Συγγραφέας: Δημήτρης Μαμαλούκας
Ημερομηνία έκδοσης: 11/2025
ISBN: 978-618-86634-8-0
Σελίδες: 88
Σε ένα ερημικό δάσος είχαν μαζευτεί οι ζοφεροί, που φορούσαν
μαύρα παπούτσια και μαύρη λεπτή βαμβακερή φόρμα. Εκεί κοντά σε ένα ξέφωτο του
δάσους είχαν συγκεντρωθεί οι άσπροι που φορούσαν λευκά αθλητικά παπούτσια και
λευκές φόρμες οι γυναίκες, οι άντρες ήταν ντυμένοι με γκρίζα φόρμα.
Ο Πασκάρ είναι ένας ψηλός και όμορφος νεαρός και ανήκει
στους ζοφερούς.
Μια νύχτα ο Πασκάρ προχώρησε προς τα εκεί που ήταν οι άσπρες
φιγούρες και ξεχώρισε μια νεαρή κοπέλα ντυμένη στα λευκά, την Μία. Ο Πασκάρ
μαγνητίστηκε .Είχε μια σπάνια μεθυστική ομορφιά, μια κούκλα. Στο πρόσωπό της
φανερωνόταν μια αθώα και συνάμα ευτυχισμένη όψη. Η Μία είχε ένα ακαταμάχητο
χαμόγελο που μπορούσε να υπνωτίσει όποιον την αντίκριζε. Έμεινε ο Πασκάρ να
κοιτάζει μόνο εκείνη .Δεν μπορούσε να εξηγήσει τι ένιωθε μέσα του. Το μόνο που
ήξερε ήταν ότι ήθελε να την κοιτάζει συνεχώς. Έμεινε ακίνητος χάνοντας την
αίσθηση του χρόνου.
Οι ζοφεροί είναι αγγελιοφόροι του Κακού και του θανάτου.
Όταν τις νύχτες σημάδευε το μέτωπο κάποιου ανθρώπου ένας ζοφερός, μια ψυχή
έφευγε από τον κόσμο.
Οι ζοφεροί ανακοίνωναν συμφορές, δυστυχίες, κακοτυχίες,
βάσανα, πόνο και προπαντός απώλειες, θάνατο και προκαλούν φόβο στους
ανθρώπους.
Οι λευκοί είναι αγγελιοφόροι του Καλού και της ζωής.
Χαμογελούσαν στους ανθρώπους, μοίραζαν όνειρα, χαρά, ευτυχία, καλοσύνη,
χαρμόσυνα νέα και άλλα δώρα του Καλού.
Όταν ένωνε το μέτωπό
του κάποιος λευκός με το μέτωπο κάποιας
κοπέλας αυτή έβλεπε ένα όμορφο όνειρο.
Θα έφερνε στον κόσμο μια νέα ψυχή.
Ο Πασκάρ ήταν μαθητευόμενος ζοφερός. Βλέποντας τον εκπαιδευτή
του Μαχίτ τι έκανε κάθε βράδυ στους ανθρώπους, ένιωθε να ασφυκτιά κι ήταν βαθιά
προβληματισμένος. Ο Πασκάρ έβλεπε τις φοβισμένες εκφράσεις του κόσμου όταν τους
αντίκριζαν κι έπειτα οι κραυγές , οι εφιάλτες, οι οιμωγές τους όταν μάθαιναν τα
φριχτά νέα που τους ανήγγελλαν. Άραγε πώς το συνηθίζεις αυτό; αναρωτιόταν ο
Πασκάρ. Δεν ήθελε να είναι αγγελιοφόρος του Κακού, αλλά να μεταδίδει το Καλό.
Να είναι με τους άσπρους.
Αυτό ήταν αδύνατο, σύμφωνα με τον Μαχίτ. Ο Μαχίτ ενημέρωσε
τον Πασκάρ ότι οι ζοφεροί δεν έχουν καμιά δουλειά με τους άσπρους. Να μην τους
πλησιάζει και να μην έρθει σε επαφή με κανένα.
