Κίτρινη αζαλέα
Συγγραφέας: Εύα Αρβανίτη-Μιχαλοπούλου
ISBN: 978-618-250-018-7
κατηγορία: Ελληνική Ποίηση
Σελίδες: 122
Συγγραφέας: Εύα Αρβανίτη-Μιχαλοπούλου
ISBN: 978-618-250-018-7
κατηγορία: Ελληνική Ποίηση
Σελίδες: 122
Ημερομηνία έκδοσης: 01/11/2025
Εκδόσεις: Ενύπνιο
Γράφει ο Γιάννης Μπουμέλης
Η ποιητική συλλογή «Κίτρινη Αζαλέα» της Εύας Αρβανίτη-Μιχαλοπούλου δεν είναι απλώς ένα πόνημα, δεν είναι μονάχα μια ποιητική διατριβή, είναι ολόκληρο σύμπαν, που αναδύεται μέσα από τους στίχους της.
Από τις πρώτες σελίδες της συλλογής ο αναγνώστης διακρίνει έναν απέραντο πλούτο, πνευματικό, συναισθηματικό, γλωσσικό. Κομψοτέχνημα υφασμένο από πανάκριβα υλικά, απευθύνεται σε όσους βλέπουν την ποίηση ως τελετουργία ψυχής, ως ταξίδι της σκέψης, ως εφαλτήριο νοηματοδότησης της ζωής.
Η ποιήτρια σκάβει στα ενδότερα, αποκρούει "σκοτάδια", αναζητεί "φώτα", ανατάσσει αξίες. Μέσα στους στίχους της ανατέλλουν συγκερασμένες εκφάνσεις του πνεύματος και της ψυχής της.
Πιασμένα χέρι χέρι η μαχητικότητα με τη νοσταλγία, το λυρικό με το ρεαλιστικό στοιχείο, ο ελληνοκεντρισμός, απόρροια της πολυετούς πραγματείας της στα ελληνικά γράμματα και της βαθιάς κλασικής της παιδείας, με την οικουμενική θεώρηση του κόσμου.
«Βρέχει σταγόνες μισοφέγγαρα στ΄ ακροκέραμα των λογισμών», γράφει σ΄ ένα ποίημα ανεβαίνοντας σκαλοπάτια λυρισμού, «έλεος ζήτησα μα όχι φόβο», εξομολογείται σε πιο "γήινο" ύφος και φτάνοντας στο αποκορύφωμα ρεαλιστικής αποτύπωσης μας λέει «Φύλλα σταχτιά και μελανά στα χρώματα της τέφρας, ασχήμιες της ανθρώπινης ασέλγειας πάνω στης στάχτης χώρας το κουφάρι».
Από τις πρώτες σελίδες της συλλογής ο αναγνώστης διακρίνει έναν απέραντο πλούτο, πνευματικό, συναισθηματικό, γλωσσικό. Κομψοτέχνημα υφασμένο από πανάκριβα υλικά, απευθύνεται σε όσους βλέπουν την ποίηση ως τελετουργία ψυχής, ως ταξίδι της σκέψης, ως εφαλτήριο νοηματοδότησης της ζωής.
Η ποιήτρια σκάβει στα ενδότερα, αποκρούει "σκοτάδια", αναζητεί "φώτα", ανατάσσει αξίες. Μέσα στους στίχους της ανατέλλουν συγκερασμένες εκφάνσεις του πνεύματος και της ψυχής της.
Πιασμένα χέρι χέρι η μαχητικότητα με τη νοσταλγία, το λυρικό με το ρεαλιστικό στοιχείο, ο ελληνοκεντρισμός, απόρροια της πολυετούς πραγματείας της στα ελληνικά γράμματα και της βαθιάς κλασικής της παιδείας, με την οικουμενική θεώρηση του κόσμου.
«Βρέχει σταγόνες μισοφέγγαρα στ΄ ακροκέραμα των λογισμών», γράφει σ΄ ένα ποίημα ανεβαίνοντας σκαλοπάτια λυρισμού, «έλεος ζήτησα μα όχι φόβο», εξομολογείται σε πιο "γήινο" ύφος και φτάνοντας στο αποκορύφωμα ρεαλιστικής αποτύπωσης μας λέει «Φύλλα σταχτιά και μελανά στα χρώματα της τέφρας, ασχήμιες της ανθρώπινης ασέλγειας πάνω στης στάχτης χώρας το κουφάρι».
Δεν της λείπουν μελαγχολικοί απολογισμοί («Ζήσαμε τη ζωή ζωσμένοι με σιδερόφρακτη ιππότη πανοπλία, σε λειμώνες με λευκές ανεμώνες οδυνηρές ξιφομαχίες δώσαμε», διαπιστώνει), μα εισπράττεις έντονα πως δεν παραδίδεται σε αυτούς, πως έχει αποθέματα για επόμενες μάχες και είναι πάντα έτοιμη για κατάφαση της ζωής («ευγνωμοσύνης κάλεσμα με ώθησε να σημειώσω τον εναρκτήριο στίχο, τον σοφό παλιών επιστολών: Είμαι καλά, το αυτό επιθυμώ και δι΄υμάς πάντοτε»).
Στην ποίησή της ιχνηλατούνται ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, ο Καβάφης, ο Ελύτης, όχι ως έξωθεν επίδραση, αλλά με την έννοια μιας δημιουργικής αφομοίωσης και ενσωμάτωσής τους σε ένα ποιητικό σύμπαν που είναι ολότελα δικό της.
Τα εκφραστικά της μέσα είναι αληθινά στολίδια, που διανθίζουν χωρίς ποτέ να κουράζουν, η εικονοποιία της πλουσιότατη ταξιδεύει τον αναγνώστη άλλοτε σε κήπους με ολάνθιστα φυτά, άλλοτε σε αγαπημένα στέκια, άλλοτε σε ακρογιάλια της αγαπημένης της γενέτειρας, της Λέσβου, άλλοτε σε ναούς και ξωκκλήσια, κι άλλοτε σε πεδία βγαλμένα από την αιωνιότητα της ελληνικής γραμματείας.
Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί αποκαλύπτει τη σχεδόν ερωτική σχέση της με την ελληνική γλώσσα. Αρμονικά συνυπάρχουν σε αυτό λέξεις δημώδεις, καθημερινές, όπως "κρυφτούλι", "ξέφτια", "ροβόλαγε", με λέξεις που προέρχονται από τη λόγια γλωσσική μας παράδοση, όπως "γηθοσύνη", "ατέρμων", "κυβίστηση", "εξαπίνης", ενώ στο δέντρο της ποίησής της ξεχωρίζουν πάνω στα κλαδιά του υπέροχες σύνθετες λέξεις: "περιαυγές", "λαμνοκόποι", "ιοβόλος", "σιγοκροτάλισμα".
Οι προστακτικές και οι υποτακτικές της δεν εκπέμπουν αυστηρότητα και απαίτηση, αλλά γλυκιά και τρυφερή παρότρυνση: «Ας σωπάσουμε κάποτε, μην αντηχήσει ευφρόσυνα ουράνια μελωδία των αγγέλων», γράφει και λίγο πιο κάτω «Ας αφουγκραστούμε βαρκαρόλες αρμονίας στη σιγαλιά μυστικής κοσμογονίας».
‘Αλλωστε, τις περισσότερες φορές απευθύνεται όχι σε πρόσωπα, αλλά σε έννοιες, αφηρημένα πράγματα, στοιχεία της φύσης. Μιλάει στον γιαλό, όταν γράφει «Κρίμα γυαλέ σ΄ ώτα μη ακουόντων να μιλάς, σαν κλήση αναπάντητη σε πρόσωπο καρδιάς». Μιλάει στη θάλασσα με τον στίχο «σ΄ ακούω ώρα τώρα να μου μιλάς, θάλασσα μαριόλα, πικροθάλσσα και πικροκυματούσα».
Μιλάει στους μήνες, και να η απεύθυνσή της στον Δεκέμβριο: «Ξεμύτισες στην έμπαση του παγερού καιρού μας, νιφάδας στροβιλίσματα στου χρόνου το μπουγάζι, παρήγορε κουβαλητή γλυκών συναισθημάτων…».
Μα κι όταν παρακινεί τον αναγνώστη, δεν πέφτει στην παγίδα ενός ξύλινου διδακτισμού, αλλά το κάνει με περίσσια δόση λυρισμού. «Ναυάγια όνειρα μη δένεις στο καρνάγιο σου», μας προτρέπει, διοχετεύοντας στο κέλευσμά της τις αξίες και τα ιδανικά της, γι΄ αυτό και γράφει «θέλει σθένος κι ανδρεία του καθενός η ελευθερία κι ανάστημα λεβεντονιού».
Παράλειψη μεγάλη θα ήταν να μην αναφερθώ στη βαθιά πίστη της, που διαχέεται στην ποίησή της ισορροπώντας μεταξύ μιας προβαλλόμενης συνομιλίας με το άνωθεν και μιας διακριτικής πνοής που φυσάει κατά τόπους στον ποιητικό της γαλαξία.
Βρήκα υπέροχη τρυφερή την απεύθυνσή της στην Παναγία με τους στίχους: «υπάρχει άλλη διάδοχος μητέρα, πιο τρυφερόκαρδη από σένα, Παναγιά, στον άδειο θρόνο της καρδιάς να εγκαταστήσω;».
Αν και διαιρεμένη σε θεματικές ενότητες η ποιητική συλλογή «Κίτρινη αζαλέα», έχει ενοποιητικό παράγοντα, πέρα από όλα τα άλλα που ειπώθηκαν παραπάνω, ένα μήνυμα βαθιά ανθρωποκεντρικό, που προβάλλει εμφατικά σε έναν στίχο, ο οποίος θαρρείς πως είναι το μανιφέστο της ποιήτριας: «’Ο,τι μας ανασταίνει είναι η αγάπη».
Η ποίηση της Εύας είναι γεμάτη αξίες, πατρίδα, ευγνωμοσύνη για τη ζωή, στωική συγκατάβαση προς την ανθρώπινη φθορά, ελπίδα για το ουρανόθεν άφθαρτο και η εν λόγω συλλογή της γεμάτη από χρώματα και αρώματα, ευωδιάζει από την αρχή ως το τέλος, όπως και το φυτό που αποτελεί τον τίτλο της!
Στην ποίησή της ιχνηλατούνται ο Όμηρος, ο Πλάτωνας, ο Καβάφης, ο Ελύτης, όχι ως έξωθεν επίδραση, αλλά με την έννοια μιας δημιουργικής αφομοίωσης και ενσωμάτωσής τους σε ένα ποιητικό σύμπαν που είναι ολότελα δικό της.
Τα εκφραστικά της μέσα είναι αληθινά στολίδια, που διανθίζουν χωρίς ποτέ να κουράζουν, η εικονοποιία της πλουσιότατη ταξιδεύει τον αναγνώστη άλλοτε σε κήπους με ολάνθιστα φυτά, άλλοτε σε αγαπημένα στέκια, άλλοτε σε ακρογιάλια της αγαπημένης της γενέτειρας, της Λέσβου, άλλοτε σε ναούς και ξωκκλήσια, κι άλλοτε σε πεδία βγαλμένα από την αιωνιότητα της ελληνικής γραμματείας.
Το λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί αποκαλύπτει τη σχεδόν ερωτική σχέση της με την ελληνική γλώσσα. Αρμονικά συνυπάρχουν σε αυτό λέξεις δημώδεις, καθημερινές, όπως "κρυφτούλι", "ξέφτια", "ροβόλαγε", με λέξεις που προέρχονται από τη λόγια γλωσσική μας παράδοση, όπως "γηθοσύνη", "ατέρμων", "κυβίστηση", "εξαπίνης", ενώ στο δέντρο της ποίησής της ξεχωρίζουν πάνω στα κλαδιά του υπέροχες σύνθετες λέξεις: "περιαυγές", "λαμνοκόποι", "ιοβόλος", "σιγοκροτάλισμα".
Οι προστακτικές και οι υποτακτικές της δεν εκπέμπουν αυστηρότητα και απαίτηση, αλλά γλυκιά και τρυφερή παρότρυνση: «Ας σωπάσουμε κάποτε, μην αντηχήσει ευφρόσυνα ουράνια μελωδία των αγγέλων», γράφει και λίγο πιο κάτω «Ας αφουγκραστούμε βαρκαρόλες αρμονίας στη σιγαλιά μυστικής κοσμογονίας».
‘Αλλωστε, τις περισσότερες φορές απευθύνεται όχι σε πρόσωπα, αλλά σε έννοιες, αφηρημένα πράγματα, στοιχεία της φύσης. Μιλάει στον γιαλό, όταν γράφει «Κρίμα γυαλέ σ΄ ώτα μη ακουόντων να μιλάς, σαν κλήση αναπάντητη σε πρόσωπο καρδιάς». Μιλάει στη θάλασσα με τον στίχο «σ΄ ακούω ώρα τώρα να μου μιλάς, θάλασσα μαριόλα, πικροθάλσσα και πικροκυματούσα».
Μιλάει στους μήνες, και να η απεύθυνσή της στον Δεκέμβριο: «Ξεμύτισες στην έμπαση του παγερού καιρού μας, νιφάδας στροβιλίσματα στου χρόνου το μπουγάζι, παρήγορε κουβαλητή γλυκών συναισθημάτων…».
Μα κι όταν παρακινεί τον αναγνώστη, δεν πέφτει στην παγίδα ενός ξύλινου διδακτισμού, αλλά το κάνει με περίσσια δόση λυρισμού. «Ναυάγια όνειρα μη δένεις στο καρνάγιο σου», μας προτρέπει, διοχετεύοντας στο κέλευσμά της τις αξίες και τα ιδανικά της, γι΄ αυτό και γράφει «θέλει σθένος κι ανδρεία του καθενός η ελευθερία κι ανάστημα λεβεντονιού».
Παράλειψη μεγάλη θα ήταν να μην αναφερθώ στη βαθιά πίστη της, που διαχέεται στην ποίησή της ισορροπώντας μεταξύ μιας προβαλλόμενης συνομιλίας με το άνωθεν και μιας διακριτικής πνοής που φυσάει κατά τόπους στον ποιητικό της γαλαξία.
Βρήκα υπέροχη τρυφερή την απεύθυνσή της στην Παναγία με τους στίχους: «υπάρχει άλλη διάδοχος μητέρα, πιο τρυφερόκαρδη από σένα, Παναγιά, στον άδειο θρόνο της καρδιάς να εγκαταστήσω;».
Αν και διαιρεμένη σε θεματικές ενότητες η ποιητική συλλογή «Κίτρινη αζαλέα», έχει ενοποιητικό παράγοντα, πέρα από όλα τα άλλα που ειπώθηκαν παραπάνω, ένα μήνυμα βαθιά ανθρωποκεντρικό, που προβάλλει εμφατικά σε έναν στίχο, ο οποίος θαρρείς πως είναι το μανιφέστο της ποιήτριας: «’Ο,τι μας ανασταίνει είναι η αγάπη».
Η ποίηση της Εύας είναι γεμάτη αξίες, πατρίδα, ευγνωμοσύνη για τη ζωή, στωική συγκατάβαση προς την ανθρώπινη φθορά, ελπίδα για το ουρανόθεν άφθαρτο και η εν λόγω συλλογή της γεμάτη από χρώματα και αρώματα, ευωδιάζει από την αρχή ως το τέλος, όπως και το φυτό που αποτελεί τον τίτλο της!
Περισσότερα για το βιβλίο: εδώ
.jpg)
0 Σχόλια