να επικοινωνήσουμε και μεταξύ μας, ως άνθρωποι, αλλά και με άλλους εξωγήινους πολιτισμούς.


Το πρώτο σας λογοτεχνικό έργο κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 2023 από τις εκδόσεις «Πλέθρον». Πρόκειται για μυθιστόρημα με τίτλο «Στον κόσμο των ονείρων» στο οποίο, όπως ομολογείτε στον πρόλογό σας, πρωταγωνιστεί το όνειρο. Μιλήστε μας γι’ αυτό. Τι θα διαβάσει ο αναγνώστης πιάνοντας το βιβλίο σας στα χέρια του;

Οι βασικοί ήρωες είναι τρεις και βλέπουν το ίδιο όνειρο. Στο πρώτο μέρος η Μπιάνκα, μια γυναίκα 88 χρόνων που ήταν μέλος του κομμουνιστικού κόμματος της Ιταλίας την εποχή του Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, αναπολεί τη ζωή της. Ψάχνοντας το παρελθόν της οικογένειας του άντρα της, που ήταν απόγονος των ζωγράφων Ελένης Μπούκουρα και Φραντσέσο Αλταμούρα, ονειρεύεται το σπίτι της Ελένης στις Σπέτσες όπως το είχε ζωγραφίσει ο μικρότερος γιος των ζωγράφων. Αυτό την οδηγεί να ψάξει την ιστορία της Ελένης και να γράψει γι’ αυτήν στο σημειωματάριό της. Στο δεύτερο μέρος, αφού η Μπιάνκα έχει πια πεθάνει, ο γιος της Αλεσάντρο, καθηγητής αστροφυσικής στη Νάπολη, ονειρεύεται το ίδιο σπίτι. Διαβάζει τα γραπτά της μητέρας του και πηγαίνει στις Σπέτσες για να δει από κοντά το νησί που γεννήθηκε και πέθανε η προ-προγιαγιά του. Εν τω μεταξύ η Σοφία, ζωγράφος στην Αθήνα, βλέπει το ίδιο όνειρο και θυμάται ότι ένα παρόμοιο σπίτι είχε δει σε μια έκθεση για την οικογένεια Αλταμούρα. Έτσι πηγαίνει στις Σπέτσες για να το δει από κοντά και να βρει μια εξήγηση για το όνειρό της. Εκεί συναντά τον Αλεσάντρο και μπλέκονται τα όνειρα και οι ζωές τους.

Πώς προέκυψε η συγγραφή του συγκεκριμένου βιβλίου; Τι ήταν αυτό που σας ώθησε σχεδόν είκοσι χρόνια μετά να γράψετε και γιατί;

Όταν τελείωσε η επαγγελματική μου ζωή ως εκπαιδευτικού ξεκίνησα να γράφω. Επειδή πάντα πίστευα ότι στην τέχνη, εκτός από το οποιοδήποτε ταλέντο, είναι απαραίτητη και η εκπαίδευση ξεκίνησα να παρακολουθώ ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής με την κ. Έλενα Μαρούτσου. Στα πλαίσια αυτού του σεμιναρίου έγραψα το δεύτερο μέρος, «Αλεσάντρο και Σοφία», ως μια ιστορία που εκτυλίσσεται στις Σπέτσες, μην έχοντας καμιά πρόθεση να την εκδώσω. Η προσωπικότητα της Ελένης Μπούκουρα Αλταμούρα, που ντύθηκε άντρας για να σπουδάσει ζωγραφική, και η μετέπειτα τραγική ζωή της, όπως την περιγράφει η Ρέα Γαλανάκη στο βιβλίο της, αποτέλεσαν τη βασική ιδέα. Μου άρεσε πολύ να συνθέτω την ιστορία και να τη μοιράζομαι κάθε εβδομάδα με τις συμμαθήτριές μου στο σεμινάριο. Κάπως έτσι, χωρίς πρόγραμμα, συνέχισα να φαντάζομαι. Η ιστορία ολοκληρώθηκε με το πρώτο μέρος στο οποίο πρωταγωνιστεί η Μπιάνκα, η μητέρα του Αλεσάντρο.

Γιατί επιλέξατε τον συγκεκριμένο τίτλο για το βιβλίο σας;

Ο τίτλος με παίδεψε πολύ. Ίσως μοιάζει περίεργο να έχει γράψει κάποιος διακόσιες και παραπάνω σελίδες και να κολλάει σε μια μικρή φρασούλα που θα μπει στην κορυφή τους. Κι όμως…Άλλαξα πολλούς τίτλους. Όλοι μου φαίνονταν είτε ότι δεν είναι αρκετά αντιπροσωπευτικοί του περιεχομένου είτε ότι είναι χιλιοειπωμένοι. Τελικά κατέληξα στον συγκεκριμένο τίτλο όταν ο εκδότης μου μού είπε: έχεις τρεις μέρες καιρό να αποφασίσεις για τον τίτλο και πρέπει να σταματήσεις να ρωτάς τους άλλους. Πάρε επιτέλους την ευθύνη. Ο τίτλος είναι οι τελευταίες λέξεις του βιβλίου. Είμαι σίγουρη ότι δίνει το στίγμα του κειμένου. Βέβαια πολλές φορές σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να είχα βρει κάτι πιο πρωτότυπο όπως και πολλές φορές σκέφτομαι ότι πολλά πράγματα θα μπορούσα να τα είχα γράψει αλλιώς και, ακόμη χειρότερα, ότι πολλά πράγματα θα μπορούσα να τα είχα ζήσει αλλιώς.