Όμως ο Πασκάρ παρανόμησε και ξαναπήγε στο μικρό πλάτωμα όπου
μαζεύονταν οι λευκοί, για να δει την λευκή οπτασία, την Μία με το ακαταμάχητο
χαμόγελο. Μάλιστα της μίλησε και αντάλλαξαν τα ονόματά τους.
Την επόμενη νύχτα δεν ξαναπήγε με τους ζοφερούς και
ακολούθησε την Μία ,παρά τις αντιρρήσεις της. Στους δρόμους της πόλης οι
άνθρωποι έβλεπαν ένα άντρα ντυμένο στα μαύρα και μια κοπέλα ντυμένη στα άσπρα.
Μια πανάρχαια ισορροπία διαταρασσόταν.
Ο Πασκάρ είπε στη Μία ότι δεν θα την άφηνε ποτέ ,ότι για
εκείνη από ζοφερός θα γινόταν άσπρος, κι ότι θα έκανε τα πάντα , θα έφτανε να
κάνει τη μεγαλύτερη θυσία για εκείνη, απλώς και μόνο για να βρίσκεται δίπλα
της. Δεν δίστασε μάλιστα… να την φιλήσει, αφού τον είχε υπνωτίσει κι εκείνον με
την ομορφιά και την αθωότητά της. Όταν φιληθήκαν, η Μία είπε στον Πασκάρ,
ότι αυτό είναι το τέλος, δεν θα ξαναβρεθούμε…
-Όχι, δεν είναι το τέλος, Μία, θέλω να σε βλέπω, είπε ο
Πασκάρ και αμέσως μετά ξεκίνησε μια ονειρική περιπλάνηση που δεν είχε τελειωμό.
Με το φιλί που έδωσε στη Μία ο Πασκάρ πίστευε ότι αυτό ήταν
μοναδικό, παντοτινό, που δεν είχε τέλος, σαν τα ηδονικά όνειρα που μοίραζε
εκείνη στις αποστολές της. Ο Πασκάρ τώρα ένιωσε στα τρίσβαθα της ψυχής του τις
λέξεις: νιότη, έξαψη, πόθος, έρωτας, φως. Τις ζούσε επιτέλους. Ήθελε να
αλλάξει τη μοίρα του, να δραπετεύσει από το Κακό και τον θάνατο.
Αλλά το επόμενο δευτερόλεπτο η μαγεία χάθηκε. Η Μία έτρεξε
μακριά. Την είδε να χάνεται στο δάσος. Και δεν μπόρεσε να την ξανασυναντήσει…
Ο Πασκάρ αποφάσισε να μην επιστρέψει πίσω στους ζοφερούς,
αλλά κάποιος ανώτερος από τους ζοφερούς, ήρθε να τον συναντήσει, για αυτή την προδοσία του. Τον ρώτησε γιατί προκάλεσε
τέτοια αναστάτωση και τι ήθελε. Ο Πασκάρ του απάντησε ότι δεν ήθελε να είναι
αγγελιοφόρος του Κακού και του θανάτου, θέλει να γίνει λευκός και να είναι
μαζί με την αγαπημένη του Μία. Ο ανώτερος του είπε ότι υπάρχει μία λύση να
γίνει αγγελιοφόρος του Καλού. Μία και μοναδική. Μία και μοναδική λύση. Μία…
Γιατί έγινε δεκτό το αίτημά του από τον ανώτερο των ζοφερών;
Ποιος ήταν εκείνος για να του κάνουν τη χάρη; Δεν ήταν παρά
ένας λιποτάκτης, ένας που παράκουσε τις εντολές.
Γιατί τον έχριζαν άσπρο;
Γιατί να του εμπιστεύονταν το Καλό;
Στην παραλογή του Γεφυριού της Άρτας για να στεριώσει το
γεφύρι θα θυσιαστεί η γυναίκα του Πρωτομάστορα, εδώ για να επιτευχθεί η αλλαγή
του Πασκάρ σε άσπρο, θα γίνει κάποια θυσία;
Η αγάπη είναι μια ασύλληπτη παγκόσμια δύναμη, κάτι σαν την
βαρύτητα, η αγάπη κρατάει σε μυστική αέναη συνοχή όλα τα λογικά όντα. Είναι
μια νοηματική στέγη, κάτω από την οποία ενδιαιτώνται το ενδιαφέρον, η έλξη, η
συμπάθεια, η φιλία, η αφοσίωση και βέβαια ο πόθος και το πάθος.
Ο θάνατος είναι παντοδύναμος και αναπότρεπτος, δεν φαίνεται
να κάνει καμία διάκριση, δεν υπολογίζει την κοινωνική θέση ,τη δύναμη και τον
πλούτο των θυμάτων του. Θυμηθείτε την παλαιότερη μακρά παράδοση, την παράδοση
του memento mori
(να θυμάσαι ότι θα πεθάνεις).
Το βιβλίο αυτό είναι μια ιστορία για τις αποφάσεις τόσο τις
μεγάλες όσο και τις ελάχιστες, για το πώς η καθεμιά απ΄ αυτές συνυφαίνεται στο
υφαντό αυτών που κάνουν τον καθένα μας ξεχωριστό. Και για το πως μία και μόνο
αλλαγή μπορεί να καταστεί η σωτηρία ή η καταστροφή μας.
Τι είναι ένα μυθιστόρημα: Τα μυθιστορήματα είναι διακοπές
από τον Εαυτό. Και εδώ οι διακοπές είναι πολυήμερες και περιλαμβάνουν διάφορα
ευφάνταστα μέρη. Εκείνο που ζητά το βιβλίο «Πασκάρ και Μία» από τον
αναγνώστη σε αντάλλαγμα της απόλαυσης και του ταξιδιού είναι η αφοσίωσή του,
όχι γιατί παρουσιάζει δυσκολίες ή αποτελείται από κακοτράχαλα μονοπάτια, αλλά
γιατί χρειάζεται τον απαραίτητο προσωπικό μας χωροχρόνο ώστε να λειτουργήσει
και να ανταποδώσει αυτές τις πολυπόθητες διακοπές από τον εαυτό…
Με γλώσσα καλά
δουλεμένη, με λιτή έκφραση που συχνά χρωματίζεται από μια υποδόρια θλίψη, ο
συγγραφέας μετουσιώνει ερεθίσματα της καθημερινότητας σε φιλοσοφικούς
στοχασμούς, την σύγκρουση του Καλού με το
Κακό, της ζωής και του θανάτου. Υμνεί τη ζωή, την αγάπη και θρηνεί την
απουσία, την απώλεια, σε ήπιους τόνους.
Η τέχνη του συγγραφέα παίρνει τον αναγνώστη από το χέρι
αγαπητικά και τον ανυψώνει συναισθηματικά σε ένα σύμπαν αθέατο, νέο, θαυμαστό, μεταμορφώνει
τον εσωτερικό του κόσμο φυτεύοντας στην ψυχή του βολβούς ομορφιάς, αγάπης,
αθωότητας, περίσκεψης και αναζήτησης, ξεσηκώνει μέσα του τις πιο επαναστατικές
δυνάμεις, με λέξεις, ήχους, χρώματα, εικόνες, συνθέσεις, σιωπές.
Ο Δημήτρης Μαμαλούκας ξέρει πώς να φτιάξει μια
λογοτεχνία αξιώσεων, εσωστρεφή και εξωστρεφή συνάμα, μια λογοτεχνία που
διαθέτει συγχρόνως και τη μύχια στόφα της ποίησης.
Διαβάστε
τη αυτή τη Νουβέλα. Είναι πολύ ιδιαίτερη. Εξαιρετική.

0 Σχόλια