Εκεί που στάζει η ζωή
Συγγραφέας: Δήμητρα Παλαπάνη
Ημερομηνία έκδοσης: 08/2025
ISBN: 978-618-5748-89-0
Σελίδες: 82
Εκδόσεις: Μετρονόμος
Την πρώτη της ποιητική συλλογή κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 2025 από τις εκδόσεις «Μετρονόμος» η πρωτοεμφανιζόμενη στον χώρο του βιβλίου Δήμητρα Παλαπάνη με τίτλο «Εκεί που στάζει η ζωή». Άκρως αντιπροσωπευτικός και απόλυτα περιγραφικός ο τίτλος αυτός, προϊδεάζει αμέσως τον αναγνώστη για το περιεχόμενό της συλλογής, καθώς τον εισάγει έξυπνα στην όμορφη πλευρά της ανθρώπινης ύπαρξης που επιμένει να υπάρχει ακόμα και στα δύσκολα, που καρποφορεί χαρά και αισιοδοξία, με δυο λόγια πίστη και ελπίδα για κάτι καλύτερο που ίσως τελικά υπάρχει.
Η ποιήτρια νιώθει την ανάγκη να αυτοσυστηθεί σε αυτό το βιβλίο. Άλλωστε, είναι η πρωτόλεια συγγραφική της προσπάθεια, που σφραγίζει το προσωπικό της ύφος για να το καταστήσει σταδιακά ξεχωριστό και, γιατί όχι, αναγνωρίσιμο στο αναγνωστικό κοινό. Γράφει κυρίως σε πρώτο πρόσωπο, γιατί νιώθει την ανάγκη να απελευθερώσει όλα όσα για χρόνια κατακλύζουν το μέσα της, συναισθήματα, μνήμες, προσδοκίες, νοσταλγικές στιγμές, εντυπώσεις και θλιβερές διαπιστώσεις του τώρα. Αυτό, φυσικά, αλλάζει από ποίημα σε ποίημα, καθώς προστίθενται αναφορές σε δεύτερο και τρίτο πρόσωπο, ανάλογα με το θέμα του κάθε ποιήματος.
Το βιβλίο της χωρίζεται σε τρία μέρη, με το πρώτο να φέρει τον τίτλο «Για όλα και για ένα τίποτε».
Υπαρξιακού περιεχομένου η ποίησή της συνολικά, γραμμένη εξολοκλήρου σε ελεύθερο στίχο, εστιάζει αρχικά σε αγαπημένο της υπαρκτό πρόσωπο και συγκεκριμένα στη μητέρα της και στις μνήμες που ακόμα ζωγραφίζουν τη μορφή της εντός της.
«Τη βλέπω να κάθεται δίπλα στο παράθυρο
με το βλέμμα αόριστα να γλιστρά
στο στενό της δρόμο.
Ανιχνεύει με τις κεραίες της ψυχής
τα λιβάδια της ύπαρξής της,
τις μετόπες μιας υπόγειας διαδρομής,
που στρώθηκε με ασφόδελους στο τζάμι» (Σελίδα 12)
Ο χρόνος, κύριος δυνάστης των παθών, κρίνεται αδύνατος να προκαλέσει τη λήθη για λογαριασμό της. Όμορφες στιγμές παραμένουν αναλλοίωτα χαραγμένες στη μνήμη της για να περιθάλπουν τον πόνο που προκαλεί στην ψυχή της η απουσία του πιο δικού της ανθρώπου. Η νοσταλγία, έντονα χαραγμένη στον λόγο της ποιήτριας, επιμένει να φωτίζει τα απομεινάρια του παρελθόντος που κάποτε μύριζαν στοργή, αγκαλιά, ήλιο και θάλασσα, φωτιές του Αϊ Γιάννη και γλυκό του κουταλιού.
Η ποιήτρια ανατρέχει στα παιδικά και μαθητικά της χρόνια για να ανασάνει ξανά με όνειρα και ζεστασιά, με ξέφρενα παιχνίδια στην αλάνα, με τα πρώτα της σκιρτήματα, με πολλά φιλιά και κοπάνες. Είναι, άλλωστε οι δικές της αλησμόνητες στιγμές που πλέον τις μοιράζεται με τον αναγνώστη της άφοβα, έχοντας την αίσθηση ότι γράφει στο προσωπικό της ημερολόγιο. Έτσι δικαιολογείται και η αναφορά της στον πρώτο της έρωτα, η αυθόρμητη αποτύπωση των κρυφών της συναισθημάτων, αλλά και των πληγών που προκάλεσε εντός της το άδοξο τέλος των προσευχών της.
Μελαγχολικά συνεχίζει να μοιράζεται τις σκέψεις της που κάνουν λόγο για την αποκαμωμένη μνήμη, για τις σταγόνες ψιθύρων ελπίδας και θανάτου, για την αθέατη αγάπη. Υποκύπτει στη μοναξιά της σιωπής συνειδητά, καθώς απορροφά τους κραδασμούς του εφήμερου. Κι ύστερα μεταφέρεται σε ένα διαφορετικό σκηνικό, που αποτελεί το δεύτερο μέρος του βιβλίου της και φέρει τον τίτλο «κοχύλια της αυγής σε ψάθινο καπέλο».
Εδώ η ποιήτρια υμνεί την ομορφιά του τοπίου και τη θεοποιεί. Ζωγραφίζει τη ζωή με φωτεινά χρώματα, με λέξεις που δεν παραιτούνται από τον πόθο τους για δράση και για έκφραση.
«Παντού βρίσκεται η ομορφιά.
Άλλοτε σαν σειρήνα αμαρτωλή
κι άλλοτε σαν άγγελος του ελέους.
Άλλοτε στο μειδίαμα ενός παιδιού
ή στο γόνατο μιας πόρνης,
κι άλλοτε στα πυρακτωμένα όνειρα
του καλοκαιριού
ή στα νεκρά λουλούδια του φθινοπώρου» (Σελίδα 35)
Η θέληση υπερνικά την παραίτηση που προκαλεί το αναπόφευκτο της φθοράς διατηρώντας τη φλόγα στο σώμα και την ψυχή δυνατή, για να θυμίζει το πολύτιμο της κάθε στιγμής, τη μαγεία της κάθε αίσθησης, για να πολεμά τα διλλήματα της ψυχής όταν μένει μετέωρη, αναποφάσιστη για τα «δεν» και τα «μη», τα «ναι» και «όχι».
Ζωγραφίζει επίσης με τις λέξεις της και την ομορφιά των εναλλαγών της ημέρας. Εστιάζει στο δειλινό, στη νύχτα, στα μεσάνυχτα. Ένα χαμόγελο προκαλεί ο λόγος της όταν λειαίνει τον πόνο των πληγών της περιγράφοντας τη μαγεία της φύσης, όταν το όνειρο απαλλάσσει την ψυχή της από τα βάρη της καθημερινότητας, από τα φαντάσματα της ημέρας.
Η ποιήτρια έπειτα κάνει λόγο για μήνες και εποχές. Εστιάζει περισσότερο στον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, στο φθινόπωρο και το καλοκαίρι. Μετρά τις απώλειες και ομολογεί το αβάσταχτο φορτίο της μοναξιάς, τον πόνο της απουσίας που προκάλεσε η νίκη του θανάτου. Κι ύστερα αποκοιμιέται στις άγραφες σελίδες του σημειωματάριού της για να φωλιάσει απαλά τη σκέψη της στη μνήμη.
Στο τρίτο μέρος της συλλογής της, που φέρει τον τίτλο «Άνθρωποι και ίσκιοι», η ποιήτρια αλλάζει θεματική, καθώς η ποίησή της γίνεται περισσότερο κοινωνική. Η σκέψη της πάλλεται ανάμεσα στην απουσία, τον θάνατο και τον χρόνο που αρνείται να απαλύνει τις πληγές της μεγαλώνοντάς τες ακόμα περισσότερο. Σκοντάφτει πάλι στο παρελθόν, που στέκει πλέον χαμένος παράδεισος όχι μόνο για εκείνη μα και για όλους τους ανθρώπους.
«Ποιος τις ταλαντώσεις
του ταραγμένου του μυαλού
θα νιώσει;
Ποιος στα αόρατα καράβια του
θα ταξιδέψει;
Ποιος στα ανοιχτά του χέρια
θα υφάνει τα κουρέλια της ψυχής του;
Και ποιος θα ενώσει τα θρύψαλα
της αρχαίας του σκουριάς;» (Σελίδα 61)
Αναφέρεται στη γενιά της, που δεν είναι τελικά και πολύ τυχερή απ’ ότι νόμιζε, κάνοντας λόγο για τη σύγχρονη προσφυγιά, τον πόλεμο στη Γάζα, την πείνα, τον θάνατο, το νωπό αίμα, τις σύγχρονες μάχες που συνεχίζουν ακόμα να βάφουν με πένθιμο μελάνι της σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, τα όνειρα μιας κοινωνίας ιδανικής που όμως παραμένουν όνειρα, τις προδομένες προσδοκίες.
Η ποιητική συλλογή κλείνει με το ομότιτλο ποίημα της ποιήτριας που αποπνέει αισιοδοξία.
«Εκεί σφαλίζουν τα μάτια το φως της προσμονής.
Εκεί η ελπίδα αναθαρρεί.
Ποτισμένη από την αλμύρα των δακρύων
και τον λεβεντοανθό της αναστημένης γης.» (Σελίδα 81)
Η ποίηση της Δήμητρας Παλαπάνη είναι μεστή, καλοδουλεμένη και άρτια. Ξεχωρίζει από το ιδιαίτερο ύφος της, όπου το υπερβατό και η υπερβολή έχουν την τιμητική τους. Είναι περιεκτική σε περιεχόμενο, απόλυτα περιγραφική ωστόσο, γεμάτη ευαισθησίες και νοήματα. Ακολουθεί συχνά τους κανόνες του συμβολισμού, εστιάζει στον άνθρωπο και τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας, στοχοποιεί τη φθορά, καταγγέλλει το έγκλημα και θέτει αφορμές στον αναγνώστη για βαθύτερη σκέψη και προβληματισμό. Κι ενώ τη χαρακτηρίζει μια βαθιά μελαγχολία, μια έντονη νοσταλγία για όσα έφυγαν και πλέον δεν υπάρχουν, ενώ είναι σκοτεινή και ίσως πένθιμη κάποιες φορές, διατηρεί ορατό το στοιχείο της ελπίδας παραμένοντας ρομαντική, τρυφερή και ανθρώπινη.
Μια πολύ αξιόλογη πρώτη ποιητική απόπειρα της Δήμητρας Παλαπάνη που αξίζει οπωσδήποτε να διαβαστεί.
Περισσότερα για το βιβλίο: εδώ

0 Σχόλια