Βιβλιοκριτική: "Φυγές ΙΙ" του Βασίλη Κολτούκη | Γράφει η Στέλλα Πετρίδου


Φυγές ΙΙ
Συγγραφέας: Βασίλης Κολτούκης
ISBN: 978-618-5748-77-7
Ημερομηνία έκδοσης: 7/2025
Σελίδες: 52
Εκδόσεις: Μετρονόμος



Όταν οι λέξεις γίνονται εικόνες φωτογραφίζοντας πόθους, σκέψεις και συναισθήματα, τότε το αποτέλεσμα είναι μοναδικό και αξιόλογο από κάθε άποψη. Θα μπορούσε εύκολα να συγκριθεί με την ομορφιά ενός φωτογραφικού λευκώματος που ζωντανεύει τις στιγμές των εικόνων και τις κάνει ποίημα.

Ο ποιητής και φωτογράφος Βασίλης Κολτούκης, βιώνοντας επί χρόνια τη μαγεία και των δύο τεχνών, ποίησης και φωτογραφίας, ως πιστός υπηρέτης αυτών, επιχειρεί κατά καιρούς να μεταφέρει την ομορφιά τους στο χαρτί και να τη μοιραστεί ελεύθερα και ανεμπόδιστα με τον αναγνώστη-θεατή του. Έχοντας ήδη εκδώσει φωτογραφικά λευκώματα και ποιητικές συλλογές, μας παρουσιάζει πλέον το νέο του βιβλίο και συγκεκριμένα την ποιητική του συλλογή, αυτή που κυκλοφόρησε τον Ιούλιο του 2025 από τις εκδόσεις «Μετρονόμος», με τίτλο «Φυγές ΙΙ».

Ο ποιητής στο βιβλίο του αυτό επιλέγει αρχικά να συνομιλήσει με τον εαυτό του διεκδικώντας με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο την ανακάλυψή του, τη βαθύτερη ουσία του, το πραγματικό του πρόσωπο. Κι έπειτα ως ένας ακόμα ρομαντικός ποιητής, αφήνεται στα άδυτα της ψυχής του για ν’ αποτυπωθούν ελεύθερα κι αβίαστα εντός του ο πόθος κι η λαχτάρα του έρωτα, μα κι η προσμονή της επανόδου του, που έχει τη δύναμη να ζωντανέψει τη θανάσιμα πληγωμένη χαρά του και να φωτίσει ξανά το σκοτεινό τοπίο γύρω του με χρώματα, μελωδίες και παραδεισένια ομορφιά.

Ο λόγος του είναι επαινετικός, μελωδικός, τρυφερός και ταξιδιάρικος. Υμνεί το όμορφο πενθώντας παράλληλα τις ανείπωτες σιωπές του και μέσα από την αναρχία των αισθήσεων αποδιώχνει το εφήμερο. Κλείνει την πόρτα στην απουσία του έρωτα και στα αγκάθια που άφησε στη θέση του για να ματώνουν επίμονα οι πληγές την ψυχή του. Η επιθυμία του γίνεται προσευχή μελωδική, ευχή και ποίημα μαζί, που ζωγραφίζει με λέξεις-φτερουγίσματα το ίδιο το μεγαλείο του έρωτα.

«Ω! Κύματα Αθανασίας,
σε πόσες ζωές θα τραγουδώ ακόμα το χαροποιό πένθος
τους ανέμους που ματώνουν εντός μου
την ερυθρά σου περιουσία.» (Σελίδα 12)

Η μελωδία, βέβαια, δεν είναι μέσο βοηθητικό στον λόγο του. Είναι ο κύριος πρωταγωνιστής του, καθώς ωθεί το αθέατο να γίνει ορατό, το ανέφικτο να τραπεί σε εφικτό, το όνειρο να κλέψει τον πόνο του πένθους τοποθετώντας στη θέση του το ανέμελο χαμόγελο. Η διαρκής αίσθηση της μουσικής υπερνικά τη μοναξιά του, καθώς σαν αράχνη υφαίνει για χάρη του τον ιστό της γλυκιάς οφθαλμαπάτης. Πάντα παρούσα καθώς είναι, υπερασπίζοντας την ποίηση και τον έρωτα μαζί, καθαρίζει τη μνήμη απ’ τα σκοτάδια της και γλυκά αποδιώχνει τη λύπη που φωλιάζει εντός της σαν βαθιά μελαγχολία για τον χρόνο που φεύγει.