Πόσο χρόνο χρειαστήκατε για να γράψετε το βιβλίο σας;

Περίπου τρία χρόνια. Όχι βέβαια συνεχόμενα γιατί ενδιάμεσα έγραφα κι άλλα πράγματα. Από την αρχική ιδέα μέχρι την ολοκλήρωση πάντως, πέρασαν πάνω από τρία χρόνια στα οποία γύριζα και ξαναγύριζα στο κείμενο, πρόσθετα και αφαιρούσα γεγονότα, διατύπωνα και αναδιατύπωνα τις φράσεις. Ειδικά το δεύτερο μέρος σχεδόν το ξαναέγραψα από την αρχή όταν ο επιμελητής μου, ο Δημήτρης Παπακώστας, μου είπε ότι διέφερε πολύ στο ύφος από το πρώτο μέρος μιας και είχε γραφτεί πολύ παλιότερα.

Υπάρχουν μηνύματα που περνάτε μέσα από την ιστορία που αφηγείστε;

Πώς θα μπορούσε να ήταν αλλιώς; Όσα χρόνια και να περάσουν παραμένω εκπαιδευτικός. Καίει μέσα μου δασκαλίκι. Έζησα την εποχή της στρατευμένης τέχνης η οποία, βέβαια, έχει περάσει ανεπιστρεπτί και καλώς έγινε. Μερικές φορές παρασύρθηκα από τον διδακτισμό αλλά πιστεύω ότι όλο αυτό αποσοβήθηκε και έμεινε τελικά μια νοσταλγία για όλα αυτά που η γενιά μου ονειρεύτηκε και πόθησε με όλη της την ψυχή. Προσπάθησα όλα αυτά να τα περάσω μέσα από τις ζωές και τα όνειρα των ηρώων μου.

Το βιβλίο σας απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικες ή μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα και για το εφηβικό κοινό;

Δεν νομίζω ότι μπορεί να αποτελέσει ανάγνωσμα για το εφηβικό κοινό. Βέβαια ποτέ δεν ξέρει κανείς, αν σκεφτεί ότι εγώ στα δεκατρία μου διάβασα το «Ζαν Κριστόφ» του Ρομαίν Ρολάν.

Είστε ευχαριστημένη από τη συνεργασία σας με τις εκδόσεις «Πλέθρον»;

Ο εκδότης μου αντιμετώπισε το κείμενό μου με σεβασμό. Πιστεύω ότι βγήκε ένα πολύ περιποιημένο βιβλίο με όμορφο εξώφυλλο. Το σχεδίασε η αδελφή μου, Μαρία Δουκάκη, που είναι ζωγράφος. Η συνεννόηση ήταν άψογη και όλα τα χρονοδιαγράμματα τηρήθηκαν όπως είχαν συμφωνηθεί.

Επόμενα συγγραφικά βήματα κάνετε ή είναι πολύ νωρίς ακόμα;

Όπου κι αν πάω, ό,τι κι αν κάνω, πάντα γυρνάω εκεί που γεννήθηκα και μεγάλωσα, στη Λέσβο. Παρεμπιπτόντως διάβασα ότι κι εσείς από εκεί κατάγεστε και χάρηκα πολύ. Έχω ήδη ξεκινήσει από το καλοκαίρι να γράφω κάποια κείμενα που σχετίζονται όλα με την ιδιαίτερη πατρίδα μου. Άλλα είναι διηγήματα με αυτοβιογραφικές αναφορές ή βασισμένα σε γεγονότα που έχουν συμβεί ή και θα μπορούσαν να έχουν συμβεί στο νησί. Άλλα μοιάζουν με χρονογραφήματα. Άλλα περιγράφουν στιγμές συναισθημάτων ή απλές εικόνες. Όλα είναι μικρά κείμενα, το πολύ μέχρι 2000 λέξεις. Φιλοδοξώ να συνοδεύονται από φωτογραφίες τοπίων, ανθρώπων ή και ζώων που σχετίζονται με τα κείμενα. Το χρωστάω στην πατρίδα μου και στους ανθρώπους της.

Μια ευχή σας για το μέλλον;

Τι μπορεί να ευχηθεί κανείς όταν θέλει να ευχηθεί τόσα πολλά; Ας πάρουμε το πιο απλό, λοιπόν: ν’ αγαπηθεί το βιβλίο μου απ’ όλους αυτούς που θα το διαβάσουν.

Πριν κλείσουμε τη συζήτηση θα ήθελα να μας παραθέσετε ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο σας. 


Η Μπιάνκα τις τελευταίες μέρες της ζωής της, χαμένη ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο, έχει μόλις ολοκληρώσει την ανάγνωση του βιβλίου της Ρέας Γαλανάκη για την Ελένη Αλταμούρα.

Απόσπασμα:

«Πόσος καιρός έχει περάσει από την τελευταία φορά που κατάφερα να διαβάσω ένα βιβλίο ως το τέλος; Δεν μπορώ να θυμηθώ. Αυτή τη φορά το κατάφερα. Η Ελένη με συνάρπασε. Την ακολούθησα. Πήραμε μαζί το πλοίο από την Ελλάδα. Βρεθήκαμε μαζί στη Νάπολη. Μαζί ταξιδέψαμε στη Ρώμη και μετά στη Φλωρεντία ντυμένες με αντρικά ρούχα. Μαζί ερωτευτήκαμε με πάθος. Και μαζί καταλήξαμε στη βεράντα του σπιτιού στις Σπέτσες. Τώρα καθόμαστε σε δυο πάνινες πολυθρόνες, αγναντεύουμε το Αιγαίο και δεν περιμένουμε τίποτα. Έχει πέσει η νύχτα. Μια ολόφωτη πανσέληνος λάμπει στον ουρανό. Από την μπαλκονόπορτα ακούγεται δυνατά η Σονάτα υπό το σεληνόφως του Μπετόβεν. Απολαμβάνουμε τον ακύμαντο λυρισμό του πρώτου μέρους. Χανόμαστε στη μουσική. Δεν σκεφτόμαστε τίποτα. Δεν νιώθουμε τίποτα. Και ξαφνικά, τη στιγμή που ξεκινά το τρίτο μέρος, η καρδιά μας ανταριάζει. Κάθε μουσική φράση που σταματά απότομα είναι και μια ανάμνηση που πέφτει βίαια πάνω στην κλειστή πόρτα της ψυχής μας. Την κάνει κομμάτια και εισβάλλει μέσα μας. Και μετά άλλη κι άλλη κι άλλη. Δεν αντέχουμε. Σηκωνόμαστε και τρέχουμε προς τη θάλασσα. Πέφτουμε με φόρα πάνω στο παραπέτο. Θέλουμε να φωνάξουμε, να κραυγάσουμε. Να βγάλουμε από μέσα μας τον πόνο. Δεν τα καταφέρνουμε. Μένουμε με το στόμα ανοιχτό να παλεύουμε με τους δαίμονές μας. Μέχρι που φτάνει στ’ αυτιά μας η τελευταία συγχορδία και μας λυτρώνει από το μαρτύριο. Γυρίζουμε στις πολυθρόνες μας, ξαπλώνουμε αναπαυτικά και βυθιζόμαστε σε έναν ύπνο δίχως όνειρα».

Κυρία Δουκάκη, σας ευχαριστώ πολύ για την όμορφη συνέντευξη. Καλοτάξιδο το βιβλίο σας και να αγαπηθεί.

Εγώ σας ευχαριστώ, κυρία Πετρίδου, για την ευκαιρία που μου δώσατε να μιλήσω για το βιβλίο μου μέσα από τις ευρηματικές σας ερωτήσεις.


Βιογραφικό

Η Κατερίνα Δουκάκη-Κουτσουρίδου γεννήθηκε στη Μυτιλήνη. Τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια τα πέρασε παίζοντας στις αλάνες της πόλης και ποδηλατώντας δίπλα στη θάλασσα. Μεγάλες αγάπες: το πιάνο, τα μαθηματικά, τα σκυλιά και τα εξωσχολικά βιβλία. Διάβαζε τα πάντα, από «Μικρό Σερίφη» μέχρι το «Ζαν Κριστόφ» του Ρομαίν Ρολάν. Στα δεκαοκτώ τη βρήκε η Φυσική στο μεγάλο αμφιθέατρο της Σίνα. Εργαστήρια, αγώνες, καταλήψεις, πολιτικά περιοδικά. Ταυτόχρονα ωδείο, πολύωρη μελέτη στο πιάνο, εξετάσεις.
Μια ζωή στο δίλημμα «Μουσική ή Φυσική;» Πότε νικούσε η Μουσική και πότε η Φυσική έπαιρνε κεφάλι. Δέκα χρόνια δασκάλα πιάνου στο ωδείο. Στα τριάντα πρώτος διορισμός, ως φυσικός, στα Λαγκάδια Αρκαδίας. Εικοσιεννιά χρόνια στο δημόσιο σχολείο, τη μια πόλεμος, την άλλη ειρήνη. Είκοσι χρόνια στην πολιτική, τη μια πόλεμος, την άλλη ειρήνη. Και στο τέλος ανάπαυλα και αναστοχασμός. Ο αναστοχασμός έγινε γραφή. Και η γραφή έγινε βιβλίο, για όλους αυτούς που ονειρεύτηκαν πολύ.


Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια