Μαύρες πεταλούδες
Συγγραφέας: Priscilla Morris
Μετάφραση: Μυρτώ Καλοφωλιά
Σελίδες: 256
Έτος έκδοσης: 2025
ISBN: 978-618-223-116-6
Εκδόσεις: Αλεξάνδρεια
1992. Σαράγεβο της Βοσνίας.
Οι πολίτες του Σαράγεβο
είναι μουσουλμάνοι, Κροάτες και Σέρβοι.
Παράξενοι καιροί. Εδώ
υπάρχει μόνο θάνατος. Παντού υπάρχει θάνατος. Η πόλη βομβαρδιζόταν. Οι
οβίδες πέφτουν βροχή. Εκκωφαντικοί
κρότοι τραντάζουν τα διαμερίσματα των πολυκατοικιών.
Στους γύρω λόφους
υπάρχουν Σερβοβόσνιοι ελεύθεροι σκοπευτές και εθνικιστές Τσέτνικ. Θέλουν να
χωρίσουν τη Βοσνία και το Σαράγεβο στα δύο, να κάνουν εθνοκάθαρση. Σκοπεύουν
όποιον βλέπουν σε γεφύρια και σε σταυροδρόμια. Οι κάτοικοι του Σαράγεβο - γέροι,
νέοι, άνδρες, γυναίκες, μουσουλμάνοι, Κροάτες, Σέρβοι - τρέχουν άτακτα στους
δρόμους, περπατούν ο ένας πίσω από τον άλλον, τοίχο τοίχο, πασχίζοντας να
ξεφύγουν από τις σφαίρες. Εκατοντάδες οι νεκροί. Οι περισσότεροι μένουν άταφοι.
Οι ταφές γίνονται νύχτα…
Υπάρχει βία. Πλιάτσικο σε
μαγαζιά και ληστείες στα σπίτια. Πολλά μαγαζιά είναι σφραγισμένα με σανίδες, άλλα
έχουν σπασμένες βιτρίνες. Για να δυσκολέψουν αυτούς που πυροβολούν την πόλη από
τους λόφους, τα φώτα των δρόμων δεν ανάβουν το σούρουπο, και η πόλη μοιάζει να
αιωρείται σε μια απόκοσμη παρασκιά…
Το Σαράγεβο έχει
μεταμορφωθεί σε λαβύρινθο με παγίδες για αρματοφόρα, μεταλλικά οδοφράγματα,
μπλόκα, χαρακώματα και απαγορευμένες ζώνες.
Ο Γιουγκοσλαβικός Εθνικός
Στρατός κατέλαβε το αεροδρόμιο της πόλης. Όλες οι πτήσεις ακυρώνονται. Απαγορεύονται
οι μετακινήσεις με τρένο ή λεωφορείο.
Δίχως τηλέφωνο, δίχως ταχυδρομείο, δίχως νερό,
δίχως ρεύμα - δίχως τις μισές υποδομές του Σαράγεβου - είναι ολότελα αποκομμένοι
από τον υπόλοιπο κόσμο.
Η σαρανταπεντάχρονη Σερβοβόσνια
Ζόρα Κόσοβιτς, η ζωγράφος που ζωγράφιζε γεφύρια, διώχνει για
ασφάλεια την μητέρα της και τον άνδρα της Φράνιο, να πάνε στην Αγγλία στην
κόρη της Ντουμπράβκα, τον γαμπρό της Στίβεν και την εγγονή της, τη Ρούμπι.
Το Σαράγεβο δεν είναι
ασφαλές αυτό το διάστημα. Η ίδια η Ζόρα μένει στο πολιορκιμένο Σαράγεβο. Το
Σαράγεβο είναι το σπίτι της. Δεν είναι μόνο ο κίνδυνος να την απολύσουν από τη
δουλειά της στη Σχολή Καλών Τεχνών ή να χάσει το σπίτι της οι λόγοι που την
κάνουν να θέλει να παραμείνει. Αγαπά το Σαράγεβο. Στα είκοσί της, όταν
επέστρεψε σπίτι έπειτα από έξι χρόνια που πέρασε στο Παρίσι και το Βελιγράδι,
συνειδητοποίησε πως δεν θα μπορούσε να ζει πουθενά αλλού. Και τώρα θέλει να
παραμείνει στην πόλη που αγαπά, καθώς αυτή δοκιμάζεται, για να παρακολουθήσει
τις εξελίξεις μέχρι τέλους.
Ο άνδρας της δεν μπορεί
να επιστρέψει στο Σαράγεβο. Έτσι μένει μόνη. Παγιδεύτηκε στην πόλη. Σε λίγους
μήνες αρχίζει η πείνα. Μετά έρχεται ο βαρύς Χειμώνας. Χιλιάδες οι νεκροί.
«Είμαστε όλοι πρόσφυγες πια», γράφει η Ζόρα στον Φράνιο. «Περνάμε τις μέρες μας
περιμένοντας νερό, ψωμί, ανθρωπιστική βοήθεια: γίναμε ζητιάνοι στην ίδια μας
την πόλη».
Έχει δυο δουλειές η Ζόρα, είναι ζωγράφος στο εργαστήρι της που της
παραχώρησαν στο κτίριο Βιγιέτσνιτσα που στεγάζει την Εθνική και Πανεπιστημιακή
Βιβλιοθήκη του Σαράγεβου και κάνει μαθήματα ζωγραφικής σε φοιτητές. Δε θέλει
να αφήσει άδεια το διαμέρισμά της και το διαμέρισμα της μητέρα της. Δίπλα της
στον όγδοο όροφο της πολυκατοικίας της έχει παρέα τον μουσουλμάνο Μίρσαντ Χαλίλοβιτς
και το γιο του τον Σαμίρ, ο Μίρσαντ έχει ένα βιβλιοπωλείο και ήταν στενός φίλος
του Φράνιο, η γυναίκα του η Ραντμίλα
έχει φύγει στη Βουδαπέστη, απέναντι έχει
τον Άντο, τη Μίλκα και το κοριτσάκι τους την Ούνα και από κάτω τη Βέσνα, τον
Ντράγκο και την κόρη τους τη Λένκα.
Η Ζόρα πιστεύει ότι οι
εχθροπραξίες θα διαρκέσουν μερικές εβδομάδες. Το Σαράγεβο ανέκαθεν θεωρούνταν
πρότυπο ανεκτικότητας. Η Ζόρα πιστεύει πως αυτή η εμπόλεμη κατάσταση δεν θα
συνεχιστεί, πως ο αληθινός χαρακτήρας της πόλης θα ορθώσει ανάστημα και θα
επικρατήσει.
Η Ζόρα είχε γίνει
καθηγήτρια εικαστικών στη νεοσύστατη Σχολή Καλών Τεχνών και της είχαν δώσει
κλειδιά για το εργαστήρι της στο Βιγιέτσνιτσα, ένα τόσο σημαντικό ιστορικό
κτίριο μέσα στην καρδιά του Σαράγεβο. Η Ζόρα ζωγραφίζει εμμονικά τοπία και
γεφύρια (γέφυρα της Μόσταρ, γέφυρα του Βίσεγκραντ, τώρα δουλεύει το Γεφύρι του
Τράγου κ.α.). Μια λευκή πέτρινη γέφυρα χτίστηκε πάνω από τον ποταμό Μιλιάτσκα,
την αποκαλούσαν χαριτολογώντας «Γεφύρι του Τράγου». Η Ζόρα θέλει να το
ζωγραφίσει…
Η Ζόρα ήταν γνωστή ως
«η ζωγράφος των γεφυριών». Στους
αγοραστές άρεσε η κομψότητα του οθωμανικού παρελθόντος και ο συμβολισμός της
γέφυρας: η ένωση των λαών, η συνάντηση της Ανατολής με τη Δύση, αυτό το
πάντρεμα ενσάρκωνε για εκείνους η Βοσνία, και ιδίως το Σαράγεβο. Όμως το πάθος
της Ζόρα για τα γεφύρια δεν έχει καθόλου να κάνει με συμβολισμούς. Για
εκείνη το παν είναι η μορφή. Τη σαγηνεύει ο τρόπος που το πέτρινο γεφύρι
ενώνεται με το καθρέφτισμά του στο νερό.
Η πολυκατοικία της Ζόρα
βομβαρδίζεται και το σπίτι του Μίρσαντ καταστρέφεται, έχει μια τεράστια τρύπα,
ευτυχώς το δικό της διαμέρισμα έχει σπασμένα μόνο τζάμια. Κολλάει σακούλες
σκουπιδιών πάνω από τα ανοίγματα για να μην μπαίνει η βροχή κι ο αέρας. Ο
Μίρσαντ θα κλείσει την τρύπα με σανίδια. Η Ζόρα αποφασίζει να κοιμάται στην
κουζίνα για λόγους ασφαλείας, διότι είναι το δωμάτιο που απέχει περισσότερο από
τον προσανατολισμό των ριπών.
Το κρύο, η βροχή, η
πείνα, η δίψα, η μοναξιά, η βία, η καταστροφή έφερε πολύ κοντά την Ζόρα και
τον Μίρσαντ…
Μια μέρα εμποδίζεται από
οπλισμένους άνδρες να μπει στο εργαστήριό της στο Βιγιέτσνιτσα, διότι της λένε
ότι αποτελεί στόχο. Θα γίνει στόχος μια βιβλιοθήκη, ένας τόπος γνώσης. Δεν
μπορεί να το πιστέψει. Όταν ακούει μια τεράστια έκρηξη που τραντάζει τον δρόμο,
καταλαβαίνει ότι το Βιγιέτσνιτσα χτυπήθηκε.Τριάντα εμπρηστικές οβίδες το
χτύπησαν, η βιβλιοθήκη αρχίζει να καίγεται. Πίνακες ζωγραφικής καήκανε. Ο
ανολοκλήρωτος πίνακας της Ζόρα, εκείνος με το Γεφύρι του Τράγου καταστράφηκε. Τα
μάτια της Ζόρα κοιτούν με βλέμμα τρελής. Ήταν μια φρίκη. Η Ζόρα νιώθει σαν να
την ξερίζωσαν από τις αναμνήσεις της. «Η
Ζόρα Κόσοβιτς, η ζωγράφος που ζωγράφιζε γεφύρια, είναι νεκρή», λέει η Ζόρα.
Εκεί μέσα κάηκαν σχεδόν δύο εκατομμύρια συγγράμματα, σπάνια χειρόγραφα, χάρτες,
αρχεία εφημερίδων. Η εθνική κληρονομιά της Βοσνίας καταστράφηκε σε μια νύχτα. Δεν
απόμεινε τίποτα. Τίποτα απολύτως. Παχιά στρώση μαύρης σκόνης έχει καλύψει τα
πάντα. Καμένες σελίδες βιβλίων πετάνε στον αέρα, πέφτουν σε όλη την πόλη.
Καμένα αποσπάσματα ποίησης και τέχνης πιάνονται στα μαλλιά των ανθρώπων. Αυτές τις
καμένες σελίδες ο κόσμος της λέει Μαύρες πεταλούδες…
Καμιά φορά, λίγο πριν την
αυγή, η Ζόρα ονειρεύεται μαύρες πεταλούδες. Τα καρβουνιασμένα φτερά τους
ανοιγοκλείνουν καθώς πέφτουν απαλά κατά εκατοντάδες, κατά χιλιάδες, και
προσγειώνονται στα μάγουλά της, στα μάτια, στο στόμα της…
Ένα συγκινητικό μυθιστόρημα αγάπης και ελπίδας σε μια
πόλη υπό πολιορκία.
Ένα βιβλίο
αψεγάδιαστης ομορφιάς, που αιχμαλωτίζει τους αναγνώστες, από την πρώτη γραμμή,
χάρη στο συναισθηματικό του βάρος.
Πραγματικό διαμάντι.
Πρόκειται για Αριστούργημα.
Η Priscilla Morris (Πρισίλα Μόρις) είναι Βρετανίδα συγγραφέας που ζει στην Ιρλανδία. Η μητέρα της είναι από
τη Βοσνία και ο πατέρας της κατάγεται από την Κορνουάλη, ενώ η ίδια μεγάλωσε
κυρίως στο Λονδίνο. Έγραψε το πρώτο της μυθιστόρημα, τις Μαύρες πεταλούδες,
για να κατανοήσει την πολιορκία που διήρκεσε από το 1992 έως το 1996 και
κατέστρεψε το Σαράγεβο, τη γενέτειρα πόλη της μητέρας της. Με την πολιορκία
πολλοί συγγενείς της, συμπεριλαμβανομένων και των παππούδων της, έγιναν
πρόσφυγες. Το μυθιστόρημα αυτό είναι εμπνευσμένο από τις δικές τους ιστορίες,
και ιδιαίτερα από τη συναρπαστική ιστορία του μεγάλου θείου της, του Βόσνιου
τοπιογράφου Dobrivoje Beljkasic. Αγαπά τη διδασκαλία όσο και τη συγγραφή και
διδάσκει δημιουργική γραφή στο University College του Δουβλίνου. Έχει διδακτορικό δίπλωμα στη
δημιουργική γραφή από το Πανεπιστήμιο της East Angliaκαι έχει σπουδάσει κοινωνική ανθρωπολογία στο
Πανεπιστήμιο του Κέιμπριτζ.
Το βιβλίο «Μαύρες πεταλούδες» απέσπασε τη διάκριση Indie Fiction Bookof the Month για τον Μάιο του 2022 και συμπεριλήφθηκε στις
βραχείες λίστες των Women’s Prize for Fiction,
RSLOndaatje Prize, Authors’ Club Best First Novel Award, Wilbur Smith Adventure Writing Prize και Nota Bene Prizeγια το 2023.

0 Σχόλια