Ο ποιητής έχει επίγνωση της φθαρτότητας, μα και του ανυπέρβλητου της αγάπης που ποτέ δεν πεθαίνει, ποτέ δε φθείρεται και πάντα δηλώνει παρούσα στη ζωή που ποθεί να ζήσει τη χαρά. Αυτοαποκαλύπτεται χωρίς να φοβάται, μόνο που ο λόγος του είναι απόλυτα συμβολικός, υπαινικτικός, αφηρημένος. Μιλάει για πολλά, χωρίς ωστόσο να είναι διατεθειμένος να γίνει απόλυτα σαφής στον αναγνώστη. Βέβαια, παρόλη τη σκοτεινιά της ποίησής του και τη μελαγχολία που κρύβουν οι στίχοι του, αχνοφαίνονται οι πληγές της ψυχής του ως απομεινάρια μιας ζωής που πάλεψε να ανακαλύψει την αλήθεια της, μα που κάπως στον δρόμο της χάθηκε και τώρα πονά. Η πλάνη, οι λάθος επιλογές, η φθορά, η μοναξιά βαραίνουν ακόμα περισσότερο την ψυχή του. Μα ακόμα και τώρα, στο πέρασμα της νιότης, ο πόθος, που παραμένει ακόμα ακμαίος φιλοδοξώντας παράταση της προσδοκίας και της ελπίδας για μια ύστατη ευτυχία επιδρά. Ο ποιητής παραδέχεται ξεκάθαρα ότι τώρα πια είναι σε θέση να ξεγυμνώσει την ουσία του κόσμου, να ανακαλύψει την αλήθεια του μες στον βυθό της απουσίας, στην ήττα των μεγάλων προσδοκιών, εν προσευχή και νηστεία, γράφοντας ποιήματα εντός ονείρων κλειδωμένα στο συρτάρι της σιωπής.

«Κι αυτό το βράδυ
βραδυφλεγή τα όνειρα
ποιήματα κλειδωμένα
στο συρτάρι.»(Σελίδα 29)

Ο ποιητής ανατρέχει επιτηδευμένα στο παρελθόν. Θυμάται και περιγράφει στιγμές. Πλήττει και δυσανασχετεί. Νιώθει την απώλεια και μαραίνεται. Συμπεριφέρεται ως νεκρικά ζωντανός, ως ανώριμος και ηττημένος. Αφήνεται στην καταδίκη της μοίρας του, παρότι ο πόθος του, μελωδικός ακόμα και θρασύς, επιμένει εντός του να αντιστέκεται και να επαναστατεί.

«Της μουσικής τα μελίφθογγα
να γίνουν θάλασσες…
Ν’ αφεθώ ως την τελευταία άνοιξη
με μια πλεύση μοναχική
ρότα αρυτίδωτη

…να βαθαίνω
σκορπώντας ψιθύρους και χάδια.» (Σελίδα 39)

Κι ενώ η ποίησή του συνεχίζει να φωτογραφίζει το μεγάλο κι αφόρητο κενό της θλιβερής του μοναξιάς, τα «άστεγα βήματα της στιγμής», που ακολουθούν των πολύστιχων ποιημάτων του, χαρίζουν στη σκέψη του αλλά και στη σκέψη του αναγνώστη του γλυκιές ανάσες ζωής που λειτουργούν εντελώς θεραπευτικά στην ψυχή τους ενδυναμώνοντάς την. Θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ατίθασα χαϊκού της στιγμής, ακανόνιστα, άτιτλα και τολμηρά, που επιδιώκουν με τον τρόπο τους να αποτυπώσουν την αίσθηση του εφήμερου, της μετρημένης χαράς μέσα στην απέραντη αυλή της θλίψης και της μοναξιάς.

«Απρόσμενη καλημέρα
μ΄ ένα κίτρινο τριαντάφυλλο
φεύγοντας το χαρίζεις.» (Σελίδα 44)

Ο Βασίλης Κολτούκης στη νέα του ποιητική συλλογή, μας χαρίζει υπέροχα ποιήματα που αξίζει οπωσδήποτε να διαβαστούν. Η ποίηση του, άλλοτε απαισιόδοξη, άλλοτε μελαγχολική και άλλοτε πένθιμη, καθώς εστιάζει στο ανεκπλήρωτο του έρωτα, στην απώλεια και τη νοσταλγία αυτού, μέσα από τις πλούσιες εικόνες της, τις παρομοιώσεις και τις πολλές μεταφορές από στοιχεία της φύσης, και ταυτόχρονα μέσα από τα επιμελώς αφηρημένα νοήματα του περιεχομένου της, αποδεσμευμένη καθώς είναι από κάθε μορφή παραδοσιακής ποίησης, ακολουθεί πιστά τον ελεύθερο στίχο και τον μοντερνισμό για να πετύχει τον βαθύτερο σκοπό της. Με ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο, όπου το στοιχείο της μαγείας και της μουσικής πρωταγωνιστεί σε κάθε του ποίημα, ευαισθητοποιεί, γοητεύει και εντυπωσιάζει τον αναγνώστη του προκαλώντας του έντονα και τρυφερά συναισθήματα χωρίς καθόλου αισθητές ενδείξεις διδακτισμού και βαθύτερου κοινωνικού προβληματισμού.


Περισσότερα για το βιβλίο: εδώ

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